Σε μία έρευνα δεν υπάρχει τίποτα το προφανές. Πρέπει όλα να διερευνώνται και όλα να στοιχειοθετούνται με αποδείξεις και τεκμήρια. Έτσι λοιπόν, στο παρόν άρθρο, θα εξεταστεί εάν ο Ιησούς ήταν Έλλην φιλόσοφος, όσο και αν είναι προφανές το αντίθετο. Αν και στον ιστότοπο αυτό έχουν κατά καιρούς παρατεθεί πολύ αξιόλογες μελέτες και πονήματα για την ιστορική ανυπαρξία του Ιησού, εδώ θα υποθέσουμε ότι υπήρξε όπως ακριβώς μας παραδίδεται από τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια.
Όσον αφορά το θέμα μας και σε πολύ γενικές γραμμές, ως πηγές έχουμε τις αναφορές που βρίσκονται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης και που αποτελούν τον πυρήνα της επίσημης θέσης της Εκκλησίας, τις μαρτυρίες των λεγόμενων απόκρυφων κειμένων (που εκ των υστέρων άλλες δέχτηκε η Εκκλησία και άλλες όχι), και τα Γνωστικά Κείμενα (που η Εκκλησία δεν δέχεται κατά κανέναν τρόπο). Στην μαρτυρία της Καινής Διαθήκης μπορούμε να προσθέσουμε και εκείνες των μεταποστολικών πατέρων. Τα απόκρυφα κείμενα δεν έρχονται να μας πουν άλλα πράγματα από όσα μας πληροφορούν οι συντάκτες της Καινής Διαθήκης, αλλά να «συμπληρώσουν» τα κενά που υπάρχουν στις ευαγγελικές διηγήσεις. Τα Γνωστικά είναι κάτι άλλο. Ο καθηγητής Στ. Παπαδόπουλος γράφει στην πατρολογία του ότι τα απόκρυφα διαχωρίζονται από τα Γνωστικά Κείμενα. «Οι συντάκτες απόκρυφων έργων διακρίνονται εις αυτούς που μένουν στο χώρο της συνοπτικής και καινοδιαθηκικής παραδόσεως, εις αυτούς που συμπληρώνουν ευρύτερα την παράδοση αυτή και ζητούν να υποκαταστήσουν τα κανονικά βιβλία, και εις αυτούς που δημιουργούν κάτι το τελείως νέο, χωρίς να προϋποθέτουν στοιχεία καινοδιαθηκικής παραδόσεως» (τ. Ά, σ. 201).
Κατά συνέπεια, η πρώτη κατηγορία αποκρύφων συμφωνεί -ως προς τα ζητήματα που εξετάζουμε- με τις πληροφορίες της Καινής Διαθήκης. Όσον αφορά τα συστήματα των Γνωστικών, θεωρούσαν τον Ιησού ως έναν ανώτερο «αιώνα», δηλαδή μια μεσολαβητική οντότητα μεταξύ των ανθρώπων και του Αγαθού υπερβατικού Θεού, που ήρθε να μας «λυτρώσει» δια της γνώσεως από τον κακό Δημιουργό του Κόσμου που ταυτίζεται με τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης. Κατά συνέπεια, εφόσον εκ των πραγμάτων αναιρείται η ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού, τότε δεν έχει κανένα νόημα η συζήτηση περί της ελληνικότητάς του και το αν ήταν ή δεν ήταν φιλόσοφος κατά τους Γνωστικούς. Επομένως, καταλήγουμε στο να φέρουμε αποδείξεις και πειστήρια από τα κείμενα της Καινής Διαθήκης και τους μεταποστολικούς πατέρες. Δεν θα είχε ιδιαίτερο νόημα εάν παρουσιάζονταν όλες οι μαρτυρίες, εφόσον επαναλαμβάνουν τις ίδιες θέσεις. Για αυτό θα παρατεθούν ορισμένες από αυτές, ικανώς επαρκούσες ώστε να αναιρεθούν οι πλάνες. Άλλωστε από μια αναζήτηση στο διαδίκτυο, οι υποστηρικτές αυτών των απόψεων (που σχετίζονται άμεσα με το δόγμα των «ελληνοχριστιανικών» συνθέσεων) κάνουν επιλεκτική χρήση αποσπασμάτων από τα κανονικά ευαγγέλια … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Το πόσο σημαντικός υπήρξε ο Ορφεύς για την ελληνική θρησκευτική παράδοση, έχει καταδειχθεί στο άρθρο «Η ελληνική καταγωγή του Ορφέως και η σημασία της». Επειδή τα κείμενα των ορφικών ήταν πολυάριθμα και οι άλλοι συγγραφείς παρέθεταν συχνά αποσπάσματα τους, ήταν πρακτικά αδύνατο να καταστραφούν ολοκληρωτικά. Αλλά και η μονοθεϊστική ερμηνεία τους δεν έπειθε, εφόσον και σε αυτά φαίνονται οι τάξεις των ανωτέρων όντων και γενικότερα η θεολογία που κληροδοτήθηκε στους επομένους ήταν καθαρά ενοθειστική. Για αυτό επιχειρήθηκε η κατασκευή αποσπασμάτων από όπου δήθεν προκύπτει η «μεταστροφή» του Ορφέως προς το μονοθεϊσμό. Οι φιλόλογοι ερευνητές μετά από ενδελεχή μελέτη και σύγκριση των πηγών, των κοινωνικών καταστάσεων της εποχής, αλλά και το ύφος και το λεξιλόγιο, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η χάλκευση έχει τις ρίζες της στην αλεξανδρινή εποχή και οφείλεται στην συγγραφική αντίδραση των Ιουδαίων έναντι των Ελλήνων. Ορισμένοι από τους πρώτους εκκλησιαστικούς συγγραφείς και πατέρες, όχι μόνο δέχτηκαν τη χάλκευση αλλά και την επέτειναν.
Η πρώτη επαφή Ελλήνων και Ιουδαίων άρχισε να γίνεται σταδιακά από την εποχή των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου και τον μετέπειτα επιμερισμό της τεράστιας ελληνικής αυτοκρατορίας που δημιούργησε, σε τέσσερα βασίλεια, και ιδιαιτέρως με την ιδρυθείσα πόλη Αλεξάνδρεια στην οποία εγκαταστάθηκαν -μεταξύ των άλλων, χιλιάδες Ιουδαίοι-, η οποία πόλις επρόκειτο προσεχώς να γίνει ένα από τα σπουδαιότερα πνευματικά κέντρα. Το έτος 311 π.κ.ε., ο Πτολεμαίος του Λάγου ή «Σωτήρ» που βασίλευσε από το 323 μέχρι το 283 όντας Φαραώ της Αιγύπτου από 305, καταλαμβάνοντας την Κοίλη Συρία, έφερε μαζί του στην Αλεξάνδρεια επιπλέον χιλιάδες Ιουδαίους και Σαμαρείτες, δίνοντάς τους τα αστικά δικαιώματα που απολάμβαναν οι Έλληνες, οι Αιγύπτιοι, και οι ήδη εγκαταστημένοι εκεί από το προηγούμενο έτος Ιουδαίοι. Πολλοί Αλεξανδρινοί Ιουδαίοι υιοθέτησαν τους εξωτερικούς ελληνικούς τρόπους (ενδυμασία, εμφάνιση, γλώσσα, και παιδεία), με εξαίρεση τις θεολογικές και τις κοσμολογικές τους θέσεις. Αυτό δεν άρεσε στην άλλη πλευρά, εκείνη των αυστηρών θεματοφυλάκων της ιουδαϊκής παραδόσεως. Μια από τις αντιδράσεις, ήταν η προσπάθεια παρουσίασης εκ μέρους τους προς τους «παραπλανημένους» ομοεθνείς τους, της ιουδαϊκής παραδόσεως ως δήθεν προγενεστέρας της ελληνικής. Τούτο σήμαινε ότι η ελληνική παράδοση έλαβε στοιχεία από την ιουδαϊκή, κυρίως από τον δήθεν αρχαιότερο Μωυσή και τους προφήτες. Μια θεωρία που μεταλαμπαδεύτηκε και στους χριστιανούς. Καρπός εκείνης της εποχής ήταν και η παράφραση των ιουδαϊκών κειμένων στην ελληνική (που αργότερα κλήθηκαν από τους χριστιανούς ως «Παλαιά Διαθήκη») … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Μια παρουσίαση στοιχείων που μπορούν να βοηθήσουν στην χρονολόγηση της συγγραφής τους και την σχέση τους με πραγματικότητα ή μύθο.
Στην παρούσα ανάρτηση θα αναδειχθούν μερικά από τα στοιχεία που υπάρχουν, στο γιατί τα Ευαγγέλια και κατ` επέκτασιν και οι Πράξεις, δείχνουν να έχουν συνταχθεί αρκετά μετά το 70 κ.ε. και την καταστροφή της Ιερουσαλήμ.
Ένα από τα επιχειρήματα που λέγονται στην προσπάθεια ανασκευής των αντιφάσεων και των λαθών που αυτά εμπεριέχουν, είναι ότι δεν έχουν σκοπό να γράψουν ιστορία και για αυτό αποδέχονται κάποια μικρά λάθη. Φυσικά τα λάθη είναι μεγάλα όπως θα φανεί, αλλά εδώ θα εξηγήσουμε αν τέτοια λάθη θα ήταν επιτρεπτά αν είχαν γραφεί πριν το 70 κ.ε. Επίσης υπάρχουν κάποια χωρία που δείχνουν εποχές που δεν ήταν σε δράση ο Ιησούς, που ενισχύουν την μεταγενέστερη γραφή τους.
Τα ίδια τα κείμενα όλα, παρουσιάζουν μόνο ένα σίγουρο κοινό ιστορικό στοιχείο: Tο τέλος της δράσης του Ιησού έγινε μέσα στην διοίκηση του Πιλάτου, που εκτείνεται από το 26 έως το 36 κ.ε. και κοντά στον θάνατο του Ιωάννη του Βαπτιστή που τον ξέρουμε επίσης από τον Ιώσηπο. Εκτός αυτού έχουν εξαιρετικά λίγα ιστορικά στοιχεία, αντιφάσκοντας μεταξύ τους, τα οποία δεν βοηθούν, αλλά συσκοτίζουν την πραγματικότητα, βοηθώντας έτσι περισσότερο την μυθικιστική εκδοχή της συγγραφής τους … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
“Η μεγάλη αδυναμία της θεώρησης ότι ο Ιησούς υπήρξε, είναι το γεγονός ότι μπορείς να φτιάξεις γύρω από την ζωή του όσες ιστορίες σου κάνει κέφι και όλες με βάση τα ίδια τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, κείμενα που σε βοηθούν να αρνηθείς όσα δεν σου πάνε στην ιστορία που συνθέτεις και να δεχτείς όλα αυτά που την οικοδομούν. Όμως πίσω σου θα αφήσεις την μεγάλη απόδειξη. Ότι η ιστορία αυτή όπως και τα πρόσωπά της είναι όλα δικά σου και δεν έχουν σχέση με τυχόν πραγματικά κι αυτό γιατί αυτά δεν υπήρξαν ποτέ ”
Θωμάς Μάρας, εισαγωγή στο Οι Αντιφάσεις της Καινής Διαθήκης σ.29.
(Αυτή είναι η τελευταία ανάρτηση με στοιχεία της σειράς, η ιστορικότητα του Ιησού των Ευαγγελίων και θα ακολουθήσουν μόνο τα συμπεράσματα που θα μπορούσαν να βγουν από αυτόν τον κυκεώνα).
Το σενάριο της δράσης και του κηρύγματος του Ιησού και τι υποτίθεται ότι ήθελε να πει σύμφωνα με την επικρατούσα Εκκλησία, είναι γνωστό σε αυτή τη χώρα πολύ καλά, αφού ο προσηλυτισμός όλων μας ξεκινάει από την μικρή ηλικία και ακόμα και όσοι δεν ήταν καλοί μαθητές ή δεν μεγάλωσαν σε αντίστοιχο περιβάλλον, θυμούνται σίγουρα κάποια κλασικά τσιτάτα όπως περί αγάπης, συγχώρεσης, μη τυπικότητας και ξανά αγάπης. Φυσικά, υπάρχουν μέσα στα Ευαγγέλια, κάποια συγκεκριμένα στοιχεία που υποστηρίζουν αυτή την άποψη. Μόνο που οι τακτικοί αναγνώστες του χώρου αυτού, γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα Ευαγγέλια έχουν πάρα πολλές διαφορές, αντιφάσεις τόσο μεταξύ τους όσο και στα ίδια τα κείμενα, που δίνει την δυνατότητα να επιχειρηματολογήσει κάποιος για το οτιδήποτε και το μόνο αντίμετρο από την πλευρά της Εκκλησίας σε αυτό είναι οι συνεχείς ερμηνείες για να ολοκληρωθεί το δικό της πιστικό σενάριο.
Ας δούμε λοιπόν ένα άλλο σενάριο και τα στοιχεία εκείνα, που είναι αρκετά από τα Ευαγγέλια, που δεν συνάδουν με την θεωρία περί αγάπης και αδελφοσύνης, ελεημοσύνης κ.λπ., αλλά με έναν εξτρεμιστή επαναστάτη μεσσία, σαν του υπόλοιπους δηλαδή, που όπως είδαμε εμφανίστηκαν πολλοί εκείνη την εποχή, που δεν αποκηρύσσει την βία αλλά αντιθέτως, φαίνεται να μιλάει όχι μόνο για βία αλλά και μίσος ή ακόμα και επανάσταση.
Την ευκαιρία και την νομιμοποίηση για να ερευνήσουμε το σενάριο αυτό, μας το δίνει η μελέτη των αντίστοιχων παρεμβολών στα έργα του Ιώσηπου που ήδη είδαμε τόσο στην Ιουδαϊκή Αρχαιολογία όσο και στονΙουδαϊκό Πόλεμο, του μόνου συγγραφέα που μας δίνει αρκετές πληροφορίες για την περιοχή και την εποχή, αλλά και την λογοκρισία που έχουν υποστεί οι σχετικές αναφορές του, που μιλάνε ή θυμίζουν τον Ιησού, που εύλογα μας δείχνουν ότι αν στα σημεία αυτά όντως κάτι ανέφερε, τότε θα μιλούσε πάλι για έναν εξτρεμιστή μεσσία και τα δεινά που έφερε η δράση του στην χώρα του και τους οπαδούς του, όπως ακριβώς αναφέρεται σε ένα σωρό άλλους αντίστοιχους χριστούς ή μεσσίες.
Η πορεία του μεσσιανισμού τον 1ο αιώνα (Η δημοσίευση αυτή ανήκει στην σειρά δημοσιεύσεων σχετικά με την ιστορικότητα του Ιησού).
ενημερώθηκε 3/5/2024
Σήμερα θα δούμε την εξέλιξη του μεσσιανισμού στους εβραίους τους δύο πρώτους αιώνες, θα θίξουμε τα κυριότερα γεγονότα της εποχής στην Παλαιστίνη και πως αυτά επηρεάζουν την έρευνά μας για να βρούμε την ιστορικότητα του Ιησού των Ευαγγελίων, λίγο πριν προχωρήσουμε στις πηγές του 2ου αιώνα. Μέσα σε αυτή θα διαπιστώσουμε την πληθώρα ύπαρξης Χριστών ή Μεσσιών που θα έσωζαν τους Εβραίους και τον κόσμο.
Μετά την εποχή των ελληνιστικών βασιλείων και την επιτυχή επανάσταση των Μακκαβαίων, το Ισραήλ δεν έπαψε να είναι σε αναταραχή γιατί οι Μακκαβαίοι ως μη ανήκοντες σε βασιλική γενιά δεν ήταν αρεστοί στους Φαρισαίους. Με εξαίρεση την περίοδο της βασιλείας της Σαλώμης, η χώρα ήταν σε συνεχή αναβρασμό, διχόνοιες και επαναστάσεις, μέχρι την έλευση των Ρωμαίων, που οι διαμάχες τους διευκόλυναν να βάλουν πόδι στην Παλαιστίνη. Ειδικά την εποχή των Ασμοναίων, έχουμε την πρώτη αντίδραση στα ελληνοποιημένα ήθη με την διαμόρφωση και δημιουργία από ότι φαίνεται του ιουδαϊσμού, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.
Εκεί λοιπόν που αχνόφεγγε ένα είδος ελευθερίας για τους Εβραίους, ξαναέπεσαν από τις έριδες στην υποτέλεια. Από αυτή την περίοδο έχουμε σταδιακά και το κτίσιμο της μεσσιανικής ιδέας, με την προφητεία για την αναμονή του μεσσία που υποτίθεται ότι έχει η Γραφή τους, ο οποίος θα έρθει σαν απεσταλμένος του Γιαχβέ για να τους ελευθερώσει και να γίνει βασιλιάς … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »