Μια μέρα ένας ξυλοκόπος εκεί που πελεκούσε ένα κορμό δίπλα σ’ ένα ποτάμι, του φεύγει το τσεκούρι και πέφτει μέσα στο θολό νερό. Μεγάλη η ζημιά και τον είχαν πάρει σχεδόν τα κλάματα, όταν εμφανίζεται ο Χριστός και τον ρωτάει: – Γιατί κλαις;
Ο ξυλοκόπος τού λέει για το τσεκούρι, ο Κύριος βυθίζεται στο ποτάμι και, όταν ξαναεμφανίζεται, κρατάει ένα χρυσό τσεκούρι: – Αυτό είναι το τσεκούρι σου; τον ρωτάει.
Ο ξυλοκόπος απαντάει: – Όχι!
Ο Κύριος ξαναβυθίζεται και εμφανίζεται με ένα ασημένιο τσεκούρι: – Αυτό είναι το τσεκούρι σου; ρωτάει.
Ο ξυλοκόπος: – Όχι!
Τρίτη βουτιά ο Κύριος και βγαίνει με ένα σιδερένιο τσεκούρι: – Μήπως, αυτό είναι το τσεκούρι σου; – Ναι!
Ο Κύριος χάρηκε για την τιμιότητα του ξυλοκόπου και του χάρισε και τα άλλα δυο πολύτιμα τσεκούρια. Ο ξυλοκόπος γύρισε σπίτι του πανευτυχής…
Μετά από καιρό, καθώς έκαναν βόλτα με τη γυναίκα του άκρη-άκρη στο ποτάμι, τρώει αυτή μια γλίστρα και παρ’ την μέσα. Ο ξυλοκόπος, που δεν ήξερε μπάνιο, το ‘ριξε στο κλάμα, οπότε να σου πάλι ο Κύριος: – Γιατί κλαις; – Κύριε, η γυναίκα μου έπεσε μέσα στο ποτάμι!
Ο Κύριος ρίχνει μια βουτιά και βγαίνει με την Κλόντια Σίφερ: – Αυτή είναι η γυναίκα σου; – Ναι! φώναξε ο ξυλοκόπος.
Ο Κύριος έγινε έξαλλος: – Τι λες, ρε ψεύτη του κερατά!
Ο ξυλοκόπος: – Συγχώρεσέ με, Κύριε… Πρόκειται για παρανόηση… Αν έλεγα «όχι» στην Κλόντια Σίφερ, μετά θα μου έβγαζες τη Σάρον Στόουν… Και αν έλεγα «όχι» και σ’ αυτήν, μετά θα μου έβγαζες τη γυναίκα μου… Εγώ θα έλεγα «ναι» και θα μου τις έδινες και τις τρεις… Αλλά, Κύριε, εγώ είμαι ένας φτωχός ξυλοκόπος, πώς να τις συντηρώ ΤΡΕΙΣ γυναίκες;… Γι’ αυτό είπα «ναι»!
Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας: Όταν ένας άντρας λέει ψέματα, το κάνει για κάποιον αξιοπρεπή και συνετό λόγο.
Γνωρίζουμε ότι ο Ιησούς (ιουδαϊστί: Γιεσούα) της Βίβλου, ιδιαίτερα των Συνοπτικών*, συμφωνεί εντελώς με την ιουδαϊκή παράδοση. Είναι περισσότερο Ιουδαίος παρά χριστιανός· όπως και τα μέλη της πρώτης κοινότητας εκείνης της εποχής ονομάζονταν και «Εβραίοι» -μόλις η νεότερη έρευνα τους αποκαλεί «Ιουδαιοχριστιανούς». Αλλά η ζωή τους δεν διέφερε σχεδόν καθόλου από εκείνη των υπόλοιπων Ιουδαίων. Και αυτοί απέδιδαν στα ιουδαϊκά ιερά κείμενα καίρια σημασία, παρέμειναν μάλιστα για περισσότερες γενιές μέλη της Συναγωγής. Και ο Ιησούς προπαγάνδιζε ένα ιεραποστολικό έργο μόνο ανάμεσα σε Ιουδαίους. Ήταν έντονα επηρεασμένος από την ιουδαϊκή αποκάλυψη. Και αυτή, ιδιαίτερα η παράδοση της Αποκάλυψης του Ενώχ, επέδρασε έντονα στο χριστιανισμό.
Την εποχή του Ιησού, οι προσδοκίες του τέλους του κόσμου, ήταν συχνό φαινόμενο (και συνεχίζουν να υφίσταται μέχρι και σήμερα). Δεν σήμαιναν ίσως πάντα το τέλος του κόσμου αλλά ίσως την έναρξη μίας νέας παγκόσμιας περιόδου. Ανάλογες ιδέες γνώριζαν και στο Ιράν, στη Βαβυλωνία, στην Ασσυρία, στην Αίγυπτο, και από την ειδωλολατρία τις πήραν οι Ιουδαίοι, αφού εισχώρησαν στην Παλαιά Διαθήκη ως ιδέα του Μεσσία.
Έτσι έγινε και ο Ιησούς ένας από τους πολλούς προφήτες της έσχατης εποχής, αφού ανακήρυξε τη γενεά του στην τελευταία, όπως οι ιουδαϊκές αποκαλύψεις, οι Εσσαίοι, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, αφού κήρυττε ότι ο παρών χρόνος είχε παρέλθει και μερικοί από τους μαθητές του «δεν θα γευτούν το θάνατο, έως ότου δουν να έρχεται δυναμικά η βασιλεία του Θεού»· ότι δεν θα τελείωνε η αποστολή τους στον Ισραήλ, «έως ότου έρθει ο Θεάνθρωπος»· ότι το δικαστήριο του Θεού θα γινόταν «σε αυτή τη γενεά ακόμη»· ότι δεν θα ερχόταν το τέλος, «έως ότου συνέβαιναν όλα αυτά».
«Marana tha» (έλα, Κύριε μας), αυτή ήταν η έκκληση στις προσευχές των πρώτων χριστιανών. Αλλά καθώς ο καιρός περνούσε και ο Κύριος δεν ερχόταν, καθώς οι αμφιβολίες πλήθαιναν, η παραίτηση από την ελπίδα, οι ειρωνείες, η γελοιότητα, ο διχασμός μετρίασαν σιγά-σιγά την απολυτότητα των δηλώσεων του Ιησού. Και τέλος, μετά από δεκαετίες, μετά από αιώνες, όταν αντί για τον Κύριο ήρθε η Εκκλησία, εκείνη μετέβαλε την κοντινή προσδοκία του Ιησού σε μακρινή, τη σκέψη στη βασιλεία του Θεού την έκανε σκέψη στην Εκκλησία, αντικατέστησε με αυτήν την αρχαιότατη χριστιανική πίστη -το βασίλειο των ουρανών: μια τέλεια διαστρέβλωση, βασικά μια γιγαντιαία πλαστογραφία που στον χριστιανισμό, από δογματική άποψη, είναι γενικά η μεγαλύτερη.
Η πίστη και η προσδοκία του επικείμενου τέλους καθόρισε αποφασιστικά τη μετέπειτα γένεση των πρωτοχριστιανικών κειμένων μόλις στο δεύτερο ήμισυ του 1ου και κατά τη διάρκεια του 2ου αιώνα. Διότι ο Ιησούς και οι μαθητές του, οι οποίοι δεν περίμεναν κάποιο αφηρημένο άλλο κόσμο, καμία μεταφυσική κατάσταση μακαριότητας, παρά την άμεσα επικείμενη επέμβαση του Θεού εξ ουρανών και μια τέλεια αλλαγή όλων των πραγμάτων επί γης, φυσικά δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για σημειώσεις, καταγραφές, βιβλία, για των οποίων τη συγγραφή μόλις που ήταν σε θέση. Και όταν έγραψαν, τότε αποδυνάμωσαν εξαρχής τις προφητείες του Ιησού για το τόσο κοντινό επικείμενο τέλος του κόσμου. Οι χριστιανοί βέβαια δεν βίωσαν ποτέ αυτό το τέλος, και έτσι τα ερωτήματα σχετικά με αυτό διέπουν ολόκληρη την αρχαία λογοτεχνία, εξαπλώνεται ο σκεπτικισμός, η δυσανασχέτηση.
«Πού είναι λοιπόν η επάνοδος του που υποσχέθηκε;» αναφέρεται στη Β’ επιστολή του Πέτρου. «Από τότε που κοιμήθηκαν οι Πατέρες, όλα παραμένουν παρ’ όλα αυτά έτσι όπως ήταν από κτίσεως κόσμου».
Και στην Α’ επιστολή του Κλήμεντα ηχεί η διαμαρτυρία: «Αυτά τα ακούμε ήδη από την εποχή των πατεράδων μας, και δες, γεράσαμε και τίποτα από όλα αυτά δεν μας συνέβη».
Τέτοιες φωνές θα ακούστηκαν σύντομα μετά το θάνατο του Ιησού. Και πληθαίνουν στο πέρασμα των αιώνων. Έτσι, ήδη ο αρχαιότερος χριστιανός συγγραφέας, ο «Απόστολος των εθνών», ο Παύλος, αντιδρά. Αφού είχε εξηγήσει αρχικά στους Κορίνθιους ότι η προθεσμία έχει μετρηθεί «και είναι πλέον σύντομη», ο κόσμος «βαίνει προς την καταστροφή», «εμείς δεν θα κοιμηθούμε όλοι, αλλά θα μεταμορφωθούμε όλοι», στη συνέχεια έδινε πνευματική χροιά στην πίστη για την ύστατη εποχή που από χρόνο σε χρόνο γινόταν όλο και πιο ύποπτη. Τώρα έκανε τη μεγάλη ανανέωση του κόσμου, την πολυπόθητη αλλαγή των αιώνων για τους πιστούς να έχει γίνει ενδόμυχα ήδη μέσω του θανάτου και της ανάστασης του Ιησού. Ο Παύλος αντικατάστησε τώρα το κήρυγμα της βασιλείας του Θεού του Ιησού, την επαγγελία ότι αυτή η βασιλεία θα αρχίσει σύντομα επί γης με ατομικιστικές σκέψεις για τον άλλο κόσμο, με την vita aeterna (αιώνια ζωή).
Ο Χριστός τώρα δεν κατεβαίνει πια στον κόσμο, αλλά ο πιστός χριστιανός ανεβαίνει σε αυτόν στους ουρανούς! Απλούστατον! Κατά το «Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ»…
Οι Ευαγγελιστές που (υποτίθεται) έγραψαν αργότερα, μετριάζουν αυτή την προφητεία του Ιησού για τη συντέλεια. Και κάπου εδώ αρχίζει το «κόψε-ράψε» των «ιερών» κειμένων, οι προσθήκες και οι αλλαγές κατά το δοκούν, και εν τέλει οι «ιερές πλαστογραφίες»…
* Έτσι ονομάζονται οι συγγραφείς των Ευαγγελίων του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά που παρουσιάζουν μεταξύ τους ομοιότητες σε σύγκριση με αυτό του Ιωάννη, και μπορούν να συνοψιστούν σε μια ενιαία αφήγηση.
Πηγή: «Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού» (Κάρλχαϊνζ Ντέσνερ)
«Η δυαδική υπόσταση του Χριστού στάθηκε για μένα πάντα βαθύ, ανεξερεύνητο μυστήριο· η λαχτάρα, η τόσο ανθρώπινη, η τόσο υπεράνθρωπη, να φτάσει ο άνθρωπος ως το Θεό – ή πιο σωστά: να επιστρέψει ο άνθρωπος στο Θεό και να ταυτισθεί μαζί του· η νοσταλγία αυτή, η τόσο μυστική και συνάμα τόσο πραγματική, άνοιγε μέσα μου πληγές και πηγές μεγάλες. Από τη νεότητά μου η πρωταρχική αγωνία μου, από όπου πήγαζαν όλες μου οι χαρές κι όλες μου οι πίκρες, ήταν τούτη: η ακατάπαυτη, ανήλεη πάλη ανάμεσα στο πνέμα και στη σάρκα. Μέσα μου παμπάλαιες ανθρώπινες και προανθρώπινες σκοτεινές δυνάμεις του Πονηρού· μέσα μου παμπάλαιες ανθρώπινες και προανθρώπινες φωτερές δυνάμεις τού Θεού· κι η ψυχή μου ήταν η παλαίστρα όπου οι δύο τούτοι στρατοί χτυπιούνταν κι έσμιγαν. Αγωνία μεγάλη· αγαπούσα το σώμα μου, και δεν ήθελα να χαθεί· αγαπούσα την ψυχή μου, και δεν ήθελα να ξεπέσει· μαχόμουν να φιλιώσω τις δύο αυτές αντίδρομες κοσμογονικές δυνάμες, να νιώσουν πως δεν είναι οχτροί, είναι συνεργάτες, και να χαρούν, να χαρώ κι εγώ μαζί τους, την αρμονία.
Κάθε άνθρωπος είναι θεάνθρωπος, σάρκα και πνέμα· να γιατί το μυστήριο του Χριστού δεν είναι μονάχα μυστήριο μιας ορισμένης θρησκείας· είναι πανανθρώπινο· σε κάθε άνθρωπο ξεσπάει η πάλη Θεού και ανθρώπου και συνάμα η λαχτάρα της φίλιωσης. Τις περισσότερες φορές η πάλη αυτή είναι ασύνειδη, βαστάει λίγο, δεν αντέχει μια αδύνατη ψυχή να αντιστέκεται καιρό πολύ στην σάρκα· βαραίνει, γίνεται και αυτή σάρκα, κι ο αγώνας παίρνει τέλος. Μα στους υπεύθυνους ανθρώπους, που έχουν μερόνυχτα καρφωμένα τα μάτια τους στο ανώτατο Χρέος, η πάλη ανάμεσα στη σάρκα και στο πνέμα ξεσπάει χωρίς έλεος και μπορεί να βαστάξει ως το θάνατο.
Ποτέ δεν ακολούθησα με τόσο τρόμο την αιματωμένη πορεία του στο Γολγοθά, ποτέ δεν έζησα με τόση ένταση, με τόση κατανόηση αγάπη το Βίο και τα Πάθη τού Χριστού, όσο τις μέρες και τις νύχτες που έγραφα τον Τελευταίο Πειρασμό. Γράφοντας την εξομολόγηση ετούτη της αγωνίας και της μεγάλης ελπίδας του ανθρώπου ήμουν συγκινημένος τόσο που τα μάτια μου βούρκωναν· δεν είχα νιώσει ποτέ με τόση γλύκα, με τόσο πόνο να πέφτει στάλα στάλα το αίμα του Χριστού στην καρδιά μου.
Γιατί ο Χριστός, για ν’ ανέβει στην κορυφή της θυσίας, στο Σταυρό, στην κορυφή της εξαΰλωσης, στο Θεό, πέρασε όλα τα στάδια του αγωνιζόμενου ανθρώπου. Όλα, και γι’ αυτό κι ο πόνος του΄μας είναι τόσο γνώριμος και τον πονούμε, κι η τελική νίκη του μας φαίνεται τόσο και δικιά μας μελλούμενη νίκη. O,τι είχε βαθιά ανθρώπινο ο Χριστός, μας βοηθάει να τον καταλάβουμε και να τον αγαπήσουμε και να παρακολουθούμε τα Πάθη του σαν να’ ταν δικά μας πάθη. Αν δεν είχε μέσα του το ζεστό ανθρώπινο στοιχείο, δε θα μπορούσε ποτέ με τόση σιγουράδα και τρυφερότητα να αγγίξει την καρδιά μας· και δε θα μπορούσε να γίνει πρότυπο στη ζωή μας. Αγωνιζόμαστε κι εμείς, τον βλέπουμε κι αυτόν να αγωνίζεται και παίρνουμε κουράγιο· βλέπουμε, δεν είμαστε ολομόναχοι στον κόσμο, αγωνίζεται κι αυτός μαζί μας». Αποσπάσματα από τον πρόλογο του Νίκου Καζαντζάκη.
Ο ξυλουργός Ιησούς από τη Ναζαρέτ, που βασανίζεται από τους πειρασμούς των δαιμόνων, της ενοχής για την παραγωγή σταυρών για τους Ρωμαίους, του οίκτου για τους ανθρώπους και τον κόσμο, και της σταθερής πρόσκλησης από το Θεό, αποφασίζει να βρει τί επιθυμεί ο Θεός από αυτόν. Αλλά, καθώς η αποστολή του πλησιάζει στην εκπλήρωση, καλείται να αντιμετωπίσει το μέγιστο πειρασμό: την κανονική ζωή ενός καλού ανθρώπου με την Μαρία Μαγδαληνή.
Την πρώτη ιδέα για τη συγγραφή βιβλίου, υπό μορφή μυθιστορήματος, για τη ζωή του Χριστού ο Νίκος Καζαντζάκης εμπνεύστηκε στην Αίγινα το 1942, τον καιρό της γερμανικής κατοχής. Θα το ονόμαζε «Τ’ Απομνημονεύματα του Χριστού». Πολλά χρόνια νωρίτερα είχε γράψει την τραγωδία «Χριστός». Η πρώτη ιδέα κυοφορείται μέσα του και οκτώ χρόνια αργότερα αρχίζει να γράφει το βιβλίο, αλλά με άλλο όνομα: «Ο Τελευταίος Πειρασμός». Το τελειώνει το 1951. Η πρώτη έκδοση γίνεται σε μεταφράσεις στα σουηδικά και στα νορβηγικά το 1952.
Η Εκκλησία της Ελλάδος κάτι ακούει. Και σπεύδει να το καταδικάσει, προτού ακόμη εκδοθεί στα ελληνικά … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Είναι καταπληκτικό αυτό που συμβαίνει γιατρέ μου με τους Έλληνες Ιουδαιοχριστιανούς…
Απ’ τη μια θεωρούν εχθρό και απειλή για τον Χριστιανισμό και τον Ελληνισμό (η θρησκεία προηγείται του έθνους, βεβαίως βεβαίως…) τους Εβραίους, τον Σιωνισμό κτλ. κι απ’ την άλλη δοξάζουν τη Σιών, τον γενάρχη των Εβραίων, Αβραάμ, τη Σάρα, τη Μάρα και το κακό συναπάντημα, καθώς και τα λοιπά αξιότιμα τέκνα του Ισραήλ, όπως τον Ιακώβ, τον Ιώβ και φυσικά τον περιώνυμο ραβίνο θαυματοποιό Γιεσούα ή όπως αλλιώς προφέρεται ο γνωστός σήμερα στους Έλληνες, Ιησούς Χριστός.
Γιατρέ μου, μήπως θα έπρεπε να μεταφραστούν όλες οι «ιερές γραφές» στην καθομιλουμένη, έτσι ώστε να ξέρει τι ψάλλει, διαβάζει και κηρύσσει ο κάθε αμόρφωτος παπάς στο «ποίμνιό» του και κυρίως να καταλαβαίνουν τα «πρόβατα» τι ακούν στην πραγματικότητα τ’ αφτάκια τους;
Γιατρέ μου, πότε θα εμπεδώσουν επιτέλους οι Έλληνες χριστιανοί, ότι στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από αιρετικοί Ιουδαίοι (στο θρήσκευμα);
Αυτά ως πρώτη θεραπεία γιατρέ μου. Στη συνέχεια μια ανάγνωση της ιστορίας, ίσως θα βοηθούσε αρκετούς στο «ξελαμπικάρισμα» του λοβοτομημένου εγκεφάλου τους. Όχι τίποτε άλλο γιατρέ μου, αλλά για να σταματήσουν να συγχέουν και να μπερδεύουν ανόμοια πράγματα, όπως τον Ελληνισμό με τον Χριστιανισμό κα την βούρτσα με την πούτσα…
***
Διάβασα σε απογευματινή εφημερίδα, έναν πηχυαίο τίτλο (με αφορμή τις πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές στην Αττική): «Οι πυρκαγιές κινητοποίησαν την πολιτική ηγεσία».
Παρακάτω, δίνεται και η επεξήγηση: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διέκοψε τις διακοπές του στα Γιάννενα, ενώ ο Πρωθυπουργός επισκέφθηκε το Κέντρο Επιχειρήσεων της Πυροσβεστικής».
Σιγά ρε παιδιά… Με το μαλακό… Μη σχίσετε κανένα καλσόν απ’ την πολλή…κινητοποίηση…
«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» είναι ένα μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, η υπόθεση του οποίου διαδραματίζεται το 1921 στη Λυκόβρυση, ένα χωριό στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Οι κάτοικοι του είχαν ένα παλιό έθιμο, κάθε 7 χρόνια έκαναν την αναπαράσταση των Παθών του Χριστού και έπρεπε να διαλέξουν μερικούς από τους άνδρες του χωριού που θα υποδύονταν τους Αποστόλους και έναν που θα υποδύονταν τον Χριστό. Μαζεύονται οι δημογέροντες του χωριού και αποφασίζουν σε ποιους θα αναθέσουν τους ρόλους. Οι δημογέροντες είναι ο παπα-Γρηγόρης, ο γερο-Λαδάς, ο άρχοντας Πατριαρχέας, ο καπετάνιος και ο δάσκαλος του χωριού και αδελφός του παπα-Γρηγόρη. Οι δημογέροντες αποφασίζουν να δώσουν το ρόλο του Ιωάννη στο γιο του Πατριαρχέα τον Μιχελή, το ρόλο του Πέτρου στο Γιαννακό το ρόλο της Μαγδαληνής στην Κατερίνα την πόρνη του χωριού, το ρόλο του Ιούδα στον Παναγιώταρο και τέλος το ρόλο του Χριστού ο πιο αθώος που δεν ήταν άλλος από τον βοσκό των προβάτων του Πατριαρχέα τον Μανωλιό.
Αργά το απόγευμα, καταφθάνουν πρόσφυγες από ένα άλλο χωριό, καταδιωγμένοι από τους Τούρκους. Επικεφαλής τους είναι ένας πράος, δυναμικός με ψυχή αντάρτη ιερέας ο παπα-Φώτης. Ζητούν βοήθεια, αλλά ο παπα-Γρηγόρης τους διώχνει, λέγοντας ότι φέρνουν μαζί τους επιδημία χολέρας. Οι πρόσφυγες, με επικεφαλής τον παπα-Φώτη, καταφεύγουν στο άγριο βουνό της Σαρακήνας. Τους βοηθούν μόνον ο Μανωλιός, ο Μιχελής, η Κατερίνα, ο Γιαννακός και ο Κωνσταντής (οι δύο τελευταίοι επρόκειτο να υποδυθούν τους αποστόλους Πέτρο και Ιάκωβο).
Μετά από την επιλογή του στο ρόλο του Χριστού, ο Μανωλιός αλλάζει μέρα με τη μέρα. Χωρίζει την αρραβωνιαστικιά του και αποφασίζει να φτάσει σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πνευματική, ψυχική και σωματική αγνότητα, με οδηγό τον παπα-Φώτη. Μάλιστα, στο πανηγύρι του προφήτη Ηλία υπερασπίζεται τους πρόσφυγες και μιλά για την αξία της αγάπης και του ελέους, προκαλώντας την αντίδραση των συγχωριανών του και την οργή του παπα-Γρηγόρη.
Ο Μανωλιός έχει να αντιμετωπίσει και το μένος του μέθυσου πεταλωτή του χωριού, Παναγιώταρου (ο οποίος μετά από πρόταση του παπα-Γρηγόρη στον αγά, γίνεται σεΐζης, στη θέση του προηγούμενου σεΐζη που βίασε και σκότωσε το γιουσουφάκι του αγά), που τον θεωρεί υπεύθυνο για το ξελόγιασμα της χήρας του χωριού, της Κατερίνας, με την οποία είναι ερωτευμένος.
Μια άλλη τραγική μορφή του μυθιστορήματος, είναι η Μαριωρή, η κόρη του παπα-Γρηγόρη και αρραβωνιαστικιά του γιου του άρχοντα Πατριαρχέα, Μιχελή, η οποία πάσχει από «χτικιό» και είναι το μόνο πρόσωπο που ο δογματικός παπάς δείχνει αγάπη συμπόνοια και στοργή.
Στο μεταξύ πεθαίνει ο Πατριαρχέας και ο Μιχελής αποφασίζει να μοιράσει την περιουσία του στους πρόσφυγες. Όταν εκείνοι έρχονται στη Λυκόβρυση να παραλάβουν τα κτήματα, ο παπα-Γρηγόρης κηρύσσει το Μιχελή ανισόρροπο και ξεσηκώνει τους ντόπιους. Μετά το βίαιο θάνατο του αδελφού του στη σύγκρουση που ακολουθεί, ο παπα-Γρηγόρης υποδεικνύει στον αγά το Μανωλιό ως υπαίτιο όλων των συμφορών. Πετυχαίνει την καταδίκη του και την παράδοσή του στους εξαγριωμένους χωρικούς. Το φανατισμένο πλήθος συγκεντρώνεται στην εκκλησία, όπου ο παπα-Γρηγόρης αφορίζει τον Μανωλιό και δίνει το σύνθημα στους πιστούς να τον εκτελέσουν μέσα στον ιερό χώρο.
Η υπόθεση του μυθιστορήματος (το οποίο σημειωτέον είχε προκαλέσει τις αντιδράσεις της ελληνικής Εκκλησίας), έγινε ταινία το 1957, υπό την σκηνοθεσία του Ζυλ Ντασέν και πρωταγωνίστρια ήταν η Μελίνα Μερκούρη.
«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» μεταφέρθηκε τηλεοπτικά στην ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976 και συντάραξε το τηλεοπτικό κοινό, σημειώνοντας υψηλή τηλεθέαση για τα δεδομένα εκείνης της εποχής. Η σειρά προβλήθηκε σε 50 επεισόδια των 45 λεπτών και ήταν παραγωγή του ΑΣΤΗΡ TV, ενώ σήμερα σώζεται σε 18 επεισόδια των 50 λεπτών (μεγάλο τμήμα του φίλμ πάνω στο οποίο γυρίστηκε η σειρά ξαναχρησιμοποιήθηκε αργότερα ή καταστράφηκε λόγω κακής συντήρησης). Η καταστροφή και η επαναχρησιμοποίηση του υλικού πάνω στο οποίο είχαν γυριστεί οι τηλεοπτικές σειρές μέχρι την εποχή εκείνη (Άγνωστος πόλεμος, Γιούγκερμαν κ.α.) είχε σαν συνέπεια «ο Χριστός ξανασταυρώνεται» να είναι η παλαιότερη σωζόμενη ελληνική τηλεοπτική σειρά.