Τελειώνει ένας νεαρός το Λύκειο, αλλά δεν έχει καθόλου όρεξη για πανεπιστήμιο.
Ο πατέρας του νέου, αν και πλούσιος, δεν έχει καμμία διάθεση να τον ταΐζει από τα έτοιμα κι έτσι του τρίζει τα δόντια: «Δεν θέλεις να σπουδάσεις ρε τεμπελόσκυλο; Λοιπόν, εγώ δεν συντηρώ κοπρίτες, γι’ αυτό και θα πας να δουλέψεις! Κατάλαβες;».
Έχοντας ισχυρές πολιτικές γνωριμίες, ο πατέρας επιλέγει τον δρόμο της «αξιοκρατίας» και κινεί τα νήματα για να βρει μία θέση στον γιο του … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
– Γιατί με σταματήσατε κύριε αστυνόμε;
– Τί μπουκάλι είναι αυτό;
– Νερό.
– Μα αυτό είναι κρασί.
– Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου…
***
Ερώτηση: Πώς πλένουν οι μαθηματικοί τα πιάτα;
Απάντηση: Πλένουν ένα και λένε: «Ομοίως και τα άλλα».
***
– Τί έγινε ρε Μπάμπη, πώς πέθανε η πεθερά σου;
– Από δηλητηριώδη μανιτάρια.
– Και οι μελανιές στο πρόσωπο;
– Δεν ήθελε να τα φάει…
***
Κάθε φορά που η μάνα μου θέλει να της κατεβάσω το μίξερ από το ράφι, μεταμορφώνομαι από «δυο μέτρα γάιδαρος» σε «δυο μέτρα παλικάρι»…
***
Συζητούν δυο οικοδόμοι:
– Δεν βλέπω την ώρα να πάω σπίτι να βγάλω το κιλοτάκι της γυναίκας μου…
– Ώπα! Ορεξούλες έχουμε;
– Όχι ρε, με στενεύει…
***
– Τί έχεις κορίτσι μου; Χωρίσατε;
– Όχι μητέρα, αντίθετα! Ο Μιχάλης μου ζήτησε να τον παντρευτώ!
– Και γιατί στενοχωριέσαι;
– Γιατί μου είπε επίσης ότι είναι άθεος. Μαμά, δεν πιστεύει καν ότι υπάρχει Κόλαση!
– Παντρέψου τον. Και μην φοβάσαι… Θα του δείξουμε πόσο άδικο έχει … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Στα πλαίσια της γνωριμίας των παιδιών σε μια τάξη Δημοτικού, η δασκάλα ρωτάει τους μικρούς μαθητές για το που εργάζεται ο πατέρας του κάθε παιδιού…
– Ο μπαμπάς μου είναι πυροσβέστης. Σβήνει τις φωτιές και σώζει τους ανθρώπους που παγιδεύτηκαν.
– Πολύ ωραία, η σειρά σου Κωστάκη.
– Ο δικός μου ο πατέρας είναι γιατρός. Εξετάζει τους ανθρώπους και τους δίνει φάρμακα όταν είναι άρρωστοι.
– Θαυμάσια! Εσένα Δημητράκη τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου;
– Εμένα ο μπαμπάς μου -λέει χαμηλόφωνα- είναι χορευτής σε ένα γκέι κλαμπ. Χορεύει στην μπάρα, οι πελάτες βάζουν χρήματα στα εσώρουχά του, και αν έχουν να τον πληρώσουν καλά, ο μπαμπάς πάει μαζί τους στο απέναντι ξενοδοχείο.
Στα πρόθυρα εγκεφαλικού, η δασκάλα στέλνει τους μαθητές στο προαύλιο του σχολείου, κρατώντας μόνο τον μικρό Δημητράκη…
– Δεν ήξερα ότι ο πατέρας σου κάνει αυτή την δουλειά, μικρέ μου…
– Με συγχωρείτε κυρία, λέει με δάκρυα ο Δημητράκης. Σας είπα ψέματα… Ο πατέρας μου είναι οικονομικός σύμβουλος της κυβέρνησης, αλλά ντρεπόμουν να το πω…
Τρείς ποντικοί, φίλοι απ’ τα παλιά, έχουν βγει έξω για να τα πουν και να τα πιουν…
Ποτό στο ποτό, κουβέντα στην κουβέντα, τα ποντίκια αρχίζουν σε κάποιο σημείο να καυχιώνται για την τολμηρότητα που τα διακρίνει, συναγωνιζώμενα το ένα με το άλλο σε τερατολογίες.
Λέει λοιπόν το πρώτο ποντίκι: «Εγώ, το πρωί που ξυπνάω, ρίχνω και λίγο ποντικοφάρμακο μέσα στον καφέ μου, για να έρθω στα ίσα μου».
«Αυτό δεν είναι τίποτα!», πετάγεται αμέσως το δεύτερο ποντίκι… «Εγώ, το πρωί που ξυπνάω, αρχίζω αμέσως γυμναστική. Πάω μέσα στην ποντικοπαγίδα, κάνω μερικές ασκήσεις κι αφού φάω και το τυρί, φεύγω ανανεωμένος».
«Ουφ!», κάνει βαριεστημένα το τρίτο ποντίκι… «Βαρέθηκα να ακούω τα ψέμματά σας… Την κάνω σιγά σιγά… Πάω να γαμήσω τη γάτα…».
Είναι ένας τύπος, ο Λάκης, ο οποίος ζει με την μάνα του. Τής έχει παθολογική λατρεία και θαυμάζει τα πάντα σ’ αυτήν.
Καθώς όμως, ήδη είναι μεγάλο παιδί, κάποια στιγμή βρίσκει και την γυναίκα τής ζωής του, την Τούλα, με την οποία ανοίγουν το δικό τους σπιτικό.
Σαν νεόνυμφος που είναι ακόμα όμως, έχει κάποιο πρόβλημα με την προσαρμογή στα νέα δεδομένα, καθώς αναπόφευκτα συγκρίνει στο καθετί την σύζυγό του με την μάνα του.
Σιδερώνει η Τούλα; Σχολιάζει ο Λάκης: «Ωραία σιδερώνεις, αλλά η μάνα μου έκανε τα ρούχα γυαλί!».
Καθαρίζει η Τούλα; Ανικανοποίητος ο Λάκης: «Δεν λέω… Καλό καθάρισμα κάνεις… Αλλά όταν γυάλιζε η μάνα μου το πάτωμα, μπορούσα ακόμη και να ξυριστώ κοιτάζοντάς το!».
Μαγειρεύει η Τούλα; Ο Λάκης έχει τον «καλό» τον λόγο στο στόμα: «Δεν μαγειρεύεις κι άσχημα, αλλά σαν το φαΐ τής μάνας μου, δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο!».
Η Τούλα, όπως είναι φυσικό, κάποια στιγμή έχει βαρεθεί να την συγκρίνει ο Λάκης στα πάντα με την μάνα του και να είναι πάντα η χαμένη. Αποφασίζει λοιπόν, να τού βάλει «δύσκολα» … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »