Χριστιανικές διαβολές κατά της αρχαίας Ελλάδας: Η καταγωγή τού Έλληνα κι ο πολιτισμός του (Μέρος 5ο) – Φιλόσοφοι και θρησκεία (β’): Για τις κατηγορίες κατά φιλοσόφων από την αρχαία ελληνική θρησκεία
Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με όσα ισχυρίζονται οι νεο-απολογητές περί διωγμού των φιλοσόφων από το πολυθεϊστικό ιερατείο της αρχαίας Ελλάδος. Παρουσιάζουν λοιπόν διάφορα αποσπάσματα από αρχαία κείμενα για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους.
Εδώ θα εξεταστούν μια προς μία όλες οι παρουσιαζόμενες περιπτώσεις, και θα τις συγκρίνουμε με όσα συνέβαιναν στο θεοκρατικό χριστιανικό Βυζάντιο.
Θα εξεταστεί δηλαδή, αν οι διωγμοί κατά των φιλοσόφων οφείλονται στον «σκοταδισμό» της ελληνικής θρησκείας που το ιερατείο ήθελε να επιβάλλει, ή αν σχετίζονται με άλλους λόγους. Αν αυτά ήταν μεμονωμένες αντεκδικήσεις ή κάτι οργανωμένο και συστηματικό που σκόπευε να εξαφανίσει όλες τις άλλες φωνές ώστε να ακούγεται μόνο η «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια.
Πριν προχωρήσουμε στην απάντηση, καλό θα ήταν να δούμε από τις πηγές ότι η ίδια η χριστιανική Εκκλησία, της οποίας οι νεο-απολογητές είναι υπερασπιστές, επεδίωκε την επιβολή σε αγαστή συνεργασία με την κρατική εξουσία.
Παραθέτονται εδώ κάποια στοιχεία ενδεικτικά.
«Ήρεσεν αιτηθείναι από των ενδοξοτάτων Βασιλέων ίνα τα λείψανα της ειδωλολατρείας μη μόνα τα εν ξοάνοις, αλλά και εν οιοισδήποτε τόποις, ή άλσεσιν, ή δέντροις παντί τρόπω εξαλειφθώσι» (Κανόνας 92, τοπική σύνοδος Καρθαγένης, Πηδάλιο, σ. 414).
Σχόλιο Νικοδήμου αγιορείτου: «Από τον παρόντα κανόνα φαίνεται να δίδεται εκείνη η ευλογία όπου υπεσχέθη ο Θεός να δώση εις τον Ιακώβ, όταν συντρίψη όλα τα λείψανα των ειδώλων. “Αύτη εστίν η ευλογία αυτού, όταν θώσι πάντας τους λίθους των βωμών κατακεκομμένους ως κονίαν λεπτήν, και ου μη μείνη τα δέντρα αυτών και τα είδωλα αυτών εκκεκομμένα ώσπερ δρυμός μακράν” (Ησαΐας, 27:9)» .
Από το παραπάνω, είναι πασιφανές το τρίπτυχο: Εκκλησία – κρατική εξουσία – Γραφές. Επομένως, δεν είναι αμέτοχη η Εκκλησία στα εγκλήματα των αυτοκρατόρων.
Τα ίδια συμπεραίνει κανείς από την καθολική επιστολή του Κωνσταντίνου που απέστειλε προς τις τοπικές εκκλησίες, και που μας διασώζει ο Θεοδώρητος Κύρου.
«Κωνσταντίνος Σεβαστός ταις εκκλησίαις. Πείραν λαβών εκ της των κοινών ευπραξίας όση της θείας δυνάμεως πέφυκε χάρις, τούτο προ πάντων έκρινα είναι μοι προσήκειν σκοπόν, όπως παρά τοις μακαριωτάτοις της καθολικής εκκλησίας πλήθεσι πίστις μια και ειλικρινής αγάπη ομογνώμων τε περί τον παγκρατή θεόν ευσέβεια τηρήται» (Εκκλ. Ιστορία Θεοδώρητου Κύρου, 1,42).
Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγείται κανείς και από την περίληψη της νομοθεσίας που κάνει ο Φώτιος, στο «Σύνταγμα Κανόνων».
«Τα συγγράμματα του Πορφυρίου και άλλων εναντίον των χριστιανών να καίγονται, καθώς και του Νεστορίου και όσα δεν συμφωνούν με τις συνόδους της Νικαίας και της Εφέσου και με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, από των οποίων την πίστη δεν πρέπει να παρεκκλίνομε, ενώ όσοι έχουν τα βιβλία που είπαμε και τα διαβάζουν να τιμωρούνται με την έσχατη ποινή. Οι αστρολόγοι που δεν καίνε τα βιβλία τους μπροστά στους επισκόπους και δεν προσέρχονται στην ορθοδοξία να απομακρύνονται από όλες τις πόλεις, και όταν βρεθούν μέσα στις πόλεις να εξορίζονται. Όσα έγραψε ο Νεστόριος κατά της συνόδου της Εφέσου δεν επιτρέπεται να τα έχει κανείς ή να τα διαβάζει ή να αντιγράφονται, αλλά να καίγονται. Στην συζήτηση για την πίστη δεν πρέπει να αναφέρονται, ούτε πρέπει να γίνονται δεκτοί σε οιοδήποτε ιδιωτικό μέρος· όποιος παραβαίνει το νόμο υποβάλλεται σε δήμευση. Οι Νεστοριανοί δεν λέγονται χριστιανοί, αλλά Συμωνιακοί, όπως και οι Αρειανοί λέγονται Πορφυριανοί. Σε κανέναν δεν επιτρέπεται να γράφει εναντίον της συνόδου της Χαλκηδόνος ή να διαβάζει ή να υπαγορεύει ή να έχει βιβλία, γιατί εξορίζεται για όλη του τη ζωή, κι όποιος προσέλθει για να μάθει καταβάλλει στο δημόσιο ταμείο δέκα λίτρες, κι όποιος διδάσκει τα απαγορευμένα, τιμωρείται με την έσχατη ποινή. Επίσης όλα τα συγγράμματα του Ευτύχους και του Απολλιναρίου να καίονται, κι αν τα παραβλέψουν αυτά οι άρχοντες ή οι υπηρέτες τους ή οι υπερασπιστές, πληρώνουν πρόστιμο στο δημόσιο ταμείο δέκα λίτρες. Όποιος έχει βιβλία Μανιχαικά και δεν τα φανερώνει για να καούν, τιμωρείται… Όποιοι έχουν τα συγγράμματα του Σεβήρου και δεν τα καίνε, να τους κόβονται τα χέρια» (Άπαντα Μ. Φωτίου, ΕΠΕ 11,σ. 63).
Τέλος, ας δούμε τί νομοθέτησε ο ίδιος ο Ιουστινιανός (1.11.9), που βρίσκεται στο βιβλίο «Αντιπαγανιστική νομοθεσία» σε μετάφραση της Α. Καμαρά (σ. 153).
«Διατάζουμε τους άρχοντές μας, τόσο στη βασιλίδα πόλη όσο και στις επαρχίες, να επιτρέπουν στις επαρχίες, αλλά και σε όσους διδάσκονται από τους θεοφιλέστατους επισκόπους, να αναζητούν σύμφωνα με το νόμο όλες τις περιπτώσεις ασέβειας υπέρ της ελληνικής θρησκείας, έτσι ώστε να μην συμβαίνουν, αλλά και, αν συμβαίνουν, να τιμωρούνται. […] ανακοινώνουμε σε όλους ότι εκείνοι μεν που έχουν γίνει χριστιανοί και έχουν αξιωθεί το άγιο και σωτήριο βάπτισμα, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, αν φανούν ότι επιμένουν στην πλάνη των Ελλήνων, θα υποβληθούν στην έσχατη των ποινών. Όσοι όμως δεν έχουν αξιωθεί ακόμη το σεβαστό βάπτισμα, θα πρέπει να φανερωθούν είτε σε αυτή την πόλη, τη Βασιλεύουσα, είτε στις επαρχίες, και να πάνε στις ιερότατες εκκλησίες μαζί με τις συζύγους τους και τα παιδιά τους και όλα τα μέλη του οίκου τους και να διδαχθούν την αληθινή πίστη των χριστιανών. Έτσι αφού διδαχθούν και αποβάλλουν μια για πάντα την πλάνη που τους διακατείχε προηγουμένως, θα πρέπει να ζητήσουν το σωτήριο βάπτισμα. Διαφορετικά ας γνωρίζουν ότι αν παραμελήσουν να το κάνουν, δεν θα έχουν κανένα πολιτικό δικαίωμα, ούτε θα τους επιτραπεί να είναι ιδιοκτήτες περιουσίας, ούτε κινητής ούτε ακίνητης. Θα τους αφαιρεθούν τα πάντα και θα εγκαταλειφθούν στην ένδεια και επιπλέον, θα υποβληθούν στις έσχατες τιμωρίες».
Πριν λοιπόν κουνήσουν το δάκτυλο, καλό θα ήταν να πληροφορήσουν τους χριστιανούς αναγνώστες τους περί των…«κατορθωμάτων» της θρησκείας τους.
Επειδή στο απολογητικό άρθρο αναφέρονται πολλά τα οποία πρέπει να αναιρεθούν διότι υποστηρίζουν το ψεύδος, και εξαιτίας του χώρου, οι απαντήσεις στις ενότητες «Τι έλεγαν οι φιλόσοφοι για την πίστη» και «Φιλόσοφοι που καταδικάστηκαν ή κατηγορήθηκαν», θα δοθούν ξεχωριστά σε επόμενα άρθρα.
α) Για τις κατηγορίες κατά φιλοσόφων από την αρχαία ελληνική θρησκεία.
Οφείλονται άραγε σε μισαλλοδοξία ή σε άλλους λόγους;
Στο προηγούμενο άρθρο (Απάντηση στο άρθρο «Οι διωγμοί των φιλοσόφων από τους πολυθεϊστές»), είχαν δοθεί απαντήσεις στους απολογητικούς ισχυρισμούς. Καλό θα ήταν κανείς να ανατρέξει σε αυτό, καθώς κάποιοι ισχυρισμοί τους επαναλαμβάνονται και εδώ. Στις παραθέσεις είναι το άρθρο των νεο-απολογητών.
Πρωταγόρας
Πρωταγόρας: «διὰ ταύτην δὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ συγγράμματος ἐξεβλήθη πρὸς Ἀθηναίων· καὶ τὰ βιβλία αὐτοῦ κατέκαυσαν ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὑπὸ κήρυκι ἀναλεξάμενοι παρ’ ἑκάστου τῶν κεκτημένων» [Μτφρ: Εξαιτίας της δήλωσης του Πρωταγόρα στο βιβλίο του Περί θεών ότι δεν ξέρει αν υπάρχουν θεοί, οι Αθηναίοι τον έδιωξαν από την πόλη και ΕΚΑΨΑΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ στην Αγορά, αφού πρώτα έβγαλαν κήρυκα και ΤΑ ΜΑΖΕΨΑΝ ΕΝΑ-ΕΝΑ από όσους είχαν αντίτυπα] (Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων βίοι, IX 52, Το αυτό λένε και οι: Φιλόστρατος, Βίοι Σοφιστών, I 10, 3˙ Ησύχιος, Ονοματολόγος˙ Σέξτος Εμπειρικός, Προς μαθηματικούς, IX 55). «Κι ο Πρωταγόρας ως γνωστόν εξορίστηκε» (Πηγές: Πλούταρχου, Νικίας, 23· Φιλόστρατος, Βίοι Σοφιστών, I 10, 3· Ησύχιος, Ονοματολόγος· Σέξτος Εμπειρικός, Προς μαθηματικούς, IX 55.)
Η δράση του Πρωταγόρα συμπίπτει χρονικά με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, έναν πόλεμο που επέδρασε καταλυτικά στα ήθη των ανθρώπων της εποχής. Όχι μόνο της Αθήνας και της Σπάρτης, αλλά όλου του ελληνικού κόσμου. Όπως γλαφυρά αναφέρει ο Θουκυδίδης, «ο δε πόλεμος υφελών την ευπορίαν του καθ’ ημέραν βίαιος διδάσκαλος και προς τα παρόντα τας οργάς των πολλών ομοιοί» (βιβλίο Γ΄, παράγραφος 82). Δηλαδή, «ο πόλεμος όμως, αφαιρώντας λίγο-λίγο τις ευκολίες της καθημερινής ζωής, γίνεται δάσκαλος της βίας και εξομοιώνει τα πνεύματα του πλήθους με τη κατάσταση της στιγμής» (απόδοση Κάκτου). Σε πολιτικό επίπεδο, δύο μερίδες μάχονταν για τη νομή της εξουσίας· οι δημοκρατικοί και οι ολιγαρχικοί σχεδόν σε κάθε πόλη. «Και μην και το ξυγγενές του εταιρικού αλλοτριώτερον εγένετο δια το ετοιμότερον είναι απροφασίστως τολμάν· ου γαρ μετά των κειμένων νόμων ωφελίας αι τοιαύται ξύνοδοι, αλλά παρά τους καθεστώτας πλεονεξίαν» (ο. π). Δηλαδή, «Ακόμη κι οι συγγενείς έγιναν πιο ξένοι από τους κομματικούς συντρόφους, επειδή οι ομοϊδεάτες ήταν πιο πρόθυμοι ν’ αποτολμούν αδίσταχτα τα πάντα· γιατί τα κόμματα αυτά δεν έγιναν για να επιδιώξουν ωφέλεια των μελών τους σύμφωνα με τους νόμους που ίσχυαν, αλλά για να ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους αντίθετα με τους ορισμούς των νόμων». Ακόμα γράφει ο ιστορικός ότι, «Πάντων δ’ αυτών αίτιον αρχή η δια πλεονεξίαν και φιλοτιμίαν· εκ δ’ αυτών και ες το φιλονικείν καθισταμένων το πρόθυμον. Οι γαρ εν ταις πόλεσι προστάντες μετά ονόματος εκάτεροι ευπρεπούς, πλήθους τε ισονομίας πολιτικής και αριστοκρατίας σώφρονος προτιμήσει, τα μεν κοινά λόγω θεραπεύοντες άθλα εποιούντο, παντί δε τρόπω αγωνιζόμενοι αλλήλων περιγίγνεσθαι ετολμήθησάν τε τα δεινότατα επεξησάν τε τας τιμωρίας έτι μείζους, ου μέχρι του δικαίου και τη πόλει ξυμφόρου προτιθέντες, ες δε το εκατέροις που αιεί ηδονήν έχον ορίζοντες, και η μετά ψήφου αδίκου καταγνώσεως ή χειρί κτώμενοι το κρατείν έτοιμοι ήσαν την αυτίκα φιλονικίαν εκπιμπλάναι. Ώστε ευσεβεία μεν ουδέτεροι ενόμιζον, ευπρεπεία δε λόγου οις ξυμβαίη επιφθόνως τι διαπράξασθαι, άμεινον ήκουον. Τα δε μέσα των πολιτών υπ’ αμφοτέρων ή ότι ου ξυνηγωνίζοντο ή φθόνω του περιείναι διεφθείροντο». Δηλαδή, «Αιτία για όλα αυτά είναι η φιλαρχία που τη γεννά η πλεονεξία κι η φιλοδοξία· απ’ αυτά τα δύο κι η παθιασμένη προθυμία καθεμιάς μερίδας, όταν άρχισαν οι διαμάχες, να υπερισχύσει. Γιατί, όσοι στις διάφορες πόλεις γίνονταν αρχηγοί των δύο πολιτικών μερίδων, προβάλλοντας ωραία συνθήματα, όπως απ’ τη μια την ισότητα όλων των πολιτών μπροστά στο νόμο, απ’ την άλλη τη συνετή κυβέρνηση των αρίστων, με τα λόγια βέβαια υπηρετούσαν το συμφέρον της πόλης, στην πραγματικότητα όμως ωφελούνταν αυτοί προσωπικά· κι επειδή με κάθε μέσο ανταγωνίζονταν τούτοι για το ποιος θα υπερισχύσει, αποτόλμησαν τα πιο φοβερά πράγματα κι επιδίωξαν ακόμη μεγαλύτερες αντεκδικήσεις, επιβάλλοντάς τες όχι ως το σημείο που επέτρεπε η δικαιοσύνη και το συμφέρον της πόλης, αλλά βάζοντας ως όριο σ’ αυτές, ό, τι κάθε φορά νόμιζαν πως θα ικανοποιούσε την παράταξή τους· κι ήταν έτοιμοι, είτε με την άδικη καταδίκη των αντιπάλων τους είτε με τη βίαιη αρπαγή της εξουσίας, να χορτάσουν το μίσος της στιγμής. Έτσι καμία από τις δύο παρατάξεις δε νοιαζόταν για τη τήρηση των κανόνων ευσεβείας, κι άκουγαν τους μεγαλύτερους επαίνους όσοι, κάτω από ωραία λόγια, τύχαινε να σκεπάσουν μισητές πράξεις. Οι πολίτες που έμεναν ουδέτεροι εξολοθρεύονταν κι από τις δυο μερίδες, είτε γιατί δεν αγωνίζονταν μαζί τους, είτε από φθόνο, επειδή θα επιζούσαν». Και καταλήγει, «Ούτω πάσα ιδέα κατέστη κακοτροπίας δια τας στάσεις τω Ελληνικώ». Δηλαδή, «Έτσι λοιπόν, εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου επικράτησε κάθε είδος κακότητας στον ελληνικό κόσμο».
Είμαστε επομένως σε περίοδο βαθιάς και γενικής κρίσης. Ο Πρωταγόρας θεωρήθηκε ότι με τις απόψεις που εξέφραζε δημοσίως, θα δίχαζε περισσότερο τον αθηναϊκό λαό. Αυτό όμως συνέβη σε μια περίπτωση. Παρότι την -ομολογουμένως- άδικη απόφαση των Αθηναίων, κανένα ιερατείο δεν επεδίωξε να επιβάλλει τη θρησκεία στον Πρωταγόρα, όπως επιχειρούσε η Εκκλησία επί αιώνες και κάνει. Ήταν ένας τρόπος «άμυνας» της πόλης και όχι μια βίαιη επιβολή. Ο λόγος ήταν στην ουσία πολιτικός.
Αναξαγόρας
Αναξαγόρας: «12 Σωτίων μὲν γάρ φησιν ἐν τῇ Διαδοχῇ τῶν φιλοσόφων ὑπὸ Κλέωνος αὐτὸν ἀσεβείας κριθῆναι, διότι τὸν ἥλιον μύδρον ἔλεγε διάπυρον· ἀπολογησαμένου δὲ ὑπὲρ αὐτοῦ Περικλέους τοῦ μαθητοῦ, πέντε ταλάντοις ζημιωθῆναι καὶ φυγαδευθῆναι. Σάτυρος δ’ ἐν τοῖς Βίοις (FHG iii. 163) ὑπὸ Θουκυδίδου φησὶν εἰσαχθῆναι τὴν δίκην, ἀντιπολιτευομένου τῷ Περικλεῖ· καὶ οὐ μόνον ἀσεβείας ἀλλὰ καὶ μηδισμοῦ· καὶ 13 ἀπόντα καταδικασθῆναι θανάτῳ».
[Μτφρ: Ο Αναξαγόρας μηνύθηκε για ασέβεια επειδή διακήρυσσε ότι ο ήλιος είναι μια διάπυρη μεταλλική μάζα, και καταδικάστηκε σε πρόστιμο 35 ταλάντων και εξορία. Κατά άλλους καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο].
(Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων Βίοι, II, 12-13 )
Για τα πολιτικά κίνητρα της κατηγορίας, μπορείτε να δείτε στο προαναφερθέν άρθρο. Ο Θουκυδίδης που αναφέρεται εδώ, δεν είναι ο γνωστός ιστορικός. Πρόκειται για αρχηγό των ολιγαρχικών που είχε στόχο τον Περικλή. Επίσης, είδαμε στο προηγούμενο την αρνητική κρίση του Αριστοτέλους για τον Κλέωνα, ως διαφθορέα του δήμου και δημαγωγό. Ο Κλέων ήταν αυτός που κατηγόρησε και τον Ευριπίδη. Βέβαια, ο Αναξαγόρας δεν ήταν άθεος. Και εδώ αποδεικνύεται ότι η κατηγορία κατ’ αυτού ήταν ψευδής. Σε επόμενο άρθρο θα γραφτούν περισσότερα. Σε αυτό, αρκούμαστε στα παρόντα. Αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος τον πρώτο στίχο από το σύγγραμμά του: «Πάντα χρήματα ην ομού· είτα Νους ελθών αυτά διεκόσμησε» (Β΄ βιβλιο, παράγραφος 6). Επίσης ο Διογένης αναφέρει: «Πρώτος τη ύλη νουν επέστησεν». Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι τελικά δεν έρχονταν σε αντίθεση με την ελληνική θρησκεία που θεωρούσε τον Ήλιο έμψυχο. Διότι, εφόσον στην ύλη τοποθετείται νους, άρα το ίδιο συμβαίνει και με την υλική υπόσταση του Ηλίου και κάθε άλλου ουρανίου σώματος. Μην λησμονούμε ότι μια από τις ψευδείς κατηγορίες κατά του Σωκράτους ήταν η αθεΐα, επειδή κατηγορήθηκε ότι δεν αποδέχονταν τα ουράνια σώματα ως θεούς, κατά την τότε κοινή παραδοχή (Απολογία 26d). Αν και δεν έχουμε σήμερα το σύγγραμμα του Αναξαγόρα για να δούμε ακριβώς τι έγραφε, η παραπάνω πρόταση είναι αρκετή για να διαλύσει κάθε αμφιβολία ότι η κατηγορία για ασέβεια ήταν ψευδής και κατασκευασμένη, και οι πολιτικοί αντίπαλοι του Περικλή απλά χρησιμοποίησαν το ψήφισμα που εισηγήθηκε ο Διοπείθης.
Πρόδικος ο Κείος
«Ο Πρόδικος ο Κείος, φιλόσοφος και σοφιστής, σύγχρονος του Δημοκρίτου, μαθητής του Πρωταγόρα, πέθανε στην Αθήνα, αφού του έδωσαν να πιει κώνειο, με το αιτιολογικό ότι διέφθειρε τους νέους.» (Πηγή: Σούδας). Σχετικά πρβ. Αριστοφάνης, απ. 490:«τοῦτον τὸν ἄνδρ’ ἢ βυβλίον διέφθορεν ἢ Πρόδικος ἢ τῶν ἀδολεσχῶν εἷς γέ τις». Ο Πλάτων στο διάλογο Ερυξίας 399a λέει πως κάποτε οι Αθηναίοι έδιωξαν τον Πρόδικο από το Λύκειο, γιατί δίδασκε στους νέους πράγματα που δεν έκανε.
Για την -πιθανότατα- λανθασμένη πληροφορία του λεξικού Σούδα, έγινε λόγος στο προηγούμενο άρθρο. Εδώ μόνο να προστεθεί ότι η συμφωνία λόγων και πράξεων έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στην τότε ηθική. Ειδικά, όταν κάποιος είχε το ρόλο του διδασκάλου. Ο βίος προηγούνταν και οι λόγοι έπονταν. Φυσικά, το να διωχθεί κάποιος επειδή θεωρήθηκε ανεπαρκής ως δάσκαλος, δεν είναι «θρησκευτικός διωγμός».
Θεόδωρος ο Κυρηναίος ή άθεος
Θεόδωρος ο Κυρηναίος, έζησε το α΄ μισό του 3ου π.Χ. αιώνα: «Ὁ δ’ οὖν Θεόδωρος προσκαθίσας ποτὲ Εὐρυκλείδῃ τῷ ἱεροφάντῃ, “λέγε μοι” ἔφη, “Εὐρυκλείδη, τίνες εἰσὶν οἱ ἀσεβοῦντες περὶ τὰ μυστήρια;” εἰπόντος δ’ ἐκείνου, “οἱ τοῖς ἀμυήτοις αὐτὰ ἐκφέροντες,” “ἀσεβεῖς ἄρα,” ἔφη, “καὶ σύ, τοῖς ἀμυήτοις διηγούμενος.” καὶ μέντοι παρ’ ὀλίγον ἐκινδύνευσεν εἰς Ἄρειον ἀχθῆναι πάγον, εἰ μὴ Δημήτριος ὁ Φαληρεὺς αὐτὸν ἐρρύσατο. Ἀμφικράτης δ’ ἐν τῷ Περὶ ἐνδόξων ἀνδρῶν φησι κώνειον αὐτὸν πιεῖν καταδικασθέντα (FHG iv. 300). Διατρίβων δὲ παρὰ Πτολεμαίῳ τῷ Λάγου ἀπεστάλη ποθ’ ὑπ’ αὐτοῦ πρὸς Λυσίμαχον πρεσβευτής. ὅτε καὶ παρρησιαζομένου φησὶν ὁ Λυσίμαχος, “λέγε μοι, Θεόδωρε, οὐ σὺ εἶ ὁ ἐκπεσὼν Ἀθήνηθεν;” καὶ ὅς, “ὀρθῶς ἀκήκοας· ἡ γὰρ τῶν Ἀθηναίων πόλις οὐ δυναμένη με φέρειν, ὥσπερ ἡ Σεμέλη τὸν Διόνυσον, ἐξέβαλε…ἔνθεν τὸ πρῶτον ἐκβαλλόμενος λέγεται χάριέν τι εἰπεῖν· φησὶ γάρ, “καλῶς ποιεῖτε, ἄνδρες Κυρηναῖοι, ἐκ τῆς Λιβύης εἰς τὴν Ἑλλάδα με ἐξορίζοντες» [Μτφρ: Κάποτε που ο Θεόδωρος είχε καθίσει πλάι στον ιεροφάντη Ευρυκλείδη, τον ρώτησε: “δε μου λες, Ευρυκλείδη, ποιοι είναι οι ασεβείς προς τα μυστήρια;”. Και αφού αυτός του απάντησε “εκείνοι που τα αποκαλύπτουν στους αμύητους”, “κι εσύ”, του είπε, “είσαι ασεβής, αφού τα εξηγείς στους αμύητους”. Παρά λίγο να προσαχθεί στον Άρειο Πάγο, αν δεν τον γλίτωνε ο Δημήτριος ο Φαληρεάς. Ο Αμφικράτης όμως, στο Περί ενδόξων ανδρών βιβλίο του, λέει ότι καταδικάστηκε να πιει το κώνειο. […] “Δεν μου λες, Θεόδωρε”, του είπε, “εσύ δεν είσαι που σ’ έδιωξαν από την Αθήνα;”. “Σωστά είσαι πληροφορημένος”, του είπε˙ “πράγματι η πόλη των Αθηναίων, επειδή δεν μπορούσε να με υποφέρει, με πέταξε, όπως η Σέμελη τον Διόνυσο”. […] Την πρώτη φορά που τον εξόρισαν είπε τούτο: “καλά κάνετε, άνδρες Κυρηναίοι, που με εξορίζετε από τη Λιβύη στην Ελλάδα”» (Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, 2, 101-102). Ο φιλόσοφος Θεόδωρος ο Κυρηναίος έκανε ένα αστειάκι με τον ειδωλολάτρη ιεροφάντη κι αμέσως η Ιερά Εξέταση της Ειδωλολατρίας τον εξόρισε
Επίσης και για τον Θεόδωρο αναφέρθηκαν κάποια πράγματα στο προηγούμενο άρθρο, όπου δείχνεται καθαρά ότι δεν διώχθηκε δήθεν από ένα σκοταδιστικό πολυθεϊστικό ιερατείο. Να υπογραμμίσω εδώ την υποκρισία του χριστιανού αρθρογράφου ο οποίος έχει το θράσος να μιλά για…«ιερά εξέταση», αγνοώντας επιδεικτικά τις σφαγές στις οποίες προτρέπει η Βίβλος τους «όσιους» κατά των εθνικών, για λόγους θρησκευτικούς: «καυχησονται οσιοι εν δοξη και αγαλλιασονται επι των κοιτων αυτων. Αι υψωσεις του θεου εν τω λαρυγγι αυτων και ρομφαιαι διστομοι εν ταις χερσιν αυτων του ποιησαι εκδικησιν εν τοις εθνεσιν» (Ψαλμός 149, 5-7). Ας δούμε ένα από τα πολλά που έκανε ο βιβλικός «θεός», ο ποίος όπως φαίνεται, δεν σηκώνει από χωρατά ούτε αυτός. Κάποια παιδιά έκαναν ένα αστείο με τον προφήτη του θεού, τον Ελισσαιέ. Τον αποκάλεσαν…«φαλακρό». Ας δούμε πως το λένε οι Γραφές. «Και ανέβη εκείθεν εις Βαιθήλ και αναβαίνοντος αυτού εν τη οδώ και παιδάρια μικρά εξήλθον εκ της πόλεως και κατέπαιζον αυτού και είπον αυτώ· ανάβαινε φαλακρέ, ανάβαινε, και εξένευσεν οπίσω αυτών και είδεν αυτά και κατηράσατο αυτοίς εν ονόματι Κυρίου και ιδού εξήλθον δυο άρκοι εκ του δρυμού και ανέρρηξαν εξ αυτών τεσσαράκοντα και δυο παίδας» (Β΄ Βασιλέων, 2:23-24).
Ο Ελισσαιέ, καταράστηκε τα μικρά παιδιά στο όνομα του θεού του, επειδή τον αποκαλούσαν περιπαιχτικά «φαλακρό», και τότε βρέθηκαν δύο αρκούδες που έκαναν κομμάτια σαράντα δύο παιδιά. Αυτό όσον αφορά τα…αστειάκια. Κάντε τις συγκρίσεις σας και δείτε ποιός είναι ο υποκριτής.
Διαγόρας ο Μήλιος ο άθεος
Ο Διαγόρας ο άθεος ο Μήλιος υποστήριζε ότι οι θεοί του Ολύμπου είναι ανύπαρκτοι. Εξορίστηκε από τους Αθηναίους. «Τὰ δὲ μυστήρια [ὁ Διαγόρας] οὕτως ηὐτέλιζεν ὡς πολλοὺς ἐκτρέπειν τῆς τελετῆς. τοῦτο οὖν ἐκήρυξαν κατ’ αὐτοῦ Ἀθηναῖοι, καὶ ἐν χαλκῇ στήλῃ ἔγραψαν τῷ μὲν ἀποκτείναντι τάλαντον λαμβάνειν, τῷ δὲ ἄγοντι δύο» [Μτφρ: Επειδή διακωμωδούσε τα απόκρυφα των μυστηρίων, τον καταδίκασαν σε θάνατο, επικηρύσσοντας το κεφάλι του με ανταμοιβή ένα τάλαντο] (Πηγή: Σούδα, Λυσίας 6.17). «Ο Διαγόρας, που επονομάστηκε άθεος, επειδή συκοφαντήθηκε για ασέβεια και φοβήθηκε την απόφαση του δήμου, έφυγε από την Αττική. Οι Αθηναίοι τον επικηρύξανε και όρισαν ένα τάλαντο αμοιβή για το κεφάλι του Διαγόρα» (Διόδωρος Σικελιώτης, 13, 6, 7). «Σήμερα κι όλας φέρνουμε πρώτη-πρώτη εμπρός σας την προκήρυξη που λέει: “Αν κάποιος από σας σκοτώσει τον Διαγόρα τον Μήλιο, να παίρνει αμοιβή ένα τάλαντο”…».
(Πηγή: Αριστοφάνη, Όρνιθες, στ. 1071-1073, Σούδα)
Στο προηγούμενο άρθρο έχουν αναφερθεί τα σχετικά με τον Διαγόρα. Ωστόσο, από τα γραφόμενα των ίδιων των απολογητών διακρίνουμε ότι άλλο αυτοί σχολιάζουν και άλλο λέει η πηγή που παραθέτουν. Διότι ξεκάθαρα, άλλο πράγμα είναι να εξορίζεται κανείς επειδή δεν πιστεύει, και άλλο πράγμα να εξορίζεται επειδή ευτελίζει και εκτρέπει ανθρώπους από τις τελετές. Και εδώ προτρέπω τον αναγνώστη να δίνει ιδιαίτερη προσοχή και να εξετάζει με ακρίβεια τι αναφέρουν οι πηγές. Άρα, ούτε αυτή η περίπτωση δείχνει θρησκευτικό φανατισμό.
Στίλπων ο Μεγαρεύς
Ο Στίλπων ο Μεγαρεύς δικάστηκε και καταδικάστηκε για ασέβεια προς τα μνημεία των θεών, και η ποινή ήταν εξορία. «τοῦτόν φασιν περὶ τῆς Ἀθηνᾶς τῆς τοῦ Φειδίου τοιοῦτόν τινα λόγον ἐρωτῆσαι· “ἆρά γε ἡ τοῦ Διὸς Ἀθηνᾶ θεός ἐστι;” φήσαντος δέ, “ναί,” “αὕτη δέ γε,” εἶπεν, “οὐκ ἔστι Διός, ἀλλὰ Φειδίου·” συγχωρουμένου δέ, “οὐκ ἄρα,” εἶπε, “θεός ἐστιν.” ἐν ᾧ καὶ εἰς Ἄρειον πάγον προσκληθέντα μὴ ἀρνήσασθαι, φάσκειν δ’ ὀρθῶς διειλέχθαι· μὴ γὰρ εἶναι αὐτὴν θεόν, ἀλλὰ θεάν· θεοὺς δὲ εἶναι τοὺς ἄρρενας. καὶ μέντοι τοὺς Ἀρεοπαγίτας εὐθέως αὐτὸν κελεῦσαι τῆς πόλεως ἐξελθεῖν. ὅτε καὶ Θεόδωρον τὸν ἐπίκλην θεὸν ἐπισκώπτοντα εἰπεῖν, “πόθεν δὲ τοῦτ’ ᾔδει Στίλπων; ἢ ἀνασύρας αὐτῆς τὸν κῆπον ἐθεάσατο;” ἦν δ’ ἀληθῶς οὗτος μὲν θρασύτατος· Στίλπων δὲ κομψότατος.»
[Μτφρ: Αυτός, λένε, ρώτησε κάποτε έτσι για το άγαλμα της Αθηνάς που είχε φτιάξει ο Φειδίας: “Είναι θεός η Αθηνά, η κόρη του Δία;”, και σαν του είπαν “ναι”, “μα αυτή δεν είναι του Δία, είναι του Φειδία”, αποκρίθηκε. Και καθώς συμφωνούσαν, συμπέρανε: “άρα δεν είναι θεός”. Αλλά για την κουβέντα του αυτή προσήχθη ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου δεν αρνήθηκε ότι τα είπε, αλλά υποστήριξε ότι σωστά μίλησε: “γιατί πράγματι δεν είναι θεός, αλλά θεά, αφού μόνον οι άρρενες είναι θεοί”. Πλην όμως οι Αρεοπαγίτες τον διέταξαν να φύγει αμέσως από την πόλη. Τότε και ο Θεόδωρος τον ρώτησε κοροϊδευτικά: “Κι από πού το ξέρεις αυτό, Στίλπωνα; Μήπως της σήκωσες το φουστάνι και είδες; ήταν αυτός στα αλήθεια θρασύτατος· ο Στίλπων δε υπέροχος”].
(Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, II, 116)
Έχει σχολιαστεί στο προηγούμενο άρθρο. Όταν κανείς προκαλεί και αργότερα δέχεται τις συνέπειες, δεν μπορεί να αποκληθεί «διωγμός».
Ασπασία, Ευριπίδης
Η Ασπασία κατηγορήθηκε επί ασέβεια προς τον Παγανισμό από τον Κλέωνα.
(Πηγή: Πλούταρχου Περικλής, 32).
Ο Ευριπίδης κατηγορήθηκε για ασέβεια προς την Ειδωλολατρία από τον Κλέωνα.
(Πηγή: Σάτυρου, Βίος Ευριπίδου, απ. 39• Αριστοτέλη, Ρητορική, 1416a• Πλούταρχου, Περί ποιημ. ακούειν, 19· Σένεκας, επιστολή 116)
Οι περιπτώσεις αυτές έχουν επίσης σχολιαστεί στο προηγούμενο άρθρο, όπου είχε δειχτεί ότι επρόκειτο περί πολιτικών σκευωριών, που είχαν στόχο τον Περικλή.
Αριστοτέλης
Ο Αριστοτέλης. «Ὁ δ’ οὖν Ἀριστοτέλης ἐλθὼν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τρία πρὸς τοῖς δέκα τῆς σχολῆς ἀφηγησάμενος ἔτη ὑπεξῆλθεν εἰς Χαλκίδα, Εὐρυμέδοντος αὐτὸν τοῦ ἱεροφάντου δίκην ἀσεβείας γραψαμένου ἢ Δημοφίλου ὥς φησι Φαβωρῖνος ἐν Παντοδαπῇ ἱστορίᾳ (FHG iii. 581), ἐπειδήπερ τὸν ὕμνον ἐποίησεν εἰς τὸν προειρημένον Ἑρμίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπίγραμμα ἐπὶ τοῦ ἐν Δελφοῖς ἀνδριάντος τοιοῦτον (Ar. fg. 3 Diehl)·» [Μτφρ: «Ο Αριστοτέλης όταν ήλθε στην Αθήνα και δίδαξε στην σχολή…κατάφυγε στην Χαλκίδα επειδή κατηγορήθηκε από τον Ευρυμέδοντα τον ιεροφάντη για ασέβεια, ή, σύμφωνα με τον Φαβωρίνο στην Παντοδαπή ιστορία του, από τον Δημόφιλο, επειδή συνέγραψε ύμνο εις τον [φίλο του] Ερμία, αλλά και επίγραμμα στον ανδριάντα αυτού στους Δελφούς».
(Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, V, 5
Ο Διογένης αναφέρει στη συνέχεια το επίγραμμα: «τόνδε ποτ’ ουχ οσίως παραβάς μακάρων θέμιν αγνήν εκτείνεν Περσών τοξοφόρων βασιλεύς, ου φανερώς λόγχη φονίοις εν αγώσιν κρατήσας, αλλ’ ανδρός πίστει χρησάμενος δολίου». Δηλαδή, «Αυτόν κάποτε ασεβώς, παραβαίνοντας τον ιερό νόμο των μακαρίων (θεών), / τον θανάτωσε ο βασιλιάς των τοξοφόρων Περσών• / όχι νικώντας φανερά με φονική λόγχη σε μάχη, / αλλά εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη ενός δόλιου ανθρώπου». Ο Αριστοτέλης εξυμνεί τον φίλο του Ερμία ως μάρτυρα που φονεύτηκε δολίως από τους Πέρσες. Δεν υπάρχει τίποτα το ασεβές εδώ. Στην πραγματικότητα πρόκειται περί κατηγορίας που εκτοξεύεται κατά του Αριστοτέλους, η οποία έχει πολιτικά κίνητρα εξαιτίας του ότι ο ίδιος ήταν Μακεδόνας και είχε επιρροή και κύρος στην Αθήνα. Την εποχή εκείνη είχε καλλιεργηθεί στην Αθήνα έντονα το αντιμακεδονικό πνεύμα. Ο Αριστοτέλης αυτοεξορίστηκε πριν παραπεμφθεί σε δίκη.
Όπως προκύπτει από χωρίο του βιβλίου «Ηθικά Νικομάχεια» (1123b 20-25), ο Αριστοτέλης διακρίνει την απονεμόμενη τιμή που δίδεται στους θεούς την οποία αποκαλεί «μέγιστον», και την τιμή που απονέμουμε «επί τοις καλλίστοις άθλον» διότι το αξίζουν. Το ότι κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν τη θρησκευτική ευαισθησία για πολιτικούς λόγους, δεν σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με φωτοσβέστες που τα έβαλαν με τη φιλοσοφία, αφού ο σκοπός ήταν πολιτικός.
Αισχύλος
Ο Αισχύλος κατηγορήθηκε για ασέβεια, επειδή αποκάλυψε μερικά από τα μυστικά των Μυστηρίων σε κάποιο από τα έργα του.
(Πηγή: Αριστ. Ηθικά Νικομάχεια 1111a 9-10· βλ. και Αιλιανού Ποικίλη Ιστορία, 5, 19)
Αυτό δείχνει πρώτον την ιερότητα με την οποία περιβάλλονταν τα θρησκευτικά πράγματα στην συνείδηση των Αθηναίων, και κατά δεύτερον ότι δεν υπήρχε προσωποληψία. Όλοι ήσαν ίσοι απέναντι στο νόμο. Όπως γνωρίζουμε, τα ιερά μυστήρια δεν ήταν κοινοποιήσιμα. Εδώ, η ασέβεια δεν έχει την έννοια της άρνησης, αλλά του κινδύνου της συμβολής στην ασέβεια εξαιτίας της κοινοποιήσεως σε ανθρώπους που δεν πρέπει.
Επίκουρος και επικούρειοι
Οι Επικούρειοι διώχτηκαν κακήν κακώς από τη πολυθεϊστική Ρώμη και από τους πολυθεϊστές Μεσσήνιους.
(Πηγή: Αιλιανού Αποσπάσματα 39 – Αθηναίος XII, 547ab)Στην Κρήτη, οι Λύκτιοι έδιωξαν μερικούς από τους Επικούρειους που ήταν εκεί, και ψηφίστηκε νόμος στην τοπική διάλεκτο για αυτούς που επινόησαν την θηλυκή και αγενή και αισχρή σοφία και έχουν κηρυχθεί δημόσια εχθροί των θεών της Λύκτου. Και αν κάποιος έφτανε έχοντας θράσος και δεν έδινε καμιά σημασία σε όσα έλεγε ο νόμος, έπρεπε αυτός να δεθεί στο ζυγό κοντά στο βουλευτήριο (διοικητήριο) για είκοσι ημέρες αφού είχε αλειφθεί γυμνός με γάλα και μέλι, ώστε να γίνει δείπνο για τις μέλισσες και τις μύγες και να τον σκοτώσουν στο χρόνο που αναφέρθηκε. Κι αν αφού είχε περάσει αυτός ο χρόνος ζούσε ακόμα έπρεπε να τον ρίξουν στον γκρεμό αφού τον έντυναν με γυναικείο ένδυμα.
(Πηγή: Αιλιανού Απόσπασμα 39)
Ας δούμε τα αποσπάσματα.
Αιλιανός (3ος αι. κ.ε) απόσπασμα 39. Αυτό αφορά τον Επίκουρο και τους επικούρειους, και το παραθέτω ολόκληρο σε τρία τμήματα.
«Ούτος το θείον παρ’ ουδέν ετίθετο. Αδελφοί δε ήσαν τρείς, οι μυρίοις αρρωστήμασι περιπλακέντες απέθανον οίκιστα. Ο γε μην Επίκουρος έτι νέος ων αυτός ου ραδίως από της κλίνης οιός τε ην κατιέναι, αμβλυώττων τε προς την του ηλίου αίγλην δειλός ων, και τω φαιδροτάτω τε και εναργεστέρω των θεών απεχθανόμενος· και μέντοι και την του πυρός αυγήν απ’ εστρέφετο, αίμα τε αυτώ δια των πόρων απεκρίνατο των κάτω. Τοσαύτη δε άρα η σύντηξις η του σώματος ην αυτώ, ως αδυνατείν και την των ιματίων φέρειν επιβολήν. Και Μητρόδωρος δε και Πολύαινος, άμφω τω εταίρω αυτού, κάκιστα ανθρώπων απέθανον, και μέντοι και της αθείας ηνέγκαντο μισθόν ουδαμά ουδαμή μεμπτόν. Ούτω δε άρα ην ηδονής ήττων ο Επίκουρος, ώστε δια των εσχάτων εν ταις διαθήκαις αυτού έγραψε τω μεν πατρί και τη μητρί και τοις αδελφοίς εναγίζειν άπαξ του έτους και Μητροδώρου δε και Πολυαίνω τοις προειρημένοις, εαυτώ δε δις συσσυτείν, της ασωτίας το πλέον προτιμών και ενταύθα ο σοφός, και τραπέζας λίθων πεποιήσθαι και ως αναθήματα εν τω τάφω προσέταξε τεθήναι ο προτέθνης τε και οψοφάγος ούτος. Και ταύτα επέσκηψεν ουκ ων εν περιουσία. Λυττών ουν ταις επιθυμίαις ην, ώσπερ ουν και εκείνων συν αυτώ τεθνηξομένων».
Τα βασικά σημεία του αποσπάσματος:
1. Ο Επίκουρος παρουσιάζεται ως ασεβής προς το θείον («Ούτος το θείον παρ’ ουδέν ετίθετο»).
Ο Διογένης ο Λαέρτιος γράφει: «Η ευσέβειά του απέναντι στους θεούς και το ενδιαφέρον του για την πατρίδα δεν υπάρχουν λόγια να τα περιγράψουν» (Βίοι φιλοσόφων, τελευταίο βιβλίο, παράγραφος 10).
Ο ίδιος ο Επίκουρος στην επιστολή του προς τον Μενοικέα, γράφει: «Πρώτα- πρώτα τον θεό να τον θεωρείς ον, άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους μας παράσταση του θεού, και να μην του φορτώνεις τίποτα ξένο προς την αφθαρσία του και αταίριαστο στη μακαριότητά του. Αντίθετα να φρονείς γι’ αυτόν κάθε τι που μπορεί να διαφυλάξει τη μακαριότητα και την αφθαρσία του. Διότι οι θεοί υπάρχουν, εφ’ όσον η γνώση που έχουμε γι’ αυτούς είναι ολοκάθαρη. Δεν είναι όμως τέτοιοι όπως τους φαντάζεται ο περισσότερος κόσμος· διότι δεν κρατά ακέραιη την αρχική παράσταση για τους θεούς. Ασεβής δεν είναι εκείνος που δεν παραδέχεται τους θεούς των πολλών, αλλά εκείνος που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών» (Άπαντα Επίκουρου, σ. 155 Κάκτος).
2. Έπειτα αναφέρεται ότι ο ίδιος και τα τρία αδέλφια του πέθαναν οικτρά από αρρώστιες. Περιγράφεται ως -εκ φυσικού του- τάχα παραμορφωμένος, ασθενικός, και ανίκανος στη φιλοσοφία.
Ο Διογένης ο Λάερτιος, αυτός ο θησαυρός γνώσεων και κάτοχος πολλών κειμένων, μας διασώζει την τελευταία επιστολή του Επίκουρου προς τον Ιδομενέα, την οποία έγραψε μέσα σε πόνους, κατά την τελευταία ημέρα του βίου του.
«Κι όταν πλησίαζε το τέλος του, έγραψε το ακόλουθο γράμμα στον Ιδομενέα· “Σ’ αυτήν την μακάρια ημέρα, η οποία είναι, επίσης και η τελευταία της ζωής μου, σου γράφω αυτό. Οι συνεχείς πόνοι μου απ’ την στραγγουρία και τη δυσεντερία είναι τόσο μεγάλοι που τίποτα δεν μπορεί να τους κάνει μεγαλύτερους· αλλά, εναντίον τους, το μόνο που παραθέτω είναι η μακαριότητα του νου στην ανάμνηση των περασμένων συζητήσεών μας”» (ο. π. σ. 49).
Ένας άνθρωπος που μέχρι και την τελευταία ώρα του βίου του βρίσκει το νόημα στην φιλοσοφία.
Ο ίδιος ο Διογένης, αφού αναφέρει τις συκοφαντίες αυτές, και πριν περάσει την αναίρεσή τους, προσθέτει: «Αλλά αυτοί οι άνθρωποι είναι καθαρά ανόητοι» (σ. 43).
3. Αναφέρεται στο απόσπασμα από τον Αιλιανό, ότι ο Επίκουρος στην Διαθήκη του δείχνει προσκόλληση στην ηδονή, καθώς παραγγέλνει να γίνονται ετήσιες θυσίες για τους γονείς του, για τους φίλους του, και για τον ίδιο. Ακόμα, υποτίθεται ότι παραγγέλνει την κατασκευή μαρμάρινων τραπεζιών ως αναθήματα.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος μας διασώζει τη Διαθήκη, η οποία αναφέρει τα εξής στο επίμαχο θέμα: «Από τα εισοδήματα που συγκεντρώνονται από όσα έχω δωρίσει στον Αμυνόμαχο και στον Τιμοκράτη, όσο είναι δυνατόν, να υπολογίζουν μαζί με τον Έρμαχο, όσα απαιτούνται για τις προσφορές στη μνήμη του πατέρα και της μητέρας μου και των αδελφών μου και για την ημέρα των γενεθλίων μου που συνηθίζουμε να τη γιορτάζουμε κάθε χρόνο μια ημέρα πριν τη δεκάτη του Γαμηλιώνα, καθώς και για την καθιερωμένη συνάθροιση των φίλων της φιλοσοφίας μου στις είκοσι του κάθε μήνα, στη μνήμη τη δική μου και του Μητροδώρου» (ο.π. σ. 79). Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε μαρμάρινα τραπέζια κλπ.
Η τιμή προς τους νεκρούς ήταν αρχαίο ελληνικό έθος. Υπήρχαν τα τρίτα, τα ένατα, οι τριακάδες, τα ενιαύσια, τα νεκύσια, τα γενέσια. «Τα γενέσια των μεγάλων δασκάλων- Πλάτωνα, Σωκράτη, Επίκουρου και άλλων -τα τελούσαν οι μαθητές τους και των μεγάλων ανδρών η Πολιτεία» (Λ. Βρεττός, Γάμος, γέννηση, θάνατος στην αρχαία Ελλάδα, σ. 120).
Ο Επίκουρος δεν έκανε τίποτα παραπάνω από το να ακολουθήσει το αρχαίο αυτό έθιμο. Επίσης, η δήλωση, «Και ταύτα επέσκηψεν ουκ ων εν περιουσία», είναι πέρα για πέρα ανακριβής. Από τη Διαθήκη, διαπιστώνουμε ότι είχε οικονομική άνεση, καθώς άφησε όλα του τα υπάρχοντα στον Αμυνόμαχο και στον Τιμοκράτη για να τα διαθέσουν για τις ανάγκες της Σχολής. Το σπίτι του το παραχώρησε στον Έρμαχο και σε όσους φιλοσοφούν μαζί του. Οι δαπάνες για τις προσφορές στην μνήμη των γονιών του, των αδελφών του, και του ιδίου, παρήγγειλε να ικανοποιούνται από τα εισοδήματα που θα συγκεντρώνονται από όσα έδωσε ο ίδιος στον Αμυνόμαχο και στον Τιμοκράτη. Επίσης, μερίμνησε για τα παιδιά του Μητρόδωρου και του Πολύαινου, τα οποία ήταν ήδη ορφανά. Όταν θα μεγάλωνε η κόρη του Μητρόδωρου, θα της δίδονταν προίκα από την περιουσία του Επίκουρου.
Ας δούμε τη συνέχεια του αποσπάσματος του Αιλιανού.
β) «Εξήλασαν δε τους Επικουρείους της Ρώμης δόγματι της βουλής κοινώ, και Μεσσήνιοι δε εν Αρκαδία τους εκ της αυτής οιονεί φάτνης εδηδοκότας εξήλασαν, λυμεώνας μεν είναι των νεών λέγοντες, κηλίδα δε φιλοσοφία προσβάλλοντας δια τε μαλακίαν και αθεότητα. Και προσέταξαν γε προ των του ηλίου δυσμών έξω των όρων Μεσσηνίας γης είναι αυτούς, εκφρησθέντων δε τους ιερέας καθήραι τα ιερά. Τους γε μην τιμούχους (καλούσι δε ταύτη τους άρχοντας Μεσσήνιοι) και την πόλιν καθήραι πάσαν, οία δη ο των τριών εκείνων των επιρρήτων εις. Ζων δε παρήει ες ουδέν ιερόν, ήλαυνον γαρ ως επάρατον και επίρρητον».
Εδώ αναφέρεται ο διωγμός των επικουρείων από τη Ρώμη και την Μεσσηνία της Αρκαδίας. Στην δεύτερη περίπτωση, σύμφωνα με τον Αιλιανό, εκδιώχθηκαν ως μιάσματα. Ο τόνος του αποσπάσματος είναι εξ αρχής έντονα αντιεπικουρικός και προπαγανδιστικός, εφόσον οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ανακριβείς, και φαίνεται ότι στόχος είναι η δυσφήμιση των Επικούρειων. Η περιγραφή είναι υπερβολική και δεν επιβεβαιώνεται από πουθενά αλλού. Ο στόχος είναι η ηθική καταδίκη και όχι η αντικειμενική αλήθεια. Αυτό άλλωστε διαπιστώνεται από τη σύγκριση και αντιπαραβολή των παρεχόμενων πληροφοριών του Αιλιανού με τις πρωτογενείς πηγές. Ο διωγμός δεν αποκλείεται- συνηγορεί και ο Αθήναιος, αλλά οι λεπτομέρειες τίθενται υπό αμφισβήτηση.
γ) Το απόσπασμα τελειώνει ως εξής:
«ότι εν Κρήτη Λύκτιοι των Επικουρείων τινάς εκεί παραβαλόντας εξήλασαν. Και νόμος εγράφη τη επιχωρίω φωνή τους την θήλειαν σοφίαν και αγεννή και αισχράν επινοήσαντες και μέντοι και τοις θεοίς πολεμίους εκκεκηρύχθαι της Λύκτου. Εάν δε τις αφίκηται θρασυνόμενος, και τα εκ του νόμου παρ’ ουδέν ποιήσηται, δεδέσθω εν κύφωνι προς τω αρχείω ημερών είκοσιν, επιρρεόμενος μέλητι γυμνός και γάλακτι, ίνα η μελίτταις και μύιαις δείπνον, και αναλώσωσι χρόνω τω προηρεημένω αυτόν. Τούτο γε μην διελθόντος εάν έτι περιή, κατά κρημνού ωθείσθω, στολήν γυναικείαν περιβληθείς».
Οι υπερβολές, όπως η τιμωρία με μέλι και γάλα για να τους φάνε οι μέλισσες και οι μύγες ή το πέταγμα από γκρεμό αφού πρώτα τους έντυναν γυναικεία, είναι τυπικό παράδειγμα ρητορικών επιθέσεων, χωρίς ιστορική βάση. Εφόσον τα προηγούμενα ήταν ψευδεί, γιατί όχι και αυτά;
Ας περάσουμε στο απόσπασμα του Αθήναιου (3ος αι. κ.ε).
Γράφει ο Αθήναιος: «Και ο Επίκουρος δε φησίν αρχή και ρίζα παντός αγαθού η της γαστρός ηδονή· και τα σοφά και κτα περισσά επί ταύτην έχει την αναφοράν. Καν τω περί Τέλους δε πάλιν φησίν, τιμητέον το καλόν και τας αρετάς και τα τοιουτόπα, ένα ηδονήν παρασκευάζη· εάν δε μη παρασκευάζη, χαίρειν εατέον, σαφώς υπουργόν εν τούτοις ποιών την αρετήν της ηδονής και θεραπαίνης τάξιν επέχουσαν. Καν άλλοις δε φησίν προσπτύω τω καλώ και τοις κενώς αυτό θαυμάζουσιν, όταν μηδεμίαν ηδονήν ποιή. Καλώς άρα ποιούντες Ρωμαίοι οι πάντα άριστοι Αλκαίον και Φιλίσκον τους Επικουρείους εξέβαλον της πόλεως, Λευκίου του Ποστουμίου υπατεύοντος, δι’ ας εισηγούντο ηδονάς. Ομοίως δε και Μεσσήνιοι κατά ψήφισμα εξέωσαν τους Επικουρείους».
Και ο Αθήναιος μεταφέρει διαστρεβλωμένη την επικούρεια διδασκαλία περί ηδονής. Διότι ο Επίκουρος είναι σαφής ως προς το ζήτημα.
Γράφει στον Μενοικέα: «Θα πρέπει να αναλογιστούμε και ότι από τις επιθυμίες, άλλες είναι φυσικές και άλλες μάταιες, και από τις φυσικές άλλες αναγκαίες και άλλες μονάχα φυσικές· από τις αναγκαίες επιθυμίες, άλλες είναι απαραίτητες για την ευδαιμονία, άλλες για την ανάπαυση του σώματος και άλλες για την ίδια την ζωή. Η χωρίς πλάνη μελέτη αυτών μας οδηγεί στο να ανάγουμε κάθε προτίμηση και κάθε αποφυγή στην υγεία του σώματος και στην αταραξία της ψυχής, εφ’ όσον αυτός είναι ο σκοπός της μακαρίας ζωής. […] Για τούτο θεωρούμε την ηδονή και αρχή και τέλος της μακαρίας ζωής. Γιατί αυτήν αναγνωρίζουμε σαν πρώτο αγαθό σύμφυτο με μας, και από αυτήν ξεκινά κάθε προτίμηση και κάθε αποφυγή και σε αυτήν καταλήγουμε, έχοντας το συναίσθημα σαν κανόνα για να κρίνουμε κάθε αγαθό. Και επειδή αυτή είναι το πρώτο και έμφυτο αγαθό, γι’ αυτό και δεν επιδιώκουμε κάθε ηδονή, αλλά μερικές φορές πολλές ηδονές τις ξεπερνούμε, όταν από αυτές μας προκύπτουν μεγαλύτερες ενοχλήσεις» (ο.π. σ. 159).
Στο «Κύριαι δόξαι», γράφει: «Δεν είναι δυνατό να ζει κανείς ηδέως, αν δεν ζει φρόνιμα, ηθικά, και δίκαια, όπως και δεν μπορεί να ζει φρόνιμα, ηθικά και δίκαια, αν δεν ζει ηδέως» (ο.π. σ. 169).
Ο Αθήναιος θεωρεί ότι στο έργο «Περί τέλους» (σκοπού), ο Επίκουρος τιμά το καλό και τις αρετές μόνο με την προϋπόθεση ότι προετοιμάζουν την ηδονή. Θέτει δηλαδή πρώτο την ηδονή και μετά την αρετή ως υπηρέτριά της. Αυτό το έργο είναι σήμερα χαμένο. Ωστόσο, ο Διογένης ο Λαέρτιος το περιλαμβάνει στον κατάλογο με τα καλύτερα βιβλία του Επίκουρου (ο.π. σ. 55).
Μάλιστα διευκρινίζει: «Διαφέρει εντελώς από τους Κυρηναίους σε όσα σχετίζονται με την ηδονή. Διότι οι Κυρηναίοι δεν αποδέχονται την ηδονή σε ακινησία, αλλά την ηδονή σε κίνηση μόνο. Ο Επίκουρος όμως αποδέχεται και τις δύο μορφές της ηδονής, δηλαδή και της ψυχής και του σώματος, όπως αναφέρει στα έργα του “Περί αιρέσεων και φυγής”, στο “Περί τέλους”, στο πρώτο βιβλίο του συγγράμματός του “Περί βίων” και στην επιστολή του “Προς τους φιλοσόφους της Μυτιλήνης”. […] Στη συνέχεια διαφωνεί και σε άλλα σημεία με τους Κυρηναίους» (ο. π. σ. 71). Μέσα στην επιχειρούμενη συκοφάντηση, οι εχθροί του επικουρισμού συνέχεαν την διδασκαλία με αυτή του Αρίστιππου. Και καταλήγει: «Και ο ίδιος ο Επίκουρος χαρακτηρίζει μόνο την αρετή αχώριστη από την ηδονή» (ο.π. σ. 73). Συνεπώς, εάν είναι αχώριστα, άρα δεν έπεται το ένα και προηγείται το άλλο. Άρα, και ο Αθήναιος μας μεταφέρει λανθασμένες πληροφορίες.
Όντας λοιπόν παραπληροφορημένοι από τους καλοθελητές όσοι ενήργησαν τον διωγμό, το έκαναν με το σκεπτικό ότι τάχα οι επικούρειοι με το να εισάγουν την ηδονή στα πάντα, οδηγούσαν τους νέους στη διαφθορά.
Αφού εξετάστηκαν τα αποσπάσματα, θέτω ένα ερώτημα. Όπως έχει παρατηρήσει και θα παρατηρήσει ο αναγνώστης και στη συνέχεια, στα άρθρα αυτά αλλά και όσα θα ακολουθήσουν, οι νεο-απολογητές χρησιμοποιούν συχνά τα κείμενα του Διογένους. Γιατί δεν έκαναν το ίδιο και για τον Επίκουρο; Γιατί δεν χρησιμοποιούν τα γραπτά του Επίκουρου; Γιατί προτιμούν τις ανακρίβειες του ρωμαίου Αιλιανού και του Αθήναιου; Αυτό δείχνει ότι για το μόνο που ενδιαφέρονται είναι η συσσώρευση κατηγοριών και όχι η ιστορική αλήθεια.
Ας δούμε τι αναφέρει ο «Κάκτος» γενικότερα, στα άπαντα του Επικούρου, σ. 30.
«Την εποχή όμως αυτή, κέντρο του Επικουρισμού γίνεται η Ρώμη. Από τον 2ο ήδη αιώνα π.Χ., είχε εισαχθεί ο Επικουρισμός στην Ρώμη. Ο Αμαφίνιος, άγνωστος από αλλού Επικούρειος, είναι ο πρώτος που είχε διαδώσει τη διδασκαλία του Επικούρου σε λατινικό πεζό λόγο. Το απόγειο όμως της διάδοσης του Επικουρισμού σημειώθηκε στην εποχή του Κικέρωνα, κατά την οποία ο Επικουρισμός έγινε πολύ της μόδας. Ο Κικέρων αναφέρει ότι μεγάλος αριθμός Ρωμαίων παρακολουθούσαν την επικούρεια διδασκαλία». Στη συνέχεια αναφέρεται ο Σενέκας (1ος αιώνας κ.ε.), ο Διογένης από τα Οινόανδα, ο Διογενειανός, που βοηθούν στην περαιτέρω εξάπλωση της επικούρειας διδασκαλίας κατά τον 2ο αιώνα κ.ε.
Ο καθηγητής Χ. Θεοδωρίδης στο βιβλίο «Επίκουρος» (που δεν διάκειται ευνοϊκά προς την ιδεαλιστική γραμμή της φιλοσοφίας όπως και της θρησκείας), αναφέρει ότι αρχικά η πολεμική κατά του Επικουρισμού ήταν σε καθαρά ιδεολογικό υπόβαθρο. Όταν αργότερα θα συνδεθεί με το δημοκρατικό φρόνημα, θα γίνει το κόκκινο πανί για κάθε τύραννο.
Σταχυολογώ κάποιες από τις παρεχόμενες πληροφορίες.
«Η διάδοση του Επικουρισμού είταν αφάνταστη. Απλώθηκε σε όλο το πλάτος του ελληνολατινικού κόσμου» (σ. 146).
«Η σχολή διατηρήθηκε ως πέρα στους στερνούς αυτοκρατορικούς χρόνους της Ρώμης, με διαδοχικούς σχολάρχες και ζωντάνια…» (σ. 147).
«Το 146 είναι η χρονιά της υποταγής στους Ρωμαίους. Οι συνθήκες για την πνευματική ανεξαρτησία γίνονται όλο και βαρύτερες. Το διάστημα αυτό δεν είναι ευνοϊκό για την επικουρική διδασκαλία. Το πολίτευμα της Αθήνας έγινε αυταρχικό. Ιδεαλιστική φιλοσοφία και πολιτεία κάνουν κοινό μέτωπο κατά του Επικουρισμού κι η ρωμαϊκή κυριαρχία μεγαλώνει την πίεση πάνω στη Σχολή. Η ολιγαρχική Ρώμη είναι εχθρική στη φιλοσοφία γενικά, ιδιαίτερα σε μια επαναστατική στο βάθος φιλοσοφία, όπως η επικουρική. Το 161 με δόγμα της Συγκλήτου φιλόσοφοι και ρήτορες διώχνονται από τη Ρώμη. Η αιχμή χωρίς άλλο στρέφεται περισσότερο ενάντια στον Επικουρισμό» (σ. 151).
«Ο Επικουρισμός λοιπόν στους τρείς πριν από το Χριστό αιώνες είταν παγκόσμια δύναμη» (σ. 165).
Ακόμα, «Ο Επικουρισμός μπολιάζοντας το δημοκρατικό κορμό της Ρώμης έζησε γενναία βλάστηση. Το πέρασμά του στην Απεννινική χερσόνησο το ευκόλυναν οι συνθήκες του 2ου και του 1 ου π.Χ. αιώνα, όμοιες με τις ελληνικές του 4ου και 3ου» (σ. 166).
«Οι τεράστιες αυτές αναστατώσεις (αναφέρεται στους εμφυλίους των Ρωμαίων δημοκρατικών-ολιγαρχικών) ευνόησαν το πέρασμα του Επικουρισμού στην Ιταλία. Μ’ όλη τη βαναυσότητα των πολέμων πλατιά στρώματα του αστικού πληθυσμού σ’ όλο το κράτος δέχονταν την επίδραση της ελληνιστικής παιδείας. Η προοδευτική τάξη χαιρέτησε με ανακούφιση το επικουρικό δόγμα και το είχε παρηγοριά στις ώρες της αγωνίας κι όπλο για την άμυνα και την επίθεση. Ο Επικουρισμός έγινε το κατ’ εξοχήν δόγμα του δημοκρατικού κόσμου της Ρώμης, μαχητικός όμως και με άμεση ανάμιξη στην πολιτική ζωή» (σ. 172).
«Τον 1ο π. Χ αιώνα η ρωμαϊκή παιδεία είναι ποτισμένη από Επικουρισμό» (σ. 175).
«Ο Επικουρισμός έζησε σκληρό διωγμό τον 1ο μ.Χ. αιώνα ύστερα από την επικράτηση του Αυγούστου και την επιβολή της απολυταρχίας…» (σ. 176).
Συμπέρασμα: ο Επικουρισμός άνθησε σε όλο τον κόσμο, και διώχτηκε σκοπίμως είτε διότι διαστρεβλώθηκε το νόημα και θεωρήθηκε «επικίνδυνος» για τα ήθη, είτε για πολιτικούς λόγους. Αυτή η παραποίηση διαιωνίστηκε και διαδόθηκε συκοφαντικά περαιτέρω από τους χριστιανούς συγγραφείς.
Δομιτιανός
Το 83 μ.Χ. ο Πολυθεϊστής αυτοκράτορας Δομιτιανός εξόρισε από τη Ρώμη όλους τους φιλοσόφους, μέσα στους οποίους ήταν και ο Επίκτητος.
(Πηγή: Γιάννη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 469), καθώς και τους μαθηματικούς και τους αστρολόγους.
Αναφέρεται στην εισαγωγή του «Παπύρου» για το «Εγχειρίδιο» του Επικτήτου του καθηγητή Α. Δαλέζιου: «Ο Τιγελλίνος έλεγεν εις τον Νέρωνα, ότι ο Στωικισμός ήτο μια υπερφίαλος και υπεροπτική αίρεσις, προδιαθέτουσα τον λαόν εις στασιαστικά κινήματα και παρορμώσα τούτον ν’ αναμειγνύεται εις την πολιτικήν. Επί του αυτοκράτορος Ουεσπασιανού εξεδιώχθησαν από την Ρώμην, ως ύποπτοι δια το αυτοκρατορικόν καθεστώς, όλοι οι φιλόσοφοι πλην του Μουσωνίου. Το αυτό συνέβη και επί του Δομιτιανού» (σ. 6).
Επίλογος του παρόντος άρθρου:
Η μεγάλη εποχή της ελληνικής διανόησης ήταν επίσης μια εποχή διωγμών -δίωξη των διανοουμένων, παρωπίδες στη σκέψη, και ακόμη κάψιμο βιβλίων.
(Πηγή: E.R. Doods, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 124)
Αν οι παρουσιαζόμενες περιπτώσεις συνιστούσαν πράγματι διωγμό κατά των φιλοσόφων από το πολυθεϊστικό ιερατείο με σκοπό την επιβολή και με ελατήρια τον τυφλό σκοταδισμό, τότε θα έπρεπε οι διωγμοί να ήταν μαζικοί, να υπήρχε νομικό πλαίσιο που να τους δικαιολογούσε, και να επαναλαμβάνονταν σε κάθε εποχή. Όπως ακριβώς συνέβαινε στην θεοκρατική βυζαντινή περίοδο. Οι μαρτυρίες των πηγών, λοιπόν, δεν μας επιτρέπουν να συμφωνήσουμε με τον Doods. Απεναντίας, όπως λένε οι καθηγητές φιλοσοφίας Windelband και Heimsoeth στον πρώτο τόμο της «Ιστορίας της Φιλοσοφίας»: «Τα λίκνα της επιστήμης βρίσκονταν στην Ιωνία, στη Μεγάλη Ελλάδα, στη Θράκη. Μόλις ύστερα από τους περσικούς πολέμους, όταν πια η Αθήνα είχε αναλάβει, μαζί με την πολιτική, και την πνευματική ηγεμονία -που έμελλε να τη διατηρήσει πολύ περισσότερο χρόνο από εκείνες-, τότε μόνο (την εποχή των σοφιστών) η γη της Αττικής, η ευλογημένη από όλες τις Μούσες, έγινε πόλος έλξης και για την επιστήμη, που εδώ ολοκληρώθηκε μέσα στη θεωρία και στη σχολή του Αριστοτέλη» (σ. 36).