1821 – Σελίδα 4 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Η ιστορία του ελληνικού έθνους και της ελληνικής Επαναστάσεως

  25/03/2009 | Σχολιασμός

Τρία ιστορικά έργα (τα οποία ίσως δεν θα πρέπει να λείπουν από καμία ηλεκτρονική βιβλιοθήκη), μέσα απ’ τα οποία γίνεται προσπάθεια καταγραφής ενός σημαντικότατου και καθοριστικού σημείου της ιστορίας των Ελλήνων:

Σπυρίδων Τρικούπης – Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως
Ο Σπυρίδων Τρικούπης ήταν επιφανής πολιτικός, διπλωμάτης, ρήτορας, λόγιος, ποιητής και ιστοριογράφος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και γεννήθηκε το 1788 στο Μεσολόγγι, όπου διδάχθηκε τα εγκύκλια γράμματα στην περιώνυμη Σχολή των Παλαμάδων. Στην συνέχεια μετέβη στην Πάτρα, όπου έμαθε Αγγλικά, Ιταλικά και Γαλλικά, εργαζόμενος παράλληλα ως γραμματέας του εκεί γενικού προξένου της Αγγλίας. Με υποτροφία του κόμη Γκίλφορντ, σπούδασε επί εξαετία φιλολογία και φιλοσοφία στη Ρώμη και στο Παρίσι.
Ο Σπυρίδων Τρικούπης συγκαταλέγεται στους εξέχοντες Έλληνες του περασμένου αιώνα. Η ζωή του ήταν μια συνεχής προσφορά στην αναγεννώμενη Ελλάδα, που την υπηρέτησε στον Αγώνα της ελευθερίας και ύστερα ως πολιτικός ηγέτης, βουλευτής, υπουργός, πρέσβης. Ως πολιτικός στάθηκε πατριώτης, μετριοπαθής,αποστρεφόταν τις βίαιες λύσεις.
Ως ρήτορας, εξάλλου, υπήρξε έξοχος και δίκαια αποκλήθηκε εθνικός ρήτορας του Αγώνα για τις νεκρολογίες των επίσημων αγωνιστών και τους πανηγυρικούς του στις επετείους των μεγάλων μαχών της Επανάστασης. Οι περισσότεροι λόγοι του, αν και αυτοσχέδιοι, θεωρούνται σήμερα ως μνημεία της νεοελληνικής ρητορικής τέχνης. Το 1829 εκδόθηκε στην Αίγινα το βιβλίο του με τίτλο «Λόγοι Επικήδειοι και Επινίκειοι».
Αλλά και ως ποιητής ο Τρικούπης ήταν σημαντικός. Λάτρης της δημοτικής μας ποίησης μετέφρασε στην δημοτική τον Θούριο του Τυρταίου, έγραψε τραγούδια όπως τον Δήμο και την Λίμνη του Μεσολογγίου και κατά γενική αναγνώριση υπήρξε εκείνος ο οποίος προέτρεψε τον Σολωμό να εγκαταλείψει τα ιταλόγλωσσα σχέδιά του και να γράψει στίχους στη Νεοελληνική. Η πρώτη ποιητική εμφάνιση του Τρικούπη έγινε στο Παρίσι το 1821, όπου δημοσίευσε τον Δήμο, κλέφτικο τραγούδι σε 250 ομοιοκατάληκτους στίχους.
Ωστόσο, η κύρια και ουσιαστική προσφορά του στην ελληνική γραμματεία παραμένει αναμφίβολα η έκδοση της τετράτομης Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1851 και η οποία επανεκδόθηκε έκτοτε πολλές φορές. Το έργο αυτό αποτελεί ακόμη και σήμερα άριστο βοήθημα και πολυτιμότατη πηγή για την μελέτη της Επανάστασης, λόγω της σαφήνειας, του ύφους και της αντικειμενικής και ευσυνείδητης προσπάθειας του συγγραφέα του.

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος – Ιστορία του ελληνικού έθνους
O Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815–1891) ήταν ιστορικός που χαρακτηρίζεται από τους σύγχρονους ιστορικούς ως ο «πατέρας» της ελληνικής ιστοριογραφίας. Είναι ο θεμελιωτής της αντίληψης της ιστορικής συνέχειας της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως σήμερα, αφού καθιέρωσε στην διδασκαλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών την τριμερή διαίρεση της ελληνικής ιστορίας (αρχαία, μεσαιωνική και νέα) και επιδίωξε να αναιρέσει τις κυρίαρχες εκείνη την εποχή απόψεις ότι η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν περίοδος παρακμής και εκφυλισμού που δεν αναγνωριζόταν ως τμήμα της ελληνικής ιστορίας. Πιστεύεται ότι έθεσε τις βάσεις για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας της νεοελληνικής κοινωνίας.
Το 1860 ξεκίνησε η έκδοση της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», έργου που τον καθιέρωσε στον επιστημονικό χώρο. Ο Παπαρρηγόπουλος, στο έργο του αυτό, που η έκδοσή του τέλειωσε το 1876, παρουσιάζει την Ελλάδα στην αρχαιότητα, στα βυζαντινά χρόνια, στην περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας και στα χρόνια της Επανάστασης (ας σημειωθεί ότι το 1843 ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ήταν παρών ως πρακτικογράφος στη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη). Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος συνέδεσε ιστορικά την αρχαιότητα με τη νεότερη Ελλάδα μέσω του Βυζαντίου. Ως εναρκτήριο σημείο του Νέου Ελληνισμού προσδιόρισε το 1204, δηλαδή την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους. Διαφώνησε με τον Γερμανό ιστορικό Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράιερ, ο οποίος στο έργο του «Ιστορία της χερσονήσου του Μωρέως κατά τον Μεσαίωνα» (1830 και 1836) υποστήριζε ότι ο ελληνικός πληθυσμός είχε εξαφανιστεί τον 6ο μ.Χ., ύστερα από την κάθοδο σλαβικών φύλων, επομένως οι νεότεροι Έλληνες δεν είχαν καμία φυλετική συγγένεια με τους αρχαίους. Μεγάλη μερίδα λογίων της εποχής κατέκρινε την προσπάθεια του Παπαρρηγόπουλου να «ενσφηνώσει» το Βυζάντιο, στο οποίο κυριαρχούσε η θρησκοληψία και η δεισιδαιμονία, ανάμεσα στην αρχαία και νεότερη Ελλάδα, πηγαίνοντας στο άλλο άκρο από τον Φαλμεράιερ και δεν ονομάστηκε τυχαία «εθνικός μας ιστοριογράφος». Ο Παπαρρηγόπουλος επιχειρηματολόγησε, εξετάζοντας κυρίως τον λαϊκό πολιτισμό, δηλαδή τα έθιμα, τη γλώσσα κ.α. Παρ’ όλα αυτά, η αντικειμενικότητα του Παπαρρηγόπουλου, τουλάχιστον όσον αφορά αυτή την ιστορική περίοδο, αμφισβητείται αρκετά. Ο Παπαρρηγόπουλος εντάσσεται στη ρομαντική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα υπό την έννοια ότι η δουλειά του περιέχει εθνικά και ιδεολογικά στοιχεία. Το έργο του είναι σημαντικό για την ελληνική ιστοριογραφία. Το μήνυμά του είχε ανταπόκριση στην ελληνική κοινωνία της εποχής γιατί ανταποκρινόταν στις ανάγκες της και για αυτό υιοθετήθηκε από την πολιτεία ως ιδεολογικό στοιχείο του προγράμματος οικοδόμησης εθνικής ταυτότητας. Η επιτομή της «Ιστορίας του ελληνικού έθνους» του Παπαρρηγόπουλου σε πολλές από τις επανεκδόσεις της συμπληρώθηκε με στοιχεία που αφορούσαν την αρχαία ελληνική και τη νεότερη ιστορία. Οι προσθήκες αυτές ενσωματώθηκαν στο αρχικό κείμενο του Παπαρρηγόπουλου χωρίς να αλλοιώνεται το ύφος του συγγραφέα.

Διονύσιος Κόκκινος – Η Ελληνική Επανάστασις
Ο Διονύσιος Κόκκινος ήταν ιστορικός και λογοτέχνης. Γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας. Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών αλλά διέκοψε τις σπουδές του για να ασχοληθεί με την ιστορία και τη λογοτεχνία. Υπηρέτησε ως οπλίτης κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Ασχολήθηκε με την συγγραφή της Επανάστασης του 21. Έγραψε 250 διηγήματα διάσπαρτα σε διάφορες εφημερίδες. Εξέδωσε την εφημερίδα «Μέλλον» και εργάσθηκε στις εφημερίδες Ακρόπολη, Καθημερινή, Πατρίδα, Πρωτεύουσα, Ελληνική, Πρωΐα και Έθνος. Επίσης διετέλεσε διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης ενώ εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1955. Η «Ελληνική Επανάστασις» δεν αποτελεί μόνο έργο επιστημονικό και ιστορικό, αλλά και λογοτεχνικό, όπου τα γεγονότα περιγράφονται χωρίς υπερβολές και τόσο ζωντανά, ώστε νομίζεις ότι βλέπεις τη δράση και ακούς τα ίδια πρόσωπα να μιλούν.

Λήψη αρχείου (1.24 GB)
Κατεβάστε το αρχείο από το RapidShare

Σημείωση: Και τα 3 έργα βρίσκονται σε 1 αρχείο, το οποίο είναι χωρισμένο σε 7 μέρη. Θα πρέπει να κατεβάσετε όλα τα αρχεία και μετά να αποσυμπιέσετε μόνο το αρχείο Istoria.zip.

Πηγές
Κείμενο: el.wikipedia.org | culture.ana.gr | vivl-nafpakt.westnet.gr | e-shop.gr | protoporia.gr | chronologio.uoa.gr

Τα Απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 εώς τα 1836)

  23/03/2009 | Σχολιασμός

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης«Εγεννήθηκα στα 1770.
Όταν εγλύτωσα από την Καστάνιτζα είμουν χρονών 10.
Διαμονή Μάνης χρόνια 2.
Εις την Αλωνίσθενα χρόνια 3.
Εις τα Σαμπάσικα χρόνια 12.
Εποχή της νεότητος, 5 χρόνια ανύπανδρος και άλλους 7 χρόνους υπανδρευμένος· 27 χρόνους είχα όταν με επρωτοκυνήγησαν.
Αρματωλός και κλέφτης αλληλοδιαδόχως χρόνια 5.
Φερμάνι Βασιλικό διά εμένα και τον Πετιμεζά στα 1802.
Το δεύτερο φερμάνι τον Ιανουάριον 1806, και το Πατριαρχικό Συνοδικό.
36 χρόνων ήμουν όταν επήγα εις την Ζάκυνθο.
50 χρόνους είχα όταν εβγήκα εις την επανάστασι»
.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης – Απομνημονεύματα.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο «Γέρος του Μοριά», Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε στον λόγιο Γεώργιο Τερτσέτη τα «Απομνημονεύματά» του, τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση και ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της νεοελληνικής γραμματείας.

Τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη αποτελούν τη μια εκ των τριών προφορικών αφηγήσεων αγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνα του ’21, που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης. Η κομβική για τον αγώνα μορφή του Κολοκοτρώνη κατέχει περίλαμπρη θέση στο πάνθεον των ηρώων της νεώτερης ελληνικής ιστορίας ενώ, τα απομνημόνευματά του φέρουν τη θέρμη του ανθρώπου που δεν είναι μονάχα αυτόπτης, αλλά και πρωταγωνιστής των γεγονότων που ιστορεί. Η μαρτυρία του, θα είχε χαθεί αν ο Επτανήσιος ποιητής και δικαστής δεν τον έπειθε να ιστορήσει τα έργα του.

Οι δυο άνδρες είχαν συνδεθεί κατά τη διάρκεια της γνωστής δίκης (1834), όταν η βαυαρική αντιβασιλεία θέλησε, για πολιτικούς λόγους να καταδικάσει σε θάνατο τον «Γέρο του Μοριά» και ο Τερτσέτης που ήταν ένας από τους δικαστές, αρνήθηκε να υπογράψει τη θανατική του καταδίκη. Με την επιχειρηματολογία του κατόρθωσε να κάμψει τις αντιρρήσεις και τους δισταγμούς του αναλφάβητου Γέρου, ενώ σχετικά με τα λίγα γράμματα που γνώριζε, ο Τερτσέτης συνήθιζε χαρακτηριστικά να λέει: «Λες δεν ηξεύρεις γράμματα και πολλά ηξεύρεις. Τα λόγια είναι γράμματα! Μίλειε κι εγώ γράφω!».

Έτσι, το 1851, εκδίδεται η «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 εώς τα 1836».

Τα «Απομνημονεύματα» που ο Κολοκοτρώνης υπαγόρεψε στον Γεώργιο Τερτσέτη, ξεχωρίζουν ως κειμήλιο λόγου, πατριωτισμού, παρατηρητικότητας, απλότητας, ζωντάνιας και αγνής λαϊκής θυμοσοφίας
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Τα Απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη

  22/03/2009 | Σχολιασμός

Τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη«Αδελφοί αναγνώστες!

Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου (αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα, -από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις το ‘Αργος- και ακολουθώ αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά.

Ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά στα γραφόμενα, και… τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης. Μπαίνοντας εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και ‘διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από ‘μάς τους στρατιωτικούς, αγαναχτώντας και εγώ απ’ ούλα αυτά, ότι ζημιώσαμε την πατρίδα μας πολύ και χάθηκαν και χάνονται τόσοι αθώοι άνθρωποι, σημειώνω τα λάθη ολωνών και φτάνω ως την σήμερον, οπού δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και πατριωτισμόν και είμαστε σε τούτην την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να χαθούμεν».
Εισαγωγή των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη.

Ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης (1797-1864) είναι ένας από τους πρωταγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα. Αλλά και μετά την απελευθέρωση εξακολούθησε να αγωνίζεται εναντίον της απολυταρχίας και είναι ο κύριος εμπνευστής και ο αρχηγός του κινήματος της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσει η Ελλάδα το πρώτο της σύνταγμα (1843). Σε ηλικία 33 ετών μαθαίνει γράμματα, για να γράψει «τον βίο του», όπως λέει ο ίδιος. Άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του από το 1829 και φτάνουν χρονολογικά έως το 1850. Το 1852 συνελήφθη με την κατηγορία ότι σχεδίαζε δολοφονία του Όθωνα και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή του όμως μετατράπηκε και στα 1854 αφέθηκε ελεύθερος. Μετά την αποφυλάκισή του, ολοκλήρωσε τα απομνημονεύματά του. Πρόκειται για ένα αληθινό λογοτεχνικό εντρύφημα, γραμμένο σε λαϊκό ύφος, γλαφυρότατο και ανεπανάληπτο.

Τα χειρόγραφά του τα ανακάλυψε στο βάθος ενός…τενεκέ*, το 1900, τα αποκατέστησε με πολύ κόπο, τα σχολίασε και τα εξέδωσε (1907) ο λογοτέχνης Γιάννης Βλαχογιάννης. Αργότερα αυτό το έργο τράβηξε την προσοχή των πνευματικών ανθρώπων του τόπου μας όχι μόνο για τις ιστορικές πληροφορίες που περιέχει και για το αγνό πατριωτισμό που το διαπνέει, αλλά και γιατί φανερώνει ένα πηγαίο και δυνατό πεζογραφικό ταλέντο με πολλές αφηγηματικές αρετές. Το απλό και ανεπιτήδευτο ύφος του θεωρήθηκε υποδειγματικό και πολλοί από τους αξιόλογους λογοτέχνες μας, με πρώτο τον Σεφέρη, αναγνωρίζουν το Μακρυγιάννη για δάσκαλό τους. Και είναι πραγματικά, γιατί ο Μακρυγιάννης αποτελεί την καθαρότερη έκφραση του λαού.

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, προλογίζοντας τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, επισημαίνει, ορθά, πως ο στρατηγός «γράφη τρόπον τινά διά της σπάθης και ουχί διά της γραφίδος». Και ο τρόπος γραφής του είναι «σύμφωνος προς τον φυσικόν και ηθικόν χαρακτήρα του Μακρυγιάννη, ούτινος το ελάττωμα ή το προτέρημα, κατά περίστασιν, εν πολέμω και εν ειρήνη, εν έργω και εν λόγω, υπήρξεν ο οργή».

Τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, εκτός του ότι αποτελούν σημαντικότατη, μοναδική και πολυτιμότατη ιστορική πηγή, συγχρόνως είναι και μια διαρκής υπόμνηση προς όλους τους Νεοέλληνες ότι πρέπει πάντοτε, πέρα από πάθη και αντιθέσεις, να προτάσσουν για το καλό της πατρίδας το «εμείς» αντί του «εγώ».

* Η οικογένεια Μακρυγιάννη δεν ήξερε την ύπαρξη των Απομνημονευμάτων. Ο Βλαχογιάννης, οδηγημένος από κάποια πληροφορία που είχε βρει σε κάποιο παλιό βιβλίο ή χειρόγραφο (δεν θυμάται πια) αποτάθηκε στο συνταγματάρχη Κίτσο Μακρυγιάννη, γιο του στρατηγού, και τον παρακίνησε να ψάξει. Σε καμιά δεκαπενταριά μέρες ο Κίτσος τον ειδοποίησε πως είχε βρει ένα χειρόγραφο, χωμένο σ’ ένα τενεκέ παραριγμένο σε μια απόμερη γωνιά του σπιτιού. Το χειρόγραφο ήτανε μουχλιασμένο από την υγρασία, μα δεν είχε ακόμα αποσυντεθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι θαύμα πως διατηρήθηκε απάνω από πενήντα χρόνια
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Παπαφλέσσας (1788-1825) – Ο Λεωνίδας της Επανάστασης του 1821

  22/03/2009 | Σχολιασμός

Παπαφλέσσας«Θα πολεμήσω τον Ιμπραήμ και θα πεθάνω ή θα νικήσω…».
Παπαφλέσσας.

Ο Παπαφλέσσας ήταν κληρικός, πολιτικός, φλογερός κι ενθουσιώδης αγωνιστής, ήρωας αλλά και πρωτεργάτης της Eλληνικής Επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε στην Πολιανή Μεσσηνίας το 1788 και ήταν το 28ο παιδί του Δημητρίου Φλέσσα και της Κωνσταντίνας Ανδροναίου, δευτέρας συζύγου του Δημητρίου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Φλέσσας.

Φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, και μόνασε στο μοναστήρι της Παναγιάς της Βελανιδιάς, στην Καλαμάτα. Όταν χειροτονήθηκε ιερομόναχος έλαβε το εκκλησιαστικό όνομα Γρηγόριος (Γρηγόριος Φλέσσας, παπάς=Γρηγόριος Παπαφλέσσας). Εξαιτίας του χαρακτήρα του και επειδή ήρθε σε σύγκρουση με τους Τούρκους, εγκατέλειψε την Πελοπόννησο, απειλώντας (σύμφωνα με τα απομνημονεύματα Φωτάκου) «Βρε κερατάδες Τούρκοι να πάτε πίσω εις τον αφέντην σας τον κερατά, να του ειπείτε ότι εγώ φεύγω δια την Πόλιν, και δεν θα γυρίσω πίσω απλούς καλόγηρος. Ή δεσπότης θα έλθω, ή πασάς».

Μετέβη στην Ζάκυνθο, και αργότερα πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄και έλαβε το εκκλησιαστικό οφφίκιο του «Δικαίου», που σημαίνει αντιπρόσωπος του Πατριάρχη.

Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως, πως ο ιδιωτικός βίος του Παπαφλέσσα, κάθε άλλο παρά συμβάδιζε με το σχήμα της ιεροσύνης, το οποίο τον περιέλαβε. Κατηγορούνταν -και μάλλον όχι αβάσιμα- ως «έκδοτος στις ηδονές, με μανιώδη ροπή προς τον έκλυτο βίο», άσωτος, ασύδοτος, αλαζών, μέθυσος κι ότι γλεντοκοπούσε και ξόδευε στα φανερά με τις ερωμένες του προκαλώντας την κοινή γνώμη. Αργότερα, ο αγωνιστής Κανέλλος Δεληγιάννης, θα έλεγε χαρακτηριστικά: «Ο Παπαφλέσσας, ένεκα της ασελγείας και της θηλυμανίας του κατήντησε το κατάστημα του υπουργείου του πορνοστάσιον και εσύναξεν όλους τους ασώτους και μπιριμπάντας και έπραττεν εις τους δυστυχείς κατοίκους τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα». Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, αναφέρεται κι αυτός στον Παπαφλέσσα, μέσα από τα απομνημονεύματά του, με αρνητικό τρόπο, τόσο για τον ιδιωτικό βίο, όσο και για τις επαναστατικές του ενέργειες: «Όθεν οι μεν Πελοποννήσιοι έμειναν εν αμηχανία περί του πρακτέου, βλέποντες το παράκαιρον και ανέτοιμον· ο δε Δικαίος, άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος, περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τίνι τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του Έθνους, δια να πλουτίση εκ των αρπαγών, τους εβεβαίωνεν, ότι είναι τα πάντα έτοιμα».
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία· ήτοι λόγος περί Ελευθερίας (1806)- Ένα επαναστατικό κείμενο κόλαφος, για τον παρασιτικό, κατάπτυστο και προδοτικό ρόλο της ελληνικής Εκκλησίας σε βάρος των σκλαβωμένων Ελλήνων

  18/03/2009 | Σχολιασμός

Η «Ελληνική Νομαρχία» είναι μια επαναστατική και ιδεολογική προκήρυξη και αποτέλεσε μεγάλο σταθμό για την εθνική αφύπνιση των σκλαβωμένων Ελλήνων και στο ξετύλιγμα της νεοελληνικής σκέψης και λογοτεχνίας αλλά και της εθνικοαπελευθερωτικής επαναστατικής οργάνωσης. Γράφτηκε γύρω στα 1806 και τυπώθηκε τον ίδιο χρόνο πιθανόν στη Μπολόνια της Ιταλίας.

Η ταυτότητα του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» παραμένει μέχρι σήμερα ένας αξεδιάλυτος γρίφος. Ο πλήρης τίτλος του έργου είναι «Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, ήτοι λόγος περί Ελευθερίας». Μάλιστα ο «Ανώνυμος» είναι γραμμένος ανορθόγραφα στο πρωτοσέλιδο (Ανόνιμος), με τρόπο που προκαλεί επιπλέον ερωτηματικά στους μελετητές. Έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί πολλές υποθέσεις για την αποκρυπτογράφηση του ψευδώνυμου «Ανώνυμος ο Έλλην». Πρώτος ο Α. Π. Βρεττός το 1857 απέδωσε στον έμπορο Σπυρίδωνα Σπάχο από τα Γιάννενα το έργο, με την παρατήρηση μάλιστα ότι τυπώθηκε στο Άμστερνταμ και όχι στην Ιταλία. Σε λίγα χρόνια επαναλαμβάνει την ίδια υπόθεση ο Κ. Ν. Σάθας (1868). Τον επόμενο χρόνο ο Σάθας αλλάζει άποψη και υποδεικνύει ως συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» τον Ιωάννη Κωλέττη, ενώ ως τόπο έκδοσης εντοπίζει την Πίζα της Ιταλίας. Από τότε έχουν μεσολαβήσει πάμπολλες προσπάθειες ερευνητών να καταλήξουν σε μια οριστική λύση του γρίφου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έχουν υποδειχθεί ακόμα ο Χριστόφορος Περραιβός, ο Αθανάσιος Ψαλίδας, ο Δημήτριος Γουζέλης, ο Φορέστης, ο Ταγιαπέρας, ο Κορίνθιος γιατροφιλόσοφος Γεώργιος Καλαρά και τέλος, ο Βαλέτας που το 1949 βγάζει το συμπέρασμα ότι συγγραφέας είναι ο Ηπειρώτης γιατροφιλόσοφος Ιωάννης Πασχάλης Δονάς. Στις 20/4/1978 παρουσιάστηκε στην Ακαδημία Αθηνών η άποψη της Μαρίας Μαντουβάλου ότι συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» ήταν ο ίδιος ο Κοραής. Αυτή την άποψη αντέκρουσε το 1985 ο Ν.Β. Τωμαδάκης. Η πιο πρόσφατη σχετική μονογραφία είναι του Κώστα Παπαχρήστου («Ποιος έγραψε την Ελληνική Νομαρχία», Εστία, Αθήνα 1987), ο οποίος υποδεικνύει ως συγγραφέα τον Κορίνθιο Γεώργιο Καλαρά.

Είναι όμως και πολύ πιθανό το βιβλίο -αφιερωμένο στον Ρήγα- να γράφτηκε από ολόκληρη συντροφιά επαναστάτες και φίλους του Θεσσαλού εθνομάρτυρα που είχαν καταφύγει στο Λιβόρνο της Ιταλίας -σοβαρό επαναστατικό κέντρο της εποχής εκείνης. Άλλωστε δεν έχει τόση σημασία ποιος είναι ο συγγραφέας. Ίσως καλύτερα που είναι ανώνυμος. Γιατί έτσι συμβολίζει πιο καλά τον «ανώνυμο Έλληνα», τον κάθε Έλληνα που πονούσε για την κατάντια του τόπου του, ονειρευόταν και πάλευε για την απελευθέρωσή του. Η ψυχή του άγνωστου συγγραφέα είναι γεμάτη Ελληνισμό, ανθρωπιά και αγωνιστικό πνεύμα.

«ΝΟΜΑΡΧΙΑ» είναι, κατά τον συγγραφέα, η φιλόνομη πολιτεία η οποία, έλεγε, για να συσταθεί, πρέπει να προηγηθεί η απόκτηση της ελευθερίας. «Ιδού, λοιπόν, πόσον αναγκαία είναι η ελευθερία εις τον άνθρωπον, διά να γνωρίσει το είναι του. Ο δούλος, αδελφοί μου, δεν γίνεται ποτέ ελεύθερος, αν δεν γνωρίσει τι εστί η ελευθερία, και όστις αγνοεί την ελευθερία, αγνοεί το είναι του. Ο δούλος ποτέ δεν στοχάζεται ότι είναι όμοιος με τον κύριόν του, αλλά είναι σχεδόν βέβαιος ότι αυτός πρέπει να είναι δούλος και εκείνος κύριος», γράφει. Βλέπει, τοποθετεί και λύνει το πρόβλημα της επανάστασης και της απελευθέρωσης με τον πιο ρεαλιστικό και θετικό τρόπο. Θεωρεί ότι ο καιρός έχει ωριμάσει (και πραγματικά το 1806 οι συνθήκες, ντόπιες και διεθνείς, για μια εξέγερση είναι ακόμη και από το 1821 πιο ευνοϊκές). Καθορίζει τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης και ξεκαθαρίζει ότι η εξέγερση του Ελληνισμού μπορεί και πρέπει να στηριχτεί στις δικές του αποκλειστικά δυνάμεις και να μην υπολογίζει στους ξένους, όπως υπολόγιζε κυρίως ο Κοραής -στους Γάλλους- και ίσαμ’ ένα βαθμό και ο Ρήγας. Επίσης ξεσκεπάζει και μαστιγώνει αλύπητα τους εχθρούς της επανάστασης, τους εκμεταλλευτές του λαού, τον κλήρο, τους Φαναριώτες, τους κοτζαμπάσηδες και πολλούς ξενιτεμένους Έλληνες -εμπόρους, δάσκαλους κλπ. Απ’ αρχής μέχρι τέλους το βιβλίο είναι ποτισμένο από πόνο και αγάπη για το βασανισμένο λαό, μίσος για τους τυράννους και αγανάχτηση γι’ αυτούς, που συμμαχώντας με τους Τούρκους, εμπόδιζαν την επανάσταση.

Πρώτη φορά η νεοελληνική σκέψη έβγαλε ένα δημιουργικό έργο, γεμάτο πνοή και δημοκρατισμό, που δεν εξηγεί μόνο το νεοελληνικό κατάντημα της εποχής εκείνης, αλλά φωτίζει και το σωστό δρόμο για μια επαναστατική αλλαγή. Και πολλά κομμάτια του βιβλίου αυτού στέκονται ακόμη και σήμερα, σαν αθάνατα μνημεία της νεοελληνικής σκέψης και τέχνης του λόγου.

Για την Εκκλησία και τους «κύκλους» της, η «Ελληνική Νομαρχία», είναι έργο του «πράκτορα του Ναπολέοντα, Κοραή, κατά της Ρωμηοσύνης», ενώ εκφράζεται και η…απορία «Πώς προκύψαμε από Ρωμηοί: “Έλληνες”;». Το κείμενο θεωρείται «ρατσιστικό», γεμάτο «φανατισμό, ύβρεις και υπερβολές και δεν βοήθησε στην Επανάσταση, που την έκανε ο ελληνικός λαός με τους…ποιμένες του»(!!!) και τα περί «εθελοδουλείας», μυθεύματα και «χυδαιότητες» που προσπάθησαν να μολύνουν τον λαό του Θεού,(…) συρρικνώνοντας «όσο δεν παίρνει άλλο την Ρωμηοσύνη. Την χαντάκωσαν». Κι όλα αυτά, όταν κοινό μυστικό αποτελεί το γεγονός ότι οι ρασοφόροι καταπίεζαν αγρίως τους Έλληνες από κοινού με τους Τούρκους και τους κοτζαμπάσηδες (τους «χριστιανούς πασάδες» όπως του αποκαλούσε ο λαός) και επέβαλαν άγρια φορολογία. Ο κάθε χριστιανός ήταν υποχρεωμένος να δίνει το 1/3 του εισοδήματός του (!) στην Εκκλησία, η δε κατοχή άνω του 1/3 περίπου της υποδουλωμένης γης από το Πατριαρχείο και τα μοναστήρια, είχε μετατρέψει κατ’ ουσία τους περισσότερους Έλληνες σε δουλοπάροικους αυτών των, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του επαναστάτη της Άνδρου Δημήτρη Μπαλή, «τουρκαρχόντων». Αυτή η άγρια ληστεία θεωρείτο βεβαίως «τακτική» ή «κανονική» ή «χρονιάτικη», διότι η τρομερή αλήθεια είναι πως υπήρχαν συχνά-πυκνά και «έκτακτες» τέτοιες. Στην «κανονική» φορολογία, προστίθεντο απανωτές «αρπαχτές» των ρασοφόρων, όπως τα περιβόητα «εμβατίκια», «φιλότιμα», «ζητείαι», «συνοικέσια», «δίσκοι», «λειτουργικά», «παρρησίαι», «προθέσεις», «ψυχομερίδια» και άλλα ανάλογα, που επιπροσθέτως συμπληρώνονταν συχνά από τις λεγόμενες «απανταχούσες» για έκτακτη οικονομική ενίσχυση («παραμυθία των χρεών» κατά την εκκλησιαστική ορολογία) των δεσποτάδων και των λοιπών στελεχών του μαύρου εσμού.

Υπό αυτά τα δεδομένα, γίνεται βεβαίως ευκόλως κατανοητό το γιατί οι ρασοφόροι εξαρχής στάθηκαν εχθρικοί απέναντι στην όποια προσπάθεια εθνικής απελευθέρωσης. Μη θέλοντας να διακινδυνεύσει αυτή η τρομακτική ασυδοσία τους, ιδίως υπό την απειλή των αντικληρικαλιστικών και γιακωβίνικων ιδεών που τότε κυριαρχούσαν στους επαναστατικούς κύκλους της Ευρώπης, οι πονηροί ρασοφόροι εκτός του ότι κατεδίωκαν συλλήβδην ως «άθεο» όποιον χρησιμοποιούσε απλώς την λέξη «Ελευθερία» (βλ. σχετική αναφορά στην «Ελληνική Νομαρχία»), συνιστούσαν στους αγράμματους πιστούς πάντα τυφλή πίστη στον Χριστό και υποταγή στον Σουλτάνο, συχνά μάλιστα με απίθανα θρασείς παραινέσεις όπως η παρακάτω που διασώζεται στην «Ελληνική Νομαρχία»:
«Ο Θεός αδελφοί, μας έδωσεν την τυραννίαν εξ αμαρτιών μας, και πρέπει, αδελφοί, να την υποφέρωμεν με καλήν καρδίαν και χωρίς γογγυσμόν και να ευχαριστηθώμεν εις ό,τι κάμνει ο Θεός…».

Σ’ αυτό το σημείο, ίσως είναι χρήσιμο να γίνει αναφορά και στον Αθανάσιο τον Πάριο (πραγματικό όνομα Αθανάσιος Τούλιος, το οποίο αντικατέστησε αρχικά με το ψευδώνυμο «Ναθαναήλ Νεοκαισαρεύς» και αργότερα κατέληξε στο «καλλιτεχνικό» ψευδώνυμο «Πάριος», 1722-1813), ο οποίος κήρυττε πάνω απ’ όλα την άρνηση κάθε αντίστασης στον κατακτητή και έδινε θεολογικό υπόβαθρο στη γνωστή ρήση «σφάξε με αγά μου ν’ αγιάσω». Το πρώτο του σχετικό πόνημα ήταν ένας λίβελος κατά του Ρήγα Φεραίου («Ο Νέος Ραψάκης») που έμεινε ανέκδοτο, ενώ σε άλλο βιβλίο που κυκλοφόρησε σε τρεις διαδοχικές εκδόσεις (1798, 1800, 1805) ολοκλήρωσε την πολεμική του κατά του Διαφωτισμού, από τη σκοπιά της ορθόδοξης θεολογίας («Απολογία Χριστιανική»). Εκεί υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι «ούτε γεννώνται ούτε είναι ελεύθεροι» στην κοινωνία, ενώ θεωρούσε ότι η κοσμική ελευθερία είναι απαράδεκτη, εφόσον αναγκαία προϋπόθεσή της είναι η αθεΐα. Μάλιστα εκφράζει τη λύπη του επειδή «ο νόμος της χάριτος δεν συγχωρεί θάνατον την σήμερον» σε όσους κήρυτταν την «πολυθρύλητον και πολυτάραχον ελευθερίαν των δημοκρατικών» και σε όσους «εις τάς σημαίας υψηλά επιγράφουσιν ελευθερία, ισότης […] προς στασιασμούς και δημεγερσίας κατά των κρειττόνων». Ωστόσο, τον παρηγορούσε η δυνατότητα ότι «ημπορεί […] η ποινή να γίνηται εις τα μιαρά εκείνων συγγράμματα, ήτοι να κατακρίνωνται, να στηλιτεύωνται και να καίωνται». Φυσικά, ο Αθανάσιος ο Πάριος (σε αντιδιαστολή με έναν άλλο Αθανάσιο, τον Διάκο), σε ανταμοιβή των αντεθνικών του ιδεών κι ως ένας από τους πιο μαχητικούς εκφραστές του «Αντιδιαφωτισμού», από το 1995 έχει ανακηρυχτεί «άγιος» της Ορθόδοξης Εκκλησίας με απόφαση του Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Το απίστευτο ανθελληνικό αίσχος των ρασοφόρων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως συνεχίζονταν ακόμη και εν έτει 1828, όταν πια δηλαδή η Επανάσταση είχε τελειώσει και η Ελλάδα είχε κανονικό κυβερνήτη, στέλνοντας στον Πόρο 4 μητροπολίτες και τον Μεγάλο Πρωτοσύγκελλο των Πατριαρχείων για να συστήσουν με διάφορες απειλές… υποταγή στον Σουλτάνο(!). Κι όπως ο Αδαμάντιος Κοραής διέγνωσε λίγο αργότερα: «Η ταλαίπωρος Ελλάς δεν ανεστήθη αληθώς, αλλά τάφον μόνον ήλλαξε, και επέρασεν από νεκροθαπτών Τούρκων χείρας εις χριστιανούς νεκροθάπτας…» (1830)
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής