Χριστιανικές διαβολές κατά της αρχαίας Ελλάδας: Η καταγωγή τού Έλληνα κι ο πολιτισμός του (Μέρος 5ο) – Φιλόσοφοι και θρησκεία (γ΄): Απάντηση στο απολογητικό άρθρο «Τί έλεγαν οι φιλόσοφοι για την πίστη» (β’)
(Τα στοιχεία που αντικρούονται λαμβάνονται από εδώ).
Σ’ αυτό το μέρος, θα εξεταστούν οι αναφορές των νεο-απολογητών στον Πλάτωνα, τους σοφιστές, τον Σωκράτη, τον Πρωταγόρα, τον Ξενοφάνη, τον Εμπεδοκλή, και τον Ευριπίδη.
Πλάτων
-Όταν ο Πλάτωνας γράφει (Πολιτεία 379a) «Δεν πρέπει να δώσουμε πίστη στον Όμηρο, ούτε σε κανένα άλλο ποιητή όταν ανόητα ξεστομίζει αυτή τη βλαστήμια για τους θεούς, πως τάχα υπάρχουν δύο πιθάρια στου Δία το κατώφλι γεμάτα το ένα με καλές, και το άλλο με κακές μοίρες (Ιλιάδα Ω 527)», και (Πολιτεία 380c) «Να μη δώσουμε άδεια ποτέ σε κανέναν ούτε σε νέους ούτε σε γέρους, ούτε να λέγουν ούτε να ακούν τέτοιους λόγους είτε με στίχους είτε χωρίς στίχους», και (Πολιτεία 383c) «όταν κανείς ποιητής μας λέει τέτοια για τους θεούς, θα του γυρίσουμε τις πλάτες και δε θα του δώσουμε τα ψαλτικά του, ούτε και στους δασκάλους θα επιτρέψουμε να τα μεταχειρίζονται για την ανατροφή των παιδιών», και (Πολιτεία 607b) «από παλαιά χρόνια υπάρχει μια διένεξη ανάμεσα στην ποίηση και στη φιλοσοφία», μήπως τα έργα του δεν είναι προϊόν του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού; («πάσα μεν η ποίησις του Ομήρου αρετής εστιν έπαινος και πάντα αυτώ προς τούτο φέρει» ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ) (Πηγές: Πλάτωνας, Πολιτεία 379a, 383a)
Τα αποσπάσματα που παρουσιάζουν είναι αποκομμένα όχι μόνο από τη συνάφεια του υπολοίπου κειμένου της «Πολιτείας», αλλά και από το υπόλοιπο πλατωνικό έργο, και δίνουν εσκεμμένα την πεπλανημένη εντύπωση ότι ο Πλάτων φέρεται ενάντια στον Όμηρο. Ας τα βάλουμε όμως σε μια σειρά και τάξη για να καταλάβουμε τί ακριβώς συμβαίνει.
Ο Πλάτων στον διάλογο «Πολιτεία» εκφράζει ένα αίτημα· την κάθαρση των μύθων. Λέγοντας «κάθαρση», εννοείται η αποβολή κάθε ανθρώπινου στοιχείου από την μυθολογική παρουσίαση των θεών. Με αυτόν τον τρόπο, μένει τελικά το καθαρά φιλοσοφικό-θρησκευτικό στοιχείο του μύθου. Αναφέρεται επομένως στον τρόπο παρουσιάσεως και όχι στον ίδιο τον μύθο. Διότι, ελλοχεύει ο κίνδυνος να παρασυρθεί ο νέος που δεν έχει πείρα, και να εκλάβει κατά κυριολεξία όσα αναφέρονται σε αυτούς. Ο Πλάτων γνωρίζει και εκτιμά τους μύθους που κληροδοτήθηκαν από τους παλαιότερους, και αναγνωρίζει τη μεγάλη τους αξία. Παράλληλα όμως γνωρίζει ότι χωρίς το κλειδί του αποσυμβολισμού, υπάρχει ο κίνδυνος να πέσει κανείς σε λανθασμένες αντιλήψεις. Ο Όμηρος και οι λοιποί ποιητές μνημονεύονται με πολύ θετικό τρόπο από τον Πλάτωνα σε άλλα σημεία των διαλόγων του. Αυτό αποδεικνύεται από την μελέτη της «Απολογίας» του Σωκράτους, τον διάλογο «Γοργίας», «Τίμαιος», «Μίνωας», τον διάλογο «Νόμοι» και αλλού. Στο «Συμπόσιο» γράφει: «Όταν λάβει υπόψη του τον Όμηρο και τον Ησίοδο και τους άλλους μεγάλους ποιητές· τους καμαρώνει, τι απογόνους αφήνουν πίσω τους, απογόνους που τους χαρίζουν αθάνατη δόξα και μνήμη, όπως κι εκείνοι είναι αθάνατοι».
Στους «Νόμους» αναφέρεται: «Διότι χωρίς καμίαν αμφιβολία όντας θείο το ποιητικό γένος, θεόπνευστο όταν ψάλλει ύμνους, γίνεται μέτοχος κάθε φορά, με τη βοήθεια ορισμένων από τις Χάριτες και τις Μούσες, πολλών από εκείνα που γίνονται αληθινά» (882a).
Στον διάλογο «Ίων» γράφει: «Είναι απόλυτο να μελετάμε όλους τους μεγάλους ποιητές, και κατεξοχήν τον Όμηρο, τον κορυφαίο και θεϊκότερο των ποιητών, και πρέπει να επιδιώκουμε με ζέση να κατανοούμε το πνεύμα του, όχι μόνο τα λόγια του» (530b).
Αυτό το χωρίο είναι κλειδί για την ορθή κατανόηση των παραπάνω αποσπασμάτων.
Γράφει στην «Πολιτεία»:
«τούτο (αναφέρεται στο μύθο) που ως το όλον ειπείν ψεύδος, ενί δε και αληθή» (377a). Δηλαδή, το «ψεύδος» είναι οι αλληγορίες και οι συμβολισμοί που δεν θα έπρεπε να εκλαμβάνονται κατά κυριολεξία, και «αληθή» είναι ο αποσυμβολισμός.
«Κοιτάζοντας τις μεγαλύτερες μυθικές διηγήσεις, είπα εγώ, θα διακρίνουμε και τις πιο μικρές. Γιατί το καλούπι είναι ασφαλώς το ίδιο κι η επίδραση που ασκούν, και οι μεγάλες και οι μικρές, επίσης η ίδια· ή δεν το νομίζεις; Αυτό το δέχομαι, είπε· δεν καταλαβαίνω όμως ποιους εννοείς όταν λες μεγάλους μύθους. Αυτούς, είπα, που μας έλεγαν ο Ησίοδος κι ο Όμηρος και οι άλλοι ποιητές. Αυτοί έπλεκαν μυθικές ψευδείς διηγήσεις και τις έλεγαν στους ανθρώπους και τις λένε και τώρα. Ποιους μύθους εννοείς, είπε, και τι κακό βρίσκεις σε αυτούς; Αυτό που πρωτίστως και κυρίως πρέπει να κατακρίνει κανείς, ιδίως όταν κανείς δεν ψεύδεται με όμορφο τρόπο. Έχεις ένα παράδειγμα; Όταν λόγου χάριν κάποιος, με όσα λέει, παρουσιάζει άσχημα ό, τι σχετίζεται με τους θεούς και τους ήρωες, δηλαδή ποιας λογής είναι αυτοί, σαν το ζωγράφο που όσα ζωγραφίζει δεν έχουν καμία ομοιότητα με αυτά που θέλει να ζωγραφίσει. Πραγματικά, είπε, σωστό είναι τέτοια πράγματα να τα κατακρίνει κανείς» (377c).
Η παρομοίωση με τον ζωγράφο αντανακλά το συμβολικό χαρακτήρα. Όπως ο ζωγράφος άλλα αποτυπώνει στο χαρτί και άλλα έχει υπόψη του, έτσι και ο μυθοπλάστης -μέσω της αλληγορίας- άλλο γράφει και άλλο εννοεί. Όμως, αυτήν την αλήθεια δεν την ξέρει κάποιος αμύητος ή κάποιος αμαθής και ρηχός.
«…όλες εκείνες τις μάχες των θεών μεταξύ τους που έχει ιστορήσει ο Όμηρος, είτε με αλληγορική σημασία είτε και όχι, αυτά δεν θα τα ανεχθούμε να λέγονται στην πόλη. Γιατί ο νέος άνθρωπος δεν θα είναι σε θέση να διακρίνει τι είναι αλληγορικό και τι δεν είναι, αλλά οι γνώμες (κείμενο δόξαις) που θα ενστερνιστεί σ’ αυτήν την ηλικία δύσκολα αλλάζουν κι έχουν την τάση να γίνονται ανεξίτηλες. Ίσως γι’ αυτό λοιπόν πρέπει να κάνουμε το παν ώστε οι πρώτοι–πρώτοι μύθοι που ακούνε τα παιδιά να έχουν συντεθεί όσον το δυνατόν πιο όμορφα για να οδηγούν στην αρετή» (378d).
Αλλού αναφέρει:
«Για αυτό λοιπόν Γλαύκων, όταν συναντάς θαυμαστές του Ομήρου να λένε ότι ο ποιητής αυτός έχει μορφώσει την Ελλάδα κι ότι προκειμένου να διοικήσει κανείς και να δώσει παιδεία στους ανθρώπους αξίζει να πιάσει και να τον μελετήσει, και να ζει έχοντας ρυθμίσει όλη του τη ζωή σύμφωνα με αυτόν τον ποιητή, πρέπει, βέβαια, να είσαι ήπιος και ευγενικός μαζί απέναντί τους, θεωρώντας τους καλούς ανθρώπους στο βαθμό που τους το επιτρέπουν οι δυνάμεις τους· επίσης να παραδεχθείς μαζί τους ότι ο Όμηρος είναι μεγάλος ποιητής κι ανάμεσα στους τραγικούς ποιητές ο πρώτος, αλλά να ξέρεις όμως ότι οι ύμνοι στους θεούς και τα εγκώμια για τους άξιους ανθρώπους είναι η μόνη ποίηση η οποία πρέπει να γίνει αποδεκτή στην πόλη» (606e).
Δηλαδή, ο Πλάτων θεωρεί ότι όντως ο Όμηρος έχει μορφώσει την Ελλάδα. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι έχει εξηγηθεί ορθά. Και συνεχίζει, ότι στην «ιδανική» πολιτεία, μόνο τα αποκαθαρμένα μέρη της ποίησης-μυθολογίας θα είναι αποδεκτά. Αυτό υπαινίσσεται μια πόλη αρίστων και αξίων, ωρίμων πνευματικά ανθρώπων, όπου οι αλήθειες θα δίδονταν φανερά.
Ο Πρόκλος, στο υπόμνημά του «Εις Πλάτωνος Πολιτεία», εξηγεί ότι υπάρχουν δύο είδη μύθων. Το ένα είδος, αυτό που εμπλέκει θεούς, λέγεται ιερατικός μύθος. Το άλλο είδος, λέγεται διδακτικός ή φιλοσοφικός μύθος. Το πρώτο είδος απευθύνεται σε προχωρημένους και δεν λειτουργεί παιδαγωγικά. Το δεύτερο είδος απευθύνεται στους νέους και λειτουργεί παιδαγωγικά.
«Αν όσα είπαμε είναι σωστά, δεν πρέπει για τον λόγο αυτό να στερούμε από τους ομηρικούς μύθους τη συγγένειά τους προς τα όντως όντα, επειδή δεν συμβάλλουν στην παιδεία των νέων (διότι ο σκοπός των μύθων αυτών δεν είναι παιδευτικός κι ούτε σε κάτι τέτοιο απέβλεπαν οι μυθοπλάστες όταν μας τους παρέδωσαν), ούτε πάλι αυτούς που έγραψε ο Πλάτων να τους ανάγουμε στο είδος με τους ένθεου μάλλον χαρακτήρα μύθους, αλλά να ξεχωρίζουμε τη μια ομάδα από την άλλη· να κατατάσσουμε δηλαδή τους μεν στους κατά κύριο λόγο φιλοσοφικούς και τους δε σε αυτούς που ταιριάζουν με τους ιερατικούς θεσμούς, τους μεν σε αυτούς που είναι σωστό να τους ακούνε οι νέοι και τους δε σε αυτούς που απευθύνονται σε όσους έχουν παιδαγωγηθεί ορθά στην άλλη παιδεία και επιθυμούν να εγκαταστήσουν τη νοητική δύναμη της ψυχής τους στην ακρόαση των μύθων αυτών σαν κάποιο μυστικό όργανο.[…] Δικαιολογημένα λοιπόν λέμε ότι οι ομηρικοί μύθοι δεν αποδίδουν με τη μίμηση σωστά το θείον, διότι δεν συμβάλλουν στην προσπάθεια των νομοθετών για αρετή και παιδεία ούτε στην ορθή αγωγή των νέων, αλλά δίνουν την εντύπωση ότι δεν έχουν καμία ομοιότητα με την πραγματικότητα, κι ούτε θα μπορούσαν να θεωρηθούν αρμόζοντες προς εκείνους που είναι επικεφαλής της πολιτικής επιστημονικής γνώσης, αλλά σχετίζονται με διαφορετικό τρόπο προς τους θεούς και ανυψώνουν στη θέασή τους όσους είναι προικισμένοι από τη φύση τους. Το αγαθό των μύθων αυτών δεν είναι παιδευτικό αλλά μυστικό, αποσκοπεί όχι στην ελαφρά διάθεση και κατάσταση του νεαρού, αλλά στη σοβαρή του πρεσβύτη. […] η ακρόαση των μύθων βρίσκεται σε αντιστοιχία προς τις αγιότερες τελετές και τα τελειότερα μυστήρια. Διότι το ότι οι μύθοι αυτοί πρέπει να αποκαλύπτονται σε συνδυασμό με θυσίες, και μάλιστα τις μεγαλύτερες και τελειότερες, δείχνει ότι η εντός αυτών θέαση αποτελεί μυστική διδασκαλία και ιεροτελεστία που ανυψώνει τους ακροατές. Έτσι, όποιος από εμάς κατήργησε τον επιπόλαιο και ανώριμο χαρακτήρα της ψυχής του και τις απροσδιόριστες ορμές της φαντασίας κι έκανε επικεφαλής και οδηγητή της ζωής του το νου, αυτός θα μπορούσε στην κατάλληλη στιγμή να μετάσχει στα αποκεκρυμμένα θεάματα που εμπεριέχουν οι εν λόγω μύθοι (…) δεν πρέπει να αποδίδουμε στα μυστικά νοήματα των θεών κάτι που προέρχεται από την κάτω υλική περιοχή…» (79-80).
Ο Πρόκλος αναπτύσσει την ελληνική θέαση των μύθων με πολλά περισσότερα στοιχεία, αλλά τα συγκεκριμένα αρκούν.
Άρα, κατά τον Πλάτωνα δεν πρέπει να δώσουμε πίστη στον Όμηρο. Δεν πρέπει στην ιδανική πολιτεία να επιτρέπεται να γράφονται ή να ακούγονται τέτοιοι στίχοι. Δεν πρέπει να ανατρέφονται με αυτά τα παιδιά από τους δασκάλους. Ναι, υπάρχει από παλιά η διένεξη μεταξύ ποίησης και φιλοσοφίας… αλλά δεν ευθύνεται ούτε ο Όμηρος, ούτε οι ποιητές, ούτε η ποίηση. Αλλά η κατά γράμμα ερμηνεία τους! Συνεπώς, το πρόβλημα είναι στον τρόπο που θα προσφερθούν όλα αυτά στα παιδιά και στους νέους. Δεν υπάρχει καμία διάσταση μεταξύ Πλάτωνος και θρησκείας, και η επιλογή του Πλάτωνος είναι ατυχέστατη για τους νέο- απολογητές, εφόσον ο ίδιος είχε θρησκευτική φύση. Είναι το τρανότερο παράδειγμα για να αποδειχτεί ακριβώς το αντίθετο από όσα θέλουν να μας πουν, εφόσον στον διάλογο «Τίμαιος» γράφεται: «Η συζήτηση πάλι σχετικά με τις υπόλοιπες θεότητες και την προέλευσή τους είναι βαρύ έργο για τις δυνάμεις μας. Ας δείξουμε εμπιστοσύνη σε εκείνους που μίλησαν γι’ αυτές πριν από εμάς και που, όπως έλεγαν, ήταν απόγονοι θεών και ήξεραν χωρίς αμφιβολία πολύ καλά τους προγόνους τους» (40d).
Αναφέρεται προφανώς στον Ορφέα, τον Όμηρο, τον Ησίοδο, και τους άλλους θείους άνδρες.
Όσο για το χωρίο του Βασιλείου, είναι από το έργο «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Ολόκληρο, έχει ως εξής: «Ως δε εγώ τινός ήκουσα δεινού καταμαθείν ανδρός ποιητού διάνοιαν, πάσα μεν η ποίησις τω Ομήρω αρετής εστί έπαινος, και πάντα αυτώ προς τούτο φέρει, ό τι μη πάρεργον» (PG 31, σ. 572).
Αποκόπτοντας τη συνέχεια «ό τι μη πάρεργον», δίδουν την εντύπωση ότι δήθεν ο χριστιανός Βασίλειος εκτιμά περισσότερο τον Όμηρο παρά ο Πλάτων. Τι σημαίνει όμως πραγματικά η ρήση του Βασιλείου; Ότι η ποίηση του Ομήρου είναι ένας έπαινος για την αρετή και όλα όσα γράφει φέρουν και οδηγούν προς αυτήν, εκτός από το δευτερεύων/ επιπόλαιο/ ανωφελή/άσκοπο/ μέρος της ποιήσεώς του, το «πάρεργον». Τι εννοεί; Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, την μυθολογία.
Καθώς ο Βασίλειος αγνοώντας τους συμβολισμούς των «ερώτων» και των «αψιμαχιών» των θεών και δεχόμενος την κατά γράμμα ερμηνεία των μύθων που λέγοντάς τους κάποιος κοκκινίζει από ντροπή («τις λέγων ερυθριάσειε» (ο. π. σ. 569), χωρίς ωστόσο να ντρέπεται ο ίδιος για όσα αποδίδουν κατά κυριολεξία οι «ιερές Γραφές» στο βιβλικό «θεό», προτρέπει τους νέους να μην επαινούν σε αυτό τους ποιητές, και μάλιστα πάνω από όλα να φυλάγονται όταν οι ποιητές αναφέρονται στους θεούς («ου τοίνυν επαινεσόμεθα τους ποιητάς… Πάντων δε ήκιστα περί θεών τι διαλεγομένοις προσέξομεν…»). Επομένως, η διαφορά μεταξύ Πλάτωνος και Βασιλείου είναι ότι ο πρώτος θεωρεί ότι ο μύθος αποκρύπτει βαθύτερες έννοιες για τους θεούς, ενώ ο δεύτερος τους απορρίπτει επειδή είναι χριστιανός και επειδή αγνοεί το ερμηνευτικό κλειδί. Άλλωστε στο έργο «Ασκητικαί διατάξεις προς τους εν κοινοβίω και καταμόνας ασκούντας», συμβουλεύει τον κάθε μοναχό να δοξολογεί τον θεό έχοντας το νου του σταθερό λογιζόμενο πάνω σε χωρία των Γραφών και όχι «ελληνικώς μυθολογών». «…και όταν δοξολογήσης αυτόν, μη πλανώμενος τον νουν ώδε κακείσε, μηδέ ελληνικώς μυθολογών, αλλ’ από των αγίων Γραφών εκλεγμένος…» (PG, τ. 31, σ. 1329).
Άρα, ο Πλάτων ως φορέας της γνήσιας ελληνικής παραδόσεως μιλάει ορθώς και με ανώτερο τρόπο, ενώ ο Βασίλειος ουκ ορθώς έχοντας την αντιληπτική του ικανότητα επηρεασμένη από την εβραϊκή νοοτροπία των Γραφών.
Σοφιστές
Με το όρο «σοφιστές» εννοούνται όλοι εκείνοι οι διανοητές που εμφανίστηκαν κατά τον 5ο-4ο αι. π.κ.ε., και που εισηγήθηκαν την αντιλογική/το αντεπιχείρημα, τη θέση ότι κάθε τι μπορεί να στηριχτεί και ταυτόχρονα να αποκρουστεί ανάλογα από τον τρόπο που προσεγγίζεται. Με αυτόν τον τρόπο εισήγαγαν μια σχετικότητα που θεωρήθηκε ότι έφτανε ακόμα και ως την αμφισβήτηση των παραδοσιακών αξιών, αλλά και το κατά πόσο υπάρχει η αλήθεια στο αισθητό υλικό πεδίο. Αυτό όμως δεν επιχειρήθηκε με τρόπο στείρο και άγονο, με συνθηματολογία και επίθεση. Αλλά μέσω του λόγου, προτείνοντας νέο τρόπο θεώρησης των πραγμάτων και νέες στάσεις ζωής. Η συμβολή τους στα γράμματα και την παιδεία πολύ σημαντική και σπουδαία. Συνέβαλαν στην ρητορική τέχνη, την πολιτική, στη γλώσσα, στη λογική. Παρέδιδαν μαθήματα επί πληρωμή. Οργάνωσαν συστηματικά σειρές μαθημάτων, επεξεργάστηκαν και αξιολόγησαν την πρότερη γνώση εστιάζοντας στον ανθρωπολογικό προβληματισμό. Ωστόσο μεταξύ τους διαφοροποιούνται. Δεν ήταν όλοι οι σοφιστές το ίδιο.
-Από νωρίς οι Σοφιστές [που οι παγανιστές τους δίκαζαν με τις περίφημες «δίκες αθεΐας» του 5ου αιώνα π.Χ.] έλεγαν ότι «άνθρωπος μέτρο πάντων πραγμάτων»
Κανένας σοφιστής δεν πέρασε «δίκη αθεΐας» εξαιτίας του αξιώματος «άνθρωπος μέτρο πάντων πραγμάτων». Ο Πρωταγόρας, στον οποίο ανήκει το παραπάνω, εκδιώχθηκε από την Αθήνα εξ αιτίας του ότι σε ένα έργο του έλεγε ότι δεν ξέρει αν υπάρχουν θεοί. Με βάση ένα προϋπάρχον ψήφισμα, είτε πέρασε από δίκη είτε όχι (οι πληροφορίες διίστανται σε αυτό), εξορίστηκε. Περισσότερα μπορεί να βρει κανείς εδώ.
Εκτός από τον Πρωταγόρα, κανένας άλλος σοφιστής -εξ όσων γνωρίζουμε-, δεν πέρασε από κάποια «δίκη αθεΐας». Ο Πλάτων στον διάλογο «Θεαίτητος» διερευνά κατά πόσο το αξίωμα αυτό ισχύει ή όχι και σε ποιες περιπτώσεις. Αυτό δείχνει ότι ήταν διαδεδομένο.
-Οι διωχθέντες από τους Παγανιστές φιλόσοφοι: Αναξαγόρας, Πρωταγόρας, Διογένης, Πρόδικος, Στίλπων ο Μεγαρεύς, Θεόδωρος ο άθεος, κι ο μέγας Σωκράτης, αποτελούν απόδειξη της ταύτισης «ελληνικής φιλοσοφίας» και αρχαίου παγανισμού, ΝΑΙ ή ΌΧΙ;
Για τους αναφερόμενους φιλοσόφους έχει γίνει λόγος εδώ και εδώ. Εκεί μπορεί κανείς να διαβάσει για τις διαστρεβλώσεις των νεο-απολογητών.
Σωκράτης
Όσον αφορά τον Σωκράτη, ας δούμε τι λένε οι πηγές.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος γράφει ότι η Πυθία απάντησε στον Χαιρεφώντα δίδοντας την εξής μαρτυρία για τον Σωκράτη· «ανδρών απάντων Σωκράτης σοφώτατος» (Βίοι φιλοσόφων, βιβλίο Β΄, παράγραφος 37). Για αυτό «εφθονήθη μάλιστα· και δη και ότι διήλεγχε τους μέγα φρονούντας εφ’ εαυτοίς ως ανοήτους» (παράγραφος 38). Ανάμεσα στους συκοφάντες κατηγόρους, ήταν ο Άνυτος, ο Λύκων, και ο Μέλητος τον οποίο «συνέπεισεν κατ’ αυτού γραφήν ασεβείας και των νέων διαφθοράς». Οι τρείς αυτοί κατήγοροι εκπροσωπούσαν συμφέροντα τα οποία ο Σωκράτης -με την φιλοσοφική του δράση- έθιγε. «…τον μεν Άνυτον ως υπέρ των δημιουργών και των πολιτικών οργιζόμενον, τον δε Λύκωνα υπέρ ρητόρων, και τον Μέλητον υπέρ ποιητών, ους άπαντας ο Σωκράτης διέσυρε» (ο. π. 39). Η επίσημη κατηγορία λοιπόν που διατυπώθηκε κατά του Σωκράτους και που διαφυλάσσονταν στο Μητρώο, ήταν: «Αδικεί Σωκράτης, ους μεν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, ετέρα δε καινά δαιμόνια εισηγούμενος· αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων. Τίμημα θάνατος» (ο. π. 40). Όταν πέτυχαν την καταδίκη του και τελικά την θανάτωσή του, ο Διογένης αναφέρει ότι «Αθηναίοι δ’ ευθύς μετέγνωσαν, ώστε κλείσαι και παλαίστρας και γυμνάσια» (ο. π. 43). Καταδίκασαν σε θάνατο τον Μέλητο, τους άλλους κατηγόρους τους φυγάδευσαν, και «Σωκράτην δε χαλκή εικόνι ετίμησαν, ην έθεσαν εν τω πομπείω (= αίθουσα πομπών), Λυσίππου ταύτην εργασαμένου». Ο Άνυτος που κατέφυγε στην Ηράκλεια, την ίδια μέρα εκδιώχθηκε από τους κατοίκους.
Ο Ξενοφών τονίζει την θρησκευτική φύση του Σωκράτους: «Ωστόσο φανερά πολλές φορές πρόσφερε θυσίες στο σπίτι του, πολλές και στους κοινούς βωμούς της πόλης και φανερά κατέφευγε στην μαντική. […] δεν εισήγαγε τίποτα πιο καινούριο απ’ ότι οι άλλοι, όσοι πιστεύοντας στην μαντική χρησιμοποιούν τα πουλιά και τις προφητικές φωνές και τα φυσικά σημάδια και τις θυσίες. Γιατί κι αυτοί δεν πιστεύουν ότι τα πουλιά ή όσοι απαντούν σε αυτά γνωρίζουν τι είναι ωφέλιμο για όσους ζητούν μαντείες, αλλά ότι οι θεοί δείχνουν το μέλλον μέσα απ’ αυτά· το ίδιο πίστευε και εκείνος» (Απομνημονεύματα, σ. 49, Κάκτος). Σε άλλο σημείο: «Και αφού είχε εμπιστοσύνη στους θεούς, πως δεν πίστευε στην ύπαρξή τους; » (ο. π. σ. 51). Πολύ πριν την καταδίκη του επί καθεστώτος δημοκρατίας, είχε κυνηγηθεί ο ίδιος και η φιλοσοφία του και από την ολιγαρχία των Τριάκοντα. Γράφει πάλι ο Ξενοφών: «[…] μισούσε τον Σωκράτη ο Κριτίας, ώστε και όταν έγινε ένας από τους Τριάκοντα και πήρε το αξίωμα του νομοθέτη μαζί με τον Χαρικλή, κράτησε μνησικακία εναντίον του και έγραψε νόμους να μη διδάσκουν τη διαλεκτική τέχνη, θέλοντας να βλάψει τον Σωκράτη και μην μπορώντας να του επιτεθεί με άλλον τρόπο, παρά αποδίδοντάς του την κοινή κατηγορία που αποδιδόταν από πολλούς ανθρώπους σε όλους τους σοφιστές και διαβάλλοντάς τον απέναντι στο λαό. […] όταν οι Τριάκοντα άρχισαν να σκοτώνουν πολλούς πολίτες και μάλιστα τους καλύτερους και προέτρεπαν πολλούς να κάνουν αδικίες, ο Σωκράτης είπε κάπου ότι του φαινόταν παράξενο, αν κάποιος γινόταν βοσκός σε αγέλη αγελάδων και έκανε τις αγελάδες λιγότερες και χειρότερες, να μην ομολογήσει ότι είναι κακός βοσκός· και ακόμα πιο παράξενο, αν κάποιος κυβερνήτης της πόλης να μην ντρέπεται και να μη νομίζει ότι είναι κακός άρχοντας, κάνοντας τους πολίτες λιγότερους και χειρότερους. Όταν το πληροφορήθηκαν αυτό, ο Κριτίας και ο Χαρικλής κάλεσαν τον Σωκράτη, του έδειξαν τον νόμο και του απαγόρευσαν να συζητά με τους νέους» (ο. π. σ. 73). Ακόμα, «Πως λοιπόν είναι δυνατό να είναι ένοχος για όσα κατηγορήθηκε; Αυτός που αντί του να μην πιστεύει σε θεούς όπως κατηγορήθηκε, φανερά λάτρευε τους θεούς περισσότερο απ’ όλους τους ανθρώπους…;» (ο. π. σ. 89). «Σχετικά λοιπόν με τους θεούς ήταν φανερό ότι έκανε και έλεγε με ποιο ακριβώς τρόπο αποκρίνεται και η Πυθία σ’ αυτούς που τη ρωτούν πως πρέπει να πράττουν οι άνθρωποι σχετικά με τις θυσίες ή με τη φροντίδα των προγόνων τους ή με κάτι άλλο απ’ αυτά. Γιατί και η Πυθία χρησμοδοτεί πως όσοι πράττουν σύμφωνα με τα έθιμα της πόλης ενεργούν με ευσέβεια και ο Σωκράτης το ίδιο έκανε αλλά και τους άλλους συμβούλευε να κάνουν, ενώ όσους συμπεριφέρονταν διαφορετικά τους θεωρούσε ματαιόπονους και ματαιόδοξους. Ακόμα εύχονταν στους θεούς να δίνουν απλώς τα αγαθά, γιατί πίστευε ότι οι θεοί ξέρουν καλύτερα ποια είναι τα αγαθά» (ο. π. σ. 89-91).
Ας περάσουμε στην «Απολογία». Εκεί αναφέρεται ότι ο Σωκράτης θέλησε να μάθει γιατί το μαντείο χρησμοδότησε ότι δεν υπάρχει σοφότερος άνθρωπος από τον ίδιο. Από τη μια δεν μπορούσε να δεχτεί το ενδεχόμενο ότι το μαντείο λαθεύει, από την άλλη δεν θεωρούσε τον εαυτό του ως τον σοφότερο άνθρωπο. Για αυτό λοιπόν ξεκίνησε ο Σωκράτης να διαλέγεται με διάφορους άλλους θεωρούμενους σοφούς και γνώστες, προκειμένου να εισδύσει στο βάθος του χρησμού. Αναρωτήθηκε που έγκειται η σοφία. «Και για πολύ καιρό απορούσα τι ήθελε να πει. Πολύ αργότερα άρχισα να εξετάζω το ζήτημα με τον τρόπο που θα σας πω. Πήγα σε κάποιον απ’ αυτούς που θεωρούνται σοφοί, γιατί ίσως εκεί θα μπορούσα να ελέγξω το μαντείο και να πω στον χρησμό: “Αυτός εδώ είναι σοφότερος από μένα, ενώ εσύ είπες ότι εγώ είμαι”. Εξετάζοντάς τον λοιπόν σε βάθος αυτόν -δεν χρειάζεται να πω το όνομά του, ήταν κάποιος από τους πολιτικούς- εξετάζοντάς τον λοιπόν και συζητώντας μαζί του, έπαθα το εξής, ω άνδρες Αθηναίοι: μου φάνηκε ότι αυτός ο άνδρας φαινόταν σοφός και σε πολλούς άλλους ανθρώπους και προπάντων στον εαυτό του, ενώ δεν ήταν. Και έπειτα προσπαθούσα να του αποδείξω ότι νόμιζε πως ήταν σοφός, ενώ δεν ήταν. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως με αντιπάθησε αυτός και πολλοί από τους παρόντες. Εγώ λοιπόν καθώς έφευγα σκεφτόμουν ότι: “Απ’ αυτόν τον άνθρωπο εγώ είμαι σοφότερος. Γιατί, όπως φαίνεται, κανένας από τους δυο μας δεν γνωρίζει τίποτα σπουδαίο. Αλλά αυτός νομίζει (κείμενο: οίεται) ότι γνωρίζει ενώ δεν γνωρίζει. Εγώ όμως, δεν γνωρίζω τίποτα, αλλά ούτε και νομίζω ότι γνωρίζω. Φαίνεται ότι από εκείνον, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, είμαι λίγο σοφότερος, γιατί εκείνα που δεν γνωρίζω δεν νομίζω ότι τα γνωρίζω (κείμενο: ότι α μη οίδα ουδέ οίομαι ειδέναι)”. Μετά πήγα σε κάποιον άλλον, από εκείνους που θεωρούνται σοφότεροι από αυτόν, και κατάλαβα ότι συμβαίνει και μ’ αυτόν ακριβώς το ίδιο. Έτσι με αντιπάθησε και εκείνος και πολλοί άλλοι. Μετά απ’ αυτά συνέχισα να πηγαίνω και σε άλλους, παρ’ όλο που το ένιωθα- και λυπόμουνα και φοβούμουνα – πως γινόμουνα μισητός, ωστόσο μου φαινόταν ότι ήταν αναγκαίο να προτιμήσω να ερευνήσω τα λόγια του θεού. Έπρεπε λοιπόν να πάω, εξετάζοντας τι θέλει να πει ο χρησμός, σε όλους που θεωρούνταν ότι γνωρίζουν κάτι. Και μα τον κύνα, ω άνδρες Αθηναίοι, -γιατί πρέπει να σας πω την αλήθεια- να τι μου συνέβη: οι πιο φημισμένοι μου φάνηκαν να ξέρουν σχεδόν τα λιγότερα, όταν τους εξέταζα σύμφωνα με τα λόγια του θεού, ενώ άλλοι, που φαίνονταν κατώτεροι, ήταν πιο συνετοί άνδρες» (ο. π. σ. 35-37). Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι το ίδιο έκανε με τους ποιητές, τους χειροτέχνες. Και καταλήγει: «Γιατί κάθε φορά που αποδεικνύω την άγνοια κάποιου, νομίζουν οι παρόντες ότι είμαι σοφός σ’ αυτά που εκείνος δεν γνωρίζει. Όπως φαίνεται όμως, ω άνδρες Αθηναίοι, ο θεός μόνο είναι πράγματι σοφός και μ’ αυτόν το χρησμό αυτό λέει, ότι η ανθρώπινη σοφία έχει μικρή αξία, ίσως και καμία. Και πιθανόν να υποδεικνύει τον Σωκράτη, και να χρησιμοποιεί το όνομά μου φέρνοντάς με για παράδειγμα, σα να ‘ήθελε να πει: “Εκείνος από σας είναι, ω άνθρωποι, ο σοφότερος που, σαν τον Σωκράτη, γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι διόλου σοφός”» (ο. π. σ. 39).
Σύμφωνα λοιπόν με τις πηγές, ο Σωκράτης καταδικάστηκε από φθόνο μετά από κατασκευασμένες κατηγορίες εναντίον του. Δεν κατηγορήθηκε από κάποιο ιερατείο αλλά από το πολιτικό κατεστημένο (είτε ήταν στην εξουσία η ολιγαρχία είτε η δημοκρατία), επειδή με όσα έλεγε θίγονταν τα στενά τους συμφέροντα. Είχε φύση θρησκευτική, δέχονταν την μαντική τέχνη, συμμετείχε στα θρησκευτικά δρώμενα (θυσίες). Κατηγορήθηκε ότι «διαφθείρει» τους νέους επειδή τους έπειθε «…ότι η αρετή δεν γίνεται από τα χρήματα, αλλά τα χρήματα και όλα τα άλλα ανθρώπινα αγαθά, και τα ιδιωτικά και τα δημόσια, από την αρετή» (ο. π. σ. 61).
Εφόσον οι απολογητές ονομάζουν τον Σωκράτη «μέγα», γιατί δεν ασπάζονται όσα εκείνος ασπάζονταν;
-Όταν ένας εκπρόσωπος της επίσημης αρχαίας θρησκείας στην εκκλησία του Δήμου του 5ου π.Χ. πέτυχε να ψηφιστεί νόμος εναντίον που «τὰ θεῖα μὴ νομίζειν καὶ λόγους περὶ τῶν ματαρσίων (οὐρανίων) διδάσκειν», δηλαδή κατά των φιλοσόφων, ΡΩΤΑΜΕ, μήπως αυτό είναι απόδειξη της ταύτισης του «ελληνικού πολιτισμού» και της «ελληνικής φιλοσοφίας» με την ΑρχαιοΕλληνική θρησκεία;
Το ψήφισμα που πρότεινε ο Διοπείθης και που τελικά έγινε νόμος, έλεγε (όπως μας το διασώζει ο Πλούταρχος)· «Και ψήφισμα Διοπείθης έγραψεν εισαγγέλεσθαι τους τα θεία μη νομίζοντας ή λόγους περί μεταρσίων διδάσκοντας, απειρειδόμενος εις Περικλέα δι’ Αναξαγόρου την υπόνοιαν». Δηλαδή: «Εκείνο τον καιρό ο Διοπείθης πρότεινε την ψήφιση νόμου, να περνούν από δημόσια δίκη εκείνοι που δεν παραδέχονται τα θεία ή πιστεύουν σε θεωρίες άλλες για τα ουράνια φαινόμενα, βάζοντας με αυτό τον τρόπο ως στόχο τον Περικλή, μέσω του Αναξαγόρα» (Περικλής, 32.1).
Επομένως, το ψήφισμα θεσπίστηκε γενικά για κάθε έναν που δεν παραδέχονταν τους θεούς της πόλεως, και όχι ειδικά κατά των φιλοσόφων όπως ψευδώς πάλι ισχυρίζονται. Και χρησιμοποιήθηκε από τους πολιτικούς αντιπάλους του Περικλή, για να κτυπήσουν έμμεσα τον ίδιο. Εκτός αυτού όμως, θεσπίστηκε σε μια εποχή όπου έπρεπε να διατηρηθεί η ενότητα της Αθήνας, μιας και βρισκόμαστε μέσα στον πολύπαθο πελοποννησιακό πόλεμο. Και ως γνωστόν, η θρησκεία είναι συστατικό στοιχείο ενότητας. Οποιοσδήποτε θεωρούνταν ότι συντελούσε στην κατάλυσή της με όσα λέει και κάνει, μπορούσε να κατηγορηθεί, να περάσει από δίκη, και να τιμωρηθεί. Επόμενο ήταν το ψήφισμα αυτό να χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά από όποιον ήθελε να πλήξει τον πολιτικό του αντίπαλο. Σε καμία από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, δεν υπήρξε εξαναγκασμός να δεχτεί κάποιος την αρχαία ελληνική θρησκεία. Η λειτουργία της διάταξης ήταν θα λέγαμε αμυντικού χαρακτήρα και όχι επιθετικού. Όσον αφορά το τι θεωρούνταν «ελληνικό», ας αφήσουμε να μας το εκφράσουν οι ίδιοι οι φορείς του και όχι οι χριστιανοί. Μας διασώζει ο Ηρόδοτος την απάντηση των Αθηναίων προς τους Σπαρτιάτες πρεσβευτές, όταν σε κάποια φάση των μηδικών οι δεύτεροι φοβήθηκαν μήπως οι πρώτοι συμμαχούσαν τελικά με τους Πέρσες, γενόμενοι έτσι προδότες της ίδιας τους της πατρίδας. Αφού τους επέπληξαν, τους είπαν· «Αύτις δε το Ελληνικόν, εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον, και θεών ιδρύματα τε κοινά και θυσίαι ήθεά τε ομότροπα, των προδότας γενέσθαι Αθηναίους ουκ αν ευ έχοι» (Ουρανία, παράγραφος 144).
Ως εκ τούτου, η αρχαία ελληνική θρησκεία είναι βασικό στοιχείο της έννοιας «ελληνικόν», και επομένως βασικό στοιχείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Η δε φιλοσοφία θα μπορούσε να ενταχθεί στο «ομότροπον», δηλαδή στον ίδιο ελληνικό τρόπο που είναι αυτός της ελευθερίας στην σκέψη και στην έκφραση. Αυτό εκφράζει η αρχαία συνείδηση η οποία ποδοπατήθηκε επί χριστιανικού Βυζαντίου!
Συνεπώς, ναι η αρχαία ελληνική θρησκεία έπαιξε έναν βαρυσήμαντο και ουσιαστικό ρόλο στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Το αν υπήρχαν άνθρωποι που διαφοροποιούνταν από αυτήν με τις απόψεις τους, με τούτο δεν σημαίνει ότι δεν συνεισέφεραν κάτι στον ηθικό και πνευματικό βίο, είτε λιγότερο είτε περισσότερο. Σύμφωνα με το λεξικό του Δ. Δημητράκου, πολιτισμός είναι «κατάστασις της κοινωνίας, καθ’ ην ο άνθρωπος έχει οπωσδήποτε αποσπασθή της αμέσου επιδράσεως της φύσεως και έχει αναπτύξει βίον ηθικόν, πνευματικόν και καλαισθητικόν» (τ. ΙΑ, σ. 5947). Επομένως, όποιος αρνείται την σύνδεση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με την αρχαία ελληνική θρησκεία, στην ουσία αρνείται τον ίδιο τον πολιτισμό που επί αιώνες αναγνωρίζουν όλοι οι μορφωμένοι άνθρωποι στην υφήλιο εκτός από τους νέο- έλληνες χριστιανούς.
-Ο Πρωταγόρας που έλεγε ότι δεν ξέρει αν υπάρχουν θεοί, και γι’ αυτό οι Παγανιστές τον εξόρισαν, βάσιζε τον ελληνικό πολιτισμό του στην παγανιστική θρησκεία, ναι ή όχι;
Οι σοφιστές συνεισέφεραν σε πολλούς τομείς του πνεύματος, συνεπώς και στον πολιτισμό. Συμβαίνει όμως το εξής «παράδοξο»· ο Πρόδικος που ήταν άθεος (και όχι απλά αγνωστικιστής όπως ο Πρωταγόρας), διασώζει τον μύθο του Ηρακλή που όταν ήταν έφηβος συνάντησε την Κακία και την Αρετή. Να λοιπόν που εμπνεύστηκε από την θρησκεία αν και ήταν άθεος. Επομένως, δεν παίζει ρόλο αν κάποιος τοποθετείται απέναντι στη θρησκεία θετικά, αρνητικά, ή αν κρατάει ουδέτερη στάση. Διότι, αν εξετάσουμε όλους τους άλλους φιλοσόφους, για παράδειγμα της Ακαδημίας που ίδρυσε ο Πλάτων, τί θα πούμε; Ότι η φιλοσοφική σκέψη της σχολής αυτής ήταν ξέχωρη από τη θρησκεία; Ο Πρωταγόρας δεν βασίστηκε στην ελληνική θρησκεία, όμως δέχτηκε επιδράσεις από αυτήν, διότι αφενός πουθενά δεν την απέρριψε ως σύστημα αξιών, αφετέρου η αγνωσία του περί της υπάρξεως ή όχι των θεών δεν σημαίνει και απόρριψη αυτών.
Ξενοφάνης
-Ο Ξενοφάνης απορρίπτει την ιδέα ότι οι θεοί γεννιούνται, κεντρική ιδέα της Θεογονίας και του Ομήρου, δηλαδή της λαϊκής παγανιστικής θρησκείας. Ο Ξενοφάνης είναι επίσης ο φιλόσοφος που αρνήθηκε κάθε εγκυρότητα της μαντικές.
(Ξενοφάνης, Α 52, Αέτιος 5.1.1.)
Ο Ξενοφάνης είναι περίπτωση φυσικού προσωκρατικού φιλοσόφου που έδρασε ανεξάρτητα από κάποια σχολή. Όπως αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος, «αυτός ερραψώιδει τα εαυτού» (Προσωκρατικοί, Ξενοφάνης, Κάκτος σ. 84). Συνεπώς, οι απόψεις που εκφράζει είναι προσωπικές. Για αυτό άλλοτε συμφωνεί άλλοτε διαφωνεί με τα παραδεδομένα. Ο Ξενοφάνης δεν αντιτάσσεται στην αρχαία ελληνική θρησκεία. Αντιθέτως, την αποδέχεται. Κατακρίνει τον ανθρωποπαθή τρόπο παρουσιάσεως των θεών από τον Όμηρο και τον Ησίοδο, και φαίνεται να κατακρίνει την κατά γράμμα ερμηνεία των μύθων.
Ας δούμε κάποια αποσπάσματα…
«…κι εκεί στο μέσο αγνή ευωδιά από λιβάνι· κρύο νερό γλυκό και καθαρό, μπροστά μας ξανθοκόκκινα ψωμιά, τραπέζι μεγαλόπρεπο, κατάφορτο τυρί και παχύ μέλι. Στο κέντρο ο βωμός παντού ανθοστόλιστος κι όλο το σπίτι ν’ αντηχεί τραγούδια και ευφροσύνη. Οι φρόνιμοι όμως πρώτα πρέπει τον θεόν να υμνούν με μύθους ευλαβείς και λόγια καθαρά. Και αφού κάνουν σπονδές και δεηθούν δύναμη να’ χουν δίκαια να ενεργούν» (απόσπασμα 1, ο. π. σ. 65).
Ο βωμός της Εστίας, ύμνοι στον θεό, μύθοι ευλαβείς, σπονδές, δέηση. Που ακριβώς έρχεται σε αντίθεση με τη θρησκεία;
«Αγαθόν είναι πάντα να’ χει σεβασμό προς τους θεούς» (ο. π. σ. 67).
«Ένας θεός μοναδικός, ο πιο τρανός και στους θεούς και στους ανθρώπους, ούτε όμοιος στο κορμί με τους θνητούς, ούτε στη σκέψη» (απόσπασμα 23, ο. π. σ. 75).
Ενώ αναφέρθηκε πριν σε «θεό», τώρα σε «θεούς». Σε πλήρη συμφωνία με τον ενοθεισμό της αρχαίας ελληνικής θρησκείας.
Ωστόσο, δεν μπορεί να εμβαθύνει στο πνευματικό θεολογικό πεδίο και να ερμηνεύσει τις γεννήσεις των θεών, τους πολέμους μεταξύ των, την αρπαγή των εξουσιών, τις νόμιμες και παράνομες συζεύξεις. Για αυτό και έμενε στα ρηχά. Άλλωστε είναι γνωστός ως «φυσικός» φιλόσοφος και όχι ως θεολόγος. Χωρίς να θέλω να γράψω περισσότερα, απλά θα πω ότι θα ήταν κραυγαλέα αντίφαση αν ο Όμηρος και ο Ησίοδος που εκθειάζουν την αρετή και τη δικαιοσύνη (κάτι που παραδέχεται ακόμα και ο Βασίλειος που είδαμε παραπάνω), εννοούσαν ότι αυτά που έγραφαν περί θεών έπρεπε να τα εκλάβει κανείς κατά γράμμα. Η φαινομενική αυτή αντίφαση αναιρείται μόνο αν κανείς κάνει τη διάκριση μεταξύ ιερατικού μύθου και ηθικού- φιλοσοφικού.
Όσον αφορά την απόρριψη της μαντικής τέχνης, στηρίζεται σε μια αμφίβολο και μεταγενέστερη αναφορά του Αέτιου (1ος αι. π. κ. ε) για τον Ξενοφάνη (6ος αι. π.κ.ε.).
-Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε από τους Παγανιστές ότι ερευνούσε πράγματα κάτω από τη γη και πάνω από τον ουρανό Η περίπτωσή του συνδέθηκε και με τη σοφιστική, γιατί κατηγορήθηκε και ότι τον «ήττω λόγον κρείττω εποίει». Αποτελεί ο Σωκράτης απόδειξη ότι ο Παγανισμός ήταν η αιτία της φιλοσοφίας του, ναι ή όχι;
Αυτό έχει απαντηθεί παραπάνω. Μόνο ένας εντελώς άσχετος θα αποσυνέδεε τον Σωκράτη από τη θρησκεία.
Εμπεδοκλής
-Ο Έλληνας φιλόσοφος Εμπεδοκλής (494-434 π.Χ.) ισχυρίζεται πως δεν είναι θνητός, αλλά θεός.
Το απόσπασμα αναφέρεται στην «Παλατινή ανθολογία» και είναι το απόσπασμα 112, της συλλογής Diels-Kranz. Έχει ως εξής: «ήδη γαρ ποτ’ εγώ γενόμην κουρός τε κόρη τε, θάμνος, τ’ οιωνός τε και εξ αλός έμπυρος ιχθύς. Ω φίλοι, οι μέγα άστυ κατά ξανθού Ακράγαντος ναίετ’ αν άκρα πόλιος, αγαθών μεληδήμονες έργων, χαιρετ’· εγώ δ’ ύμμιν θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός, πωλεύμαι μετά πάσι τετιμένος, ώσπερ έοικεν, ταινίαις τε περίστεπτος στέφεσιν τε θαλείοις».
Δηλαδή: «Γιατί κι εγώ κάποτε υπήρξα νέος άνδρας και κόρη, θάμνος και πουλί, και ψάρι που πετάχτηκε απ’ τη θάλασσα. Ω φίλοι, που κατοικείτε τη μεγάλη πόλη του ξανθού Ακράγαντα, ψηλά στα τείχη, φροντίζοντας για τα έργα των αγαθών, χαίρετε• γιατί εγώ είμαι για σας θεός αθάνατος, όχι πια θνητός, περιπλανώμενος μεταξύ όλων, τιμημένος, όπως αρμόζει, στεφανωμένος με ταινίες και στεφάνια θαλερά».
Ο Εμπεδοκλής εκφράζει τον κύκλο των μετενσαρκώσεων-παλιγγενεσιών που οδηγεί εξελικτικά την ψυχή στην τελειοποίησή της. Πως δηλαδή, ξέπεσε η ανθρώπινη ψυχή (η φύση της ψυχής στην αρχαία ελληνική παράδοση είναι συγγενική προς το θείον) σε διάφορα σώματα, προκειμένου να κάνει τον μεγάλο κύκλο της και να επιστρέψει εκεί που ήταν. Το σχήμα θυμίζει κύκλο που ανελίσσεται σπειροειδώς, όπου σε κάθε επόμενο επίπεδο γίνεται ολοένα μεγαλύτερος. Επίσης, εδώ αναδεικνύεται η ιδέα της ενότητας όλων των όντων. Ο Εμπεδοκλής λοιπόν, δεν θεωρεί ότι είναι…θεός καταργώντας τους θεούς, όπως ανοήτως υπονοεί ο χριστιανός αρθρογράφος. Για αυτό και λέει το απόσπασμα: «θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός», δείχνοντας ότι ήρθε σε τελείωση. Ο Θ. Βέικος σχολιάζει επ’ αυτού: «Οι ενσωματώσεις της ψυχής αρχίζουν από τον κόσμο των φυτών και των ζώων (και ο ίδιος ο Εμπεδοκλής ομολογεί ότι βρισκόταν κάποτε τόσο χαμηλά στην κλίμακα ενσωμάτωσης ώστε είχε γίνει θάμνος) και φτάνουν ως το επίπεδο “προφητών, γιατρών, και αρχόντων”. Ο ίδιος ο Εμπεδοκλής, που πέρασε απ’ όλα αυτά τα στάδια ενσωμάτωσης, προβάλλει τον εαυτό του σαν θεό που τριγυρίζει ανάμεσα στους θνητούς συνανθρώπους του» (Προσωκρατικοί, σ. 292).
Ευριπίδης
Σε ένα απόσπασμα από τη χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη «Βελλερεφόντης», κάποιος λέει: «λένε πως υπάρχουν στον ουρανό θεοί. Δεν υπάρχουν, όχι, δεν υπάρχουν». Ο Ευριπίδης, όπως προανέφερα, δικάστηκε από τους Παγανιστές για «ασέβεια». Είναι ο Ευριπίδης και η ποίησή του τμήμα του «ελληνικού πολιτισμού», ναι, ή όχι; Είναι το έργο του προϊόν της παγανιστικής σκέψης, ναι ή όχι;
Τα λόγια αυτά ανήκουν σε πρόσωπο της συγκεκριμένης τραγωδίας του Ευριπίδη, και όχι στον ίδιο τον Ευριπίδη. Σε ένα θεατρικό έργο, δεν είναι απαραίτητο τα λόγια που θέτει ο συγγραφέας στο στόμα κάποιου προσώπου, να ταυτίζονται με τις προσωπικές θέσεις του συγγραφέως. Διότι αν δεχτούμε ότι αυτό αντικατοπτρίζει τις απόψεις του Ευριπίδη, τότε τι πρέπει να πούμε ότι συμβαίνει όταν ο Ευριπίδης παρουσιάζει τη νίκη του αδικημένου θεού Διόνυσου στις «Βάκχες» ή όταν βάζει τη μάντιν Θεονόη να γνωρίζει τα θεϊκά, τα τωρινά και τα μελλούμενα στην τραγωδία «Ελένη»; Ότι ο Ευριπίδης φάσκει και αντιφάσκει; Άλλωστε το τι θέλει να εκφράσει ο κάθε τραγικός φαίνεται από την εξέλιξη της εκάστοτε τραγωδίας. Και εδώ έχουμε μόνο το απόσπασμα. Είναι σύνηθες στις τραγωδίες να αποδίδονται «ασεβείς» λόγοι σε ορισμένα πρόσωπα ώστε να εντείνεται η δραματικότητα και να υποδεικνύεται η υπέρβαση του μέτρου που οδηγεί στην ύβρη. Ο Ευριπίδης, όπως φαίνεται από το σωζόμενο απόσπασμα, θέλει να οδηγήσει τον θεατή μπροστά σε μια αντινομία. Από τη μια υπάρχει η αξία της ευσέβειας και η πίστη στους θεούς που είναι αιώνιες αξίες. Από την άλλη, η καθημερινή εμπειρία δείχνει ότι οι ασεβείς, οι άδικοι, όσοι δεν υπολογίζουν το θεϊκό παράγοντα στη ζωή τους, ζουν ευτυχέστερα. Η ευσέβεια φαίνεται ότι δεν αμείβεται, αλλά αντιθέτως με τις αδικίες φαίνεται ότι κανείς προοδεύει και γίνεται κύριος των άλλων. Ο ανήθικος περνά καλά και ο ηθικός δύσκολα. Τι συμβαίνει, και ποια τα κριτήρια προκειμένου να εκλέξει κανείς την αρετή και να απορρίψει την κακία;
Το απόσπασμα λέει το εξής:
«Φησίν τις είναι δητ’ εν ουρανώ θεούς; Ουκ εισίν, ουκ εισίν, ει τις ανθρώπων θέλει μη τω παλαιώ μώρος ων χρήσθαι λόγω. Σκέψασθε δ’ αυτοί, μη επί τοις εμεοίς λόγοις γνώμην έχοντες. Φημ’ εγώ τυραννίδα κτείνειν τε πλείστους κτημάτων τ’ αποστερείν όρκους τε παραβαίνοντας εκπορθείν πόλεις· και ταύτα δρώντες μαλλόν εισ’ ευδαίμονες των ευσεβούντων ησυχή καθ’ ημέραν. Πόλεις τε μικράς οίδα τιμώσας θεούς, αι μειζόνων κλύουσι δυσσεβεστέρων λόγχης αριθμώ πλείονος κρατούμεναι» (Ευριπίδης, απόσπασμα 286 Nauck).
Σε απόδοση: «Κάποιος λέει πως υπάρχουν στ’ αλήθεια θεοί στον ουρανό; Δεν υπάρχουν, δεν υπάρχουν, αν κάποιος άνθρωπος θέλει να μην χρησιμοποιεί τον παλιό, ανόητο λόγο. Σκεφτείτε μόνοι σας, χωρίς να στηρίζεστε στα δικά μου λόγια, κρίνοντας με το δικό σας νου. Λέω ότι η τυραννία σκοτώνει πολλούς και στερεί περιουσίες, παραβαίνοντας όρκους, καταστρέφει πόλεις. Κι όμως, αυτοί που τα κάνουν αυτά είναι πιο ευτυχισμένοι από όσους ζουν ήσυχα και ευσεβώς κάθε μέρα. Γνωρίζω μικρές πόλεις που τιμούν τους θεούς, κι όμως έχουν πάθει από μεγαλύτερες, πιο ασεβείς πόλεις, που τις κυρίευσαν με το πλήθος των δοράτων».