Η ετυμολογία της λέξης «άνθρωπος»
12/01/2012 |
50,569 εμφανίσεις |
Σχολιασμός
Η ετυμολόγηση της λέξης «άνθρωπος», δεν είναι απολύτως βέβαιη. Υπάρχουν σήμερα, κυρίως τρεις εκδοχές, απ’ τις οποίες η μία είναι η πιο γνωστή, η άλλη η οποία είναι και η επικρατέστερη και μια λιγότερο γνωστή που αναφέρεται στον «Κρατύλο» του Πλάτωνα.
Η πρώτη και αρκετά δημοφιλής, ετυμολογεί τη λέξη «άνθρωπος» από το «άνω»+«θρώσκω» (αναπηδώ)+«όπωπα» (παρακείμενος του «ορώ», δηλ. βλέπω). Δηλαδή, αυτός που πορεύεται και κοιτάζει προς τα πάνω. Αυτή άποψη βρίσκει θερμότερη αποδοχή στους θεολογικούς και θρησκευτικούς κύκλους, καθώς υπονοεί την πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό (όπως κι αν λέγεται αυτός).
Ωστόσο, επικρατέστερη ετυμολόγηση της λέξης, η οποία είναι αποδεκτή από την πλειονότητα της επιστημονικής γλωσσολογικής κοινότητας, είναι: «Άνδρας»+«ωψ» (γεν. ωπός). Δηλαδή, αυτός που έχει την όψη ανδρός (βλέπε και λεξικό Στ. Βασδέκη). Στην αρχαιότητα ο «άνδρας» (ανήρ) υποδήλωνε επιπλέον και τα δύο φύλα, δηλαδή τον άνθρωπο, όπως εξηγεί κι ο Δημήτρης Λιαντίνης…
Την άποψη αυτή υποστηρίζει και ο Μπαμπινιώτης…
Τέλος, ο Πλάτωνας, μέσα από τον «Κρατύλο», δίνει μια άλλη ετυμολογία, διά στόματος Σωκράτη: «Σημαίνει τούτο το όνομα ο “άνθρωπος”: Ότι τα μεν άλλα θηρία ων ορά ͅουδὲν επισκοπεί ουδὲ αναλογίζεται ουδὲ αναθρεί, ο δε άνθρωπος άμα εώρακεν -τούτο δ’ εστὶ (το) “όπωπε”- και αναθρεί και λογίζεται τούτο ο όπωπεν. Εντεύθεν δη μόνον των θηρίων ορθώς ο άνθρωπος “άνθρωπος” ωνομάσθη, αναθρών α όπωπε».
Δηλαδή, αυτός που μπορεί να σκέφτεται και να εξετάζει αυτά που βλέπει. Κι αυτό το πράττει ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τ’ άλλα ζώα.
Τίμων ο μισάνθρωπος (Λουκιανός)
12/01/2012 |
3,814 εμφανίσεις |
Σχολιασμός
Ο Τίμων ο Αθηναίος, ο παροιμιώδης μισάνθρωπος, σύμφωνα με πληροφορίες που μας διασώζονται από την αρχαιότητα, ήταν γιος του Εχεκρατίδη από τον δήμο Κολυττό και έζησε τον καιρό του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο Αριστοφάνης, ο Πλούταρχος και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, τον αναφέρουν. Ο Νεάνθης ο Κυζικινός μάλιστα, του 3ου αιώνα π.Χ., είχε γράψει την βιογραφία του. Οι κωμωδιογράφοι, επίσης τον χρησιμοποιούσαν, για να πλάσουν ανάλογους τύπους: Ο Φρύνιχος τον Μονότροπο, ο Αντιφάνης τον Τίμωνα, ο Μένανδρος τον Δύσκολο.
Ο Πλούταρχος, μας λέει ότι ο μόνος άνθρωπος που ο Τίμων πότε πότε συναντούσε, γιατί ασπάστηκε κι αυτός τον ίδιο τρόπο ζωής, ήταν κάποιος με το όνομα Ασήμαντος -μισάνθρωπος κι αυτός. Και σ’ αυτόν όμως, δεν χαριζόταν. Κάποτε, στη γιορτή προς τιμήν των νεκρών, έτρωγαν μαζί, όταν ο Ασήμαντος είπε: «Τίμων, πόσο ωραίο είναι το συμπόσιό μας». Για να λάβει την απάντηση απ’ τον Τίμωνα: «Θα ήταν, αν δεν ήσουν κι εσύ εδώ». Μας λέει ακόμη ο Πλούταρχος, ότι ο Τίμων παρουσιάστηκε στην εκκλησία του δήμου κι αφού ανέβηκε στο βήμα, είπε στους κατάπληκτους Αθηναίους: «Άνδρες Αθηναίοι, γνωρίζετε ότι έχω ένα κτήμα στον Υμηττό κι ότι σ’ αυτό υπάρχει μια συκιά, απ’ την οποία πολλοί έως τώρα κρεμάστηκαν. Επειδή λοιπόν, σκοπεύω να χτίσω μια καλύβα κι αποφάσισα να την κόψω, θέλω να σας το ανακοινώσω, για να σπεύσουν να κρεμαστούν, όσοι από εσάς θέλουν».
Όπως λέγεται, έπεσε από μια αχλαδιά και κτύπησε το πόδι του, αλλά επειδή δεν θέλησε να δεχτεί γιατρό, πέθανε από γάγγραινα. Τάφηκε κοντά στη θάλασσα, στον δρόμο από τον Πειραιά για το Σούνιο. Το κύμα έκανε τον τάφο του δυσπρόσιτο στους ανθρώπους και η επιτύμβια επιγραφή που αποδίδεται σ’ αυτόν, λέγεται πως είναι γραμμένη απ’ τον ίδιο: «Αφήνοντας μια άθλια ζωή, αναπαύομαι εδώ πέρα. Τ’ όνομά μου δεν πρόκειται να το μάθετε και να πάτε στον κόρακα». Μια άλλη επιγραφή που έχει διασωθεί και ανήκει στον επιγραμματοποιό Ηγήσιππο, γράφει: «Βάτα και γαϊδουράγκαθα τον τάφο μου τον ζώνουν και πιο κοντά αν θες να ’ρθείς, τα πόδια σου ματώνουν. Ο Τίμων ο μισάνθρωπος εδώ έχει καταλύσει. Και τώρα δρόμο, αρκετά, μ’ όσα μ’ έχεις στολίσει» (Παλατινή Ανθολογία, VΙΙ 320).
Ο Λουκιανός λοιπόν, είχε στα χέρια του την σχετική παράδοση και με την φαντασία του και την ευρηματικότητά του, έδωσε την δική του πλοκή στο έργο.
Διαβάζουμε στον Λουκιανό, ότι ο Τίμων έγινε μισάνθρωπος εξ αιτίας …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…
Νεκρικοί διάλογοι (Λουκιανός)
09/01/2012 |
8,428 εμφανίσεις |
Σχολιασμός
Οι «Νεκρικοί διάλογοι», είναι το περίφημο έργο του μεγάλου Σύρου συγγραφέα και σοφιστή του 1ου μ.Χ. αιώνα, του Λουκιανού του Σαμοσατέα (120 μ.Χ-192 μ.Χ.).
Ο Λουκιανός, έγραψε περισσότερα από 80 έργα, όλα δε στην αττική διάλεκτο. Ταξίδεψε σ’ όλες σχεδόν τις χώρες του αρχαίου ρωμαϊκού κράτους. Έμαθε τη ρητορική κι εργάστηκε αρχικά ως δικηγόρος. Αργότερα όμως έγινε και σοφιστής, επιδεικνύοντας τη τέχνη του στα πανηγύρια και τις εορτές.
Η γενέτειρά του Λουκιανού, τα Σαμόσατα της Συρίας, ήταν μια πόλη πλούσια, συγκοινωνιακός κόμβος του δρόμου που οδηγούσε από τη Μικρά Ασία στην Ινδία. Ο πληθυσμός αποτελούσε ένα ιρανο-σημιτικό μείγμα, επιφανειακά εξελληνισμένο. Έτσι ο Λουκιανός πήρε ελληνική παιδεία. Το γεγονός αυτό, αλλά κι η μέτρια επαγγελματική του επιτυχία, τον έκαναν να μην νιώθει ποτέ πλήρως ενταγμένος στην εποχή του και ιδιαίτερα στο πνεύμα χλιδής και εκλέπτυνσης των ελληνορωμαϊκών πόλεων τις οποίες επισκέφθηκε για να διδάξει.
Παρά τη μέτρια επιτυχία του εν ζωή, ο Λουκιανός ήταν από τους συγγραφείς που τα έργα τους γνώρισαν μεγάλη διάδοση μεταγενέστερα. Στο στόχαστρο του Λουκιανού βρέθηκαν κυρίως τρία θέματα: Οι ανθρώπινες αδυναμίες, η φιλοσοφία και η θρησκεία, ιδιαίτερα όταν εκδηλωνόταν με φαινόμενα θρησκοληψίας και ευπιστίας από πλευράς των ανθρώπων.
Παραδόξως, ο Λουκιανός όχι μόνο διαβαζόταν στο Βυζάντιο κι ήταν αγαπητός στους κύκλους διανοουμένων, όπως ο πατριάρχης Φώτιος, αλλά αποτελούσε διδακτική πηγή, όπως φαίνεται από το «Γνωμολόγιον» του Ιωάννη Γεωργίδη (τέλος 9ου αιώνα). Το σατιρικό του ύφος ήταν μάλιστα τόσο επιτυχημένο, ώστε αρκετοί Βυζαντινοί συγγραφείς τον αντέγραψαν, με πρώτο και κυριότερο τον Λέοντα τον Σοφό (10ος αιώνας). Βέβαια, ο σκεπτικισμός του, αλλά κι η ενασχόλησή του με θέματα θρησκευτικά και το γεγονός ότι σε αρκετά από τα έργα του καταφέρεται κατά των χριστιανών έκανε άλλους Βυζαντινούς, όπως τον Αρέθα (β΄ μισό 9ου αιώνα) και τον συντάκτη της «Σούδας» να τον κατακρίνουν με τρόπο πολύ αυστηρό.
Κατά την περίοδο της Αναγέννησης, τα έργα του αντιγράφηκαν από Ιταλούς γραφείς και μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα είχαν κάνει την εμφάνισή τους και οι πρώτες μεταφράσεις στα λατινικά. Οι Λατίνοι μεταφραστές και φιλόλογοι εκτίμησαν ιδιαίτερα το χιούμορ, το διεισδυτικό πνεύμα αλλά και το αίσθημα ηθικής του Λουκιανού και δεν πτοήθηκαν από την ανοιχτά αντιχριστιανική του διάθεση.
Ο Λουκιανός απεχθάνεται την εξεζητημένη χρήση της γλώσσας, τα παραφορτωμένα ρητορικά σχήματα, τη σοβαροφάνεια και την άμετρη χρήση της αττικής διαλέκτου (υπεραττικισμός), και δεν χάνει ευκαιρία να τα σατιρίσει. Στα έργα του συχνά χλευάζει τους φιλοσόφους και τους ρήτορες για τον γεμάτο στόμφο λόγο τους, αντλώντας πιθανότατα και από τα προσωπικά του βιώματα ως ρήτορα κατά την νεότητά του.
Μια ακόμη τολμηρή καινοτομία του Λουκιανού είναι ότι ανέμειξε πεζό με ποιητικό λόγο. Οι διάλογοί του συχνά διανθίζονται με εκλεκτά ποιητικά αποσπάσματα και παροιμιώδεις φράσεις, που δίνουν ζωντάνια στη ροή του κειμένου.
Ο λόγος του Λουκιανού είναι αιχμηρός και διεισδυτικός. Με μεγάλη οξύνοια αποκαλύπτει και καυτηριάζει τα σφάλματα των συγχρόνων του: Τη διαφθορά των ηθών, την κενοδοξία των φιλοσόφων, τη σχολαστικότητα των γραμματικών καθώς και τη δεισιδαιμονία και τη μωρία του απλού λαού. Απέναντι σε όλα τούτα τοποθετεί το ελληνικό ιδεώδες, το «μέτρον» ως φιλοσοφημένη στάση ζωής. Συχνά ειρωνεύεται τις υπερβολές της μυθολογίας, όπως αυτή εκφράζεται στην ποίηση, και δεν διστάζει να θίξει ακόμη και «ιερά τέρατα» της ποιητικής παράδοσης, όπως ο Όμηρος. Στην τάση του προς απομυθοποίηση είναι εμφανείς οι επιρροές που δέχτηκε από την επικούρεια φιλοσοφία.
Συχνά καταλογίζεται στον Λουκιανό ότι ασκεί κριτική χωρίς ουσιαστικά να προτείνει λύσεις, ότι «γκρεμίζει» χωρίς να οικοδομεί κάτι νέο στη θέση των αξιών που αποκαθηλώνει. Μπορεί ωστόσο να υποστηρίξει κανείς ότι με την κριτική του οδηγεί τον αναγνώστη σε μια πιο σοβαρή και υπεύθυνη στάση ζωής, στην πορεία για την εξεύρεση λύσεων.
Τα ωραιότερα από τα έργα του είναι γραμμένα διαλογικά, και σ’ αυτά ειρωνεύεται (μαστιγώνοντάς τα), τα ελαττώματα της δεισιδαιμονίας, της τυπολατρίας των γραμματιζούμενων και της προσποίησης των ασχολούμενων με τη φιλοσοφία. Έτσι, αναδείχθηκε σε ικανότητα των ανθρώπινων παθών και αδυναμιών, που με τον χλευασμό τους, επεδίωξε να τα θεραπεύσει ή έστω, σε σημαντικό βαθμό, να τα περιορίσει.
Στους «Νεκρικούς διάλογους», που είναι 30 και αποτελούν ένα από τα καλύτερα έργα του και ίσως το πιο γνωστό, ο Λουκιανός, παρουσιάζει νεκρούς να συνομιλούν για ζητήματα της εγκόσμιας ζωής. Θέλει μ’ αυτόν τον πρωτότυπο τρόπο να καυτηριάσει και να χλευάσει τις θρησκευτικές ιδέες και τις αντιλήψεις των ανθρώπων του 1ου μ.Χ. αιώνα, για τη μεταθανάτια ζωή, πριν ακόμα διαδοθεί ο Χριστιανισμός και ενώ η πίστη για τους αρχαίους θεούς ξεπέφτει.
Ο Λουκιανός, στους «Νεκρικούς διαλόγους», δεν αναπτύσσει φιλοσοφικές θεωρίες, παρ’ όλο που μένει πιστός στην κυνική φιλοσοφία, που κατακρίνει αμείλικτα την κοινωνική αθλιότητα, περιφρονεί τα εγκόσμια και τον θάνατο και ικανοποιείται με τα υπάρχοντα. Στους αρκετούς από τους διαλόγους, ο Λουκιανός, θέτει ως πρωταγωνιστές, που αναλαμβάνουν να διακωμωδήσουν διάφορες καταστάσεις, τους κυνικούς φιλόσοφους, τους οποίους είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση, όπως τον Διογένη, τον Μένιππο, τον Αντισθένη και τον Κράτη …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…
«Σήμερα είν’ τα Φώτα κι ο Φωτισμός κι αύριο Άη Γιάννης και Αγιασμός»
06/01/2012 |
1,025 εμφανίσεις |
Σχολιασμός
«Όσιος» Χριστόφορος Παπουλάκος: Ο απατεώνας και σκοταδιστής καλόγερος που μετονόμασε την Λακωνία σε Ισραήλ(!) και παρακινούσε τον λαό σε εμφύλιο πόλεμο
05/01/2012 |
7,329 εμφανίσεις |
Σχολιασμός
Από τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους, το 1827, διάφοροι ορθόδοξοι χριστιανικοί κύκλοι, θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να αναβιώσουν μια βυζαντινοχριστιανική κατάσταση. Σύμμαχοι στα σχέδιά τους, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, ήταν τόσο η Ρωσία, όσο και η Οθωμανική Αυτοκρατορία (το αφεντικό του Πατριαρχείου). Η επαναφορά της ελληνικότητας στους εξαθλιωμένους κι απαίδευτους Νεοέλληνες, συνάντησε εμπόδια κι επέφερε συγκρούσεις με ένα νέο μόρφωμα: Τον Ελληνοχριστιανισμό, που δεν αποτελεί τίποτε άλλο, παρά μια πονηρή παραλλαγή του Βυζαντινοχριστιανισμού…
Την ίδια εποχή, στο χωριό Άρμπουνα του Μοριά (στην περιοχή Κλειτορία των Καλαβρύτων) ζούσαν τέσσερα αγράμματα αδέλφια, οι Παναγιωτόπουλοι, που ήταν εκδοροσφαγείς γουρουνιών. Ο ένας εξ αυτών ονομαζόταν Χριστόφορος ή Χριστοπανάγος. Το 1842 προσβλήθηκε σοβαρά από τυφοειδή πυρετό και κατάφερε να επιζήσει, θεωρώντας το περιστατικό αυτό θεϊκό θαύμα. Ταυτόχρονα άκουγε τις αντικυβερνητικές κατηχήσεις των καλόγερων, που εκείνη την εποχή είχαν επαναστατήσει εναντίον του Όθωνα.
Τον καιρό που έδρασε ο Παπουλάκος, στα μέσα ακριβώς του 19ου αιώνα, οι πολιτικές και εκκλησιαστικές διαμάχες που ακολούθησαν την κήρυξη του «αυτοκέφαλου» της ελληνικής Εκκλησίας στα 1833 και τη ρήξη με το Πατριαρχείο βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους.
Την εποχή εκείνη, τη σύγκρουση «κορυφής» εξέφραζαν από τη μια ο «δυτικόφιλος» Θεόκλητος Φαρμακίδης, υποστηρικτής του «αυτοκέφαλου», και από την άλλη ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, «ρωσόφιλος» και υποστηρικτής του Πατριαρχείου. Παράλληλα, όμως, αναπτυσσόταν μια «λαϊκή» εκδοχή της Ορθοδοξίας που, βασισμένη σε δεισιδαιμονίες και προλήψεις και αντλώντας την πειθώ της από προφητείες και θαύματα, κατήγγειλλε τους ετερόδοξους (επομένως και τον Όθωνα) ως υπονομευτές του γένους και βάσιζε τις ελπίδες της στην πολιτική της ομόδοξης Ρωσίας και τη συντριβή της «αλλόθρησκης» Αγγλίας. Μοναχοί από το μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου και η Φιλορθόδοξη Εταιρεία, μια μυστική ρωσόφιλη οργάνωση, υπήρξαν δύο από τους βασικούς πόλους αυτού του ρεύματος, το οποίο έμελλε να επηρεάσει βαθιά τον απλοϊκό και αγράμματο Παπουλάκο.
Τότε του μπήκε στο μυαλό η ιδέα να αποτρέψει τους Ρωμιούς απ’ τον εξελληνισμό τους. Άφησε την δουλειά του κι έγινε καλόγερος. Επειδή ήταν γέρος, κοντός και χοντρός, οι χωριάτες τον φώναζαν «παπουλάκο» κι έκτοτε του κόλλησε αυτό το όνομα. Τα πρώτα χρόνια της «αγιοσύνης» του έφτιαξε ένα μοναστήρι στα ορεινά της Ηλείας κι έμενε εκεί. Έμεινε στην απομόνωση για περίπου 20 χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων έμαθε γραφή και ανάγνωση. Τελικά στις αρχές του 1848 και σε ηλικία 80 περίπου ετών, άφησε το μοναστήρι και ξεκίνησε περιοδείες στον Μοριά, αποφασισμένος να «σώσει» τον κόσμο. Όμως το ξεκίνημά του αυτό συμπορεύτηκε με την γενική και καλά οργανωμένη καλογερική εξέγερση, που θ’ ανατάραζε ολόκληρη την χώρα.
Την πρώτη περίοδο της δράσης του, ο Παπουλάκος περιοριζόταν σε κηρύγματα που απέβλεπαν στην ηθική βελτίωση των ακροατών του, και κυρίως στην καταπολέμηση της ληστείας και της «ενδημικής» στα μέρη εκείνα ζωοκλοπής. Μόνο η ακραία αποστροφή του τα «άθεα», όπως έλεγε, γράμματα, προανήγγελλε τον καιρό εκείνο την εξέλιξη της σκέψης του και τις μελλοντικές του συμπράξεις.
Ύστερα από την αρχική της άρνηση (1848), η Ιερά Σύνοδος του παραχώρησε το 1851 την άδεια κήρυκα, την οποία απέσυρε ύστερα από λίγο. Στη δεύτερη αυτή φάση των περιοδειών του, ο Παπουλάκος εμφανίζεται περισσότερο «πολιτικοποιημένος», έρχεται σε επαφή με τα στελέχη της Φιλορθόδοξης Εταιρείας και τον Κοσμά Φλαμιάτο από το Μέγα Σπήλαιο.
Το κήρυγμά του αποκτά βαθμιαία αμιγώς πολιτικές συνδηλώσεις: Ο μοναχός καταφέρεται πλέον ανοιχτά κατά του Όθωνα, κατά των Άγγλων, κατά της Ιεράς Συνόδου, κατά των πανεπιστημίων και των δικαστηρίων. Τα διδάγματά του αυτά συσπειρώνουν γύρω του τα φτωχά αγροτικά στρώματα της Πελοποννήσου, δυσαρεστημένα από την κρατική εξουσία και πεισμένα για την αγιότητα του μοναχού.
Ο εμπρηστικός και αντικαθεστωτικός λόγος του δεν αργεί να ερεθίσει τις αρχές: Η Σύνοδος τον αποκηρύσσει και αποφασίζεται η σύλληψή του, η οποία και ανατίθεται σε στρατιωτική δύναμη με επικεφαλής τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Στο μεταξύ, ο Παπουλάκος συνεχίζει τις περιοδείες του (Σπέτσες, Ύδρα, Κρανίδι, Καλαμάτα, Μάνη), στις οποίες συμμετέχουν πολλοί πιστοί του, αρκετοί από τους οποίους οπλισμένοι.
Παπουλάκος Α’
Πριν από την εμφάνιση του γνωστού Παπουλάκου υπήρξε κι άλλος ένας καλόγερος με το όνομα αυτό. Ο Φωτιάδης στο ιστορικό του έργο «Όθωνας – Η Έξωση» (σελ. 167-168), αναφέρει για τον πρώτο αυτόν Παπουλάκο: «Πριν από μερικά χρόνια σ’ έναν άλλον αγύρτη, καλόγερο κι αυτόν, έδωσε ο κοσμάκης την ίδια υποκοριστική προσωνυμία, ονομάζοντάς τον Παπουλάκο… Αυτός άδραξε την ευκαιρία να πλουτίση ποντάροντας πάνω στην δυστυχία και την απελπισία του λαού. Ντύθηκε στα ράσα, έφτιαξε ένα μοναστήρι στα Τρισπόταμα της Ηλεία κι άρχισε να φανερώνη στον καθένα τι του μελλόταν και πως θα σωζόταν ο κοσμάκης απ’ τον Μπραΐμη. Για βοηθό του είχε μία αγιοπατέρισσα, όπως την λέγανε, διαβόλου κάλτσα… Για τον Μπραΐμη, έλεγε ο αγύρτης, πως δεν χρειάζεται να τον πολεμάνε, γιατί αυτός θα χαθή από θεϊκή θέληση… Τα’ μαθε αυτά ο Μπραΐμης και έδωσε εντολή να πάνε να τον βρουν. Κι όταν κάποτε φθάσανε οι αραπάδες στο μοναστήρι κι έσφαξαν τον Παπουλάκο -για να μάθη, πως με τις προσευχές δεν πολεμούνται οι καταχτητές– ψάξανε και βρήκανε στο ιερό έξι κάσσες παράδες, ασήμι βγαλμένο από άρματα, γυναικείες ζώνες, σκουλαρίκια, δακτυλίδια, γιορντάνια, χρυσοκέντητες φορεσιές, όλα παρμένα απ’ τον λαό… Αυτό στάθηκε το τέλος του πρώτου Παπουλάκου. Ο δεύτερος, που φάνηκε είκοσι χρόνια έπειτα, ακολούθησε στην αρχή τα ίδια χνάρια. Έφτιαξε κι αυτός ένα μοναστήρι, γρήγορα όμως το παράτησε κι άρχισε να γυρίζη τον Μοριά, για να κηρύξη τον αληθινό, όπως έλεγε, λόγο του Θεού. Με μιας τότε φάνηκε, πως τούτος στεκόταν πιο λαοπλάνος απ’ τον άλλον, όμως τούτον δεν ήτανε η δίψα του πλούτου που τον ωδήγαγε, παρά το σκοτάδι του μυαλού του…». …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…





