Πάσχα Ελλήνων ιερό – Ένα μεταλλαγμένο εβραΐκό έθιμο, «πασπαλισμένο» με αρχαιοελληνικές (και όχι μόνο) τελετουργίες
10/04/2009 |
Σχολιασμός
Το χριστιανικό Πάσχα ή κοινώς «Πασχαλιά», ή ελληνοπρεπώς «Λαμπρή», είναι η μεγαλύτερη εορτή του Ορθόδοξων Χριστιανών (αντίστοιχα, στους Καθολικούς είναι τα Χριστούγεννα). Εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου μη συμπεριλαμβανομένης, κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο στην Ορθόδοξη εκκλησία και κατά το Γρηγοριανό στην Ρωμαιοκαθολική. Εορτάζεται η ανάσταση του Ιησού Χριστού που πιστεύεται ότι έγινε το 33 μ.Χ. Με τον όρο Πάσχα αναφερόμαστε είτε στην εβδομάδα του Πάσχα μέχρι το Σάββατο της Διακαινησίμου, είτε στην περίοδο των 50 ημερών που ακολουθούν το Πάσχα, μέχρι την εορτή της πεντηκοστής ημέρας από του Πάσχα λεγόμενη (αριθμητικά) Πεντηκοστή.
Η ονομασία του Πάσχα προέρχεται από την εβραϊκή γιορτή Pesah (=διάβαση), την μεγαλύτερη εορτή του Ιουδαϊσμού, κατά την οποία γιορτάζουν την απελευθέρωση των Ιουδαίων από τους Αιγυπτίους («είπεν δε Μωυσής προς τον λαόν μνημονεύετε την ημέραν ταύτην εν η εξήλθατε εκ γης Αιγύπτου εξ οίκου δουλείας εν γαρ χειρί κραταιά εξήγαγεν υμάς κύριος» Έξ. 13:3). O όρος Πάσχα προέρχεται από το αραμαϊκό pasha και το εβραϊκό pesah. Για κάποιους, η προέλευση του εβραϊκού όρου είναι ένα θέμα που συζητείται καθώς του αποδίδουν ξένη ετυμολογία, ασσυριακή (pasahu, πραύνω) ή αιγυπτιακή (pash, η ανάμνηση, pesah, το πλήγμα). Πάντως, η Βίβλος συσχετίζει το pesah με το ρήμα pasah πού σημαίνει είτε χωλαίνω, είτε εκτελώ τελετουργικό χορό γύρω από τη θυσία (Γ’ Βασ. 18:21,26), είτε, μεταφορικά, «εκφεύγω», «διέρχομαι», «απαλλάσσω». Το Πάσχα, είναι η διέλευση του Θεού πάνω από τις οικίες των Ισραηλιτών, η οποία έπληττε τις οικίες των Αιγυπτίων (Έξ. 12:13,23,27 / βλ. Ησ. 31:5). Όπως αφηγείται η «Έξοδος», ο Γιαχβέ, τη νύχτα κατά την οποία θα περνούσε και θα εξολόθρευε τα πρωτότοκα των ανθρώπων και των ζώων των Αιγυπτίων, θα προσπερνούσε και θα προστάτευε τα σπίτια των Εβραίων, οι θύρες των οποίων είχαν σημαδευτεί με το αίμα του αρνιού που είχαν θυσιάσει (Έξ. 11:5, 12:12). Αυτό θα ήταν στο εξής το νόημα του Πάσχα και η νέα του διάσταση. Το Πάσχα προϋπήρχε ως έθιμο στην αρχαία Αίγυπτο, όπου γιόρταζαν την άνοιξη το Πισάχ, δηλ. τη διάβαση του Ήλιου από τον ισημερινό (με άλλα λόγια την εαρινή ισημερία). Από τους Αιγύπτιους πήραν εθιμικά στοιχεία οι Εβραίοι και μαζί το έθιμο του Πάσχα.
Στοιχεία για το γιορτασμό του Πάσχα από τους Ιουδαίους υπάρχουν στο Δευτερονόμιο, όπου ερμηνεύεται η αιτία του τρόπου του γιορτασμού τους.
Η εαρινή ισημερία για τους Εβραίους είναι η 1η Νισάν (αρχικά ονομάζονταν Αβίβ και μετονομάστηκε σε Νισάν μετά την Βαβυλωνιακή εξορία). Σύμφωνα με την Έξοδο κάθε αρχηγός οικογένειας έπαιρνε στις 10 Νισάν ένα μονοετές αρσενικό ζώο, το οποίο θυσίαζε στις 14 Νισάν στο ναό των Ιεροσολύμων, για να ευλογηθεί από το Θεό όλο το ποίμνιο. Το σφάγιο ήταν αμνός ή ερίφιο, αρσενικό καί αρτιμελές (Εξ. 12:3-6), δεν έπρεπε να σπάσει κανένα οστό του (Έξ. 12:46, Αρ. 9:12) ενώ το αίμα του ως ένδειξη προστασίας, το τοποθετούσαν στην είσοδο κάθε οικίας (Εξ. 12:7,22). Οι μετέχοντες στο δείπνο ήταν ενδεδυμένοι, έτοιμοι για ταξίδι (Έξ. 12:8-11). Όσοι έμεναν έξω από την πόλη, στην επαρχία, δεν ήταν υποχρεωμένοι να εφαρμόσουν αυτό το έθιμο της θυσίας του αρνιού και μπορούσαν να το αντικαταστήσουν με άλλα φαγητά. Το αρνί που θυσιαζόταν, το έψηναν αργότερα με τον όρο να το φάνε όλο το ίδιο βράδυ. Απαγορευόταν να περισσέψει από το ψημένο αρνί για την επόμενη ημέρα. Κατά τη γιορτή, το βράδυ, οι Εβραίοι …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Εκατομμύρια χριστιανοί πιστοί γιορτάζουν τη μέρα της 25ης Δεκεμβρίου ως μέρα της γέννησης του Ιησού Χριστού, ενώ λίγους μήνες αργότερα γιορτάζουν και την υποτιθέμενη ανάστασή του. Μερικοί τον θεωρούν Θεό, άλλοι πιστεύουν ότι είναι «Υιός του Θεού» αλλά ίσος μ’ αυτόν, άλλοι πάλι τον θεωρούν άνθρωπο, από θεϊκή όμως καταγωγή και άλλοι ισχυρίζονται ότι στον Ιησού Χριστό-άνθρωπο ενσαρκώθηκε μια «υπέρτατη λογική» (ο «Λόγος»), παρόλο ότι στην πραγματικότητα, ο Ιησούς Χριστός, ίσως και να μην υπήρξε ποτέ σαν
«Ιστορικά, είναι πολύ αμφίβολο ότι ο Ιησούς υπήρξε. Αλλά και να υπήρξε, το σίγουρο είναι ότι δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν».


