Εκείνα τα χρόνια, η κυβέρνηση της Τουρκικής Δημοκρατίας είχε απαγορεύσει την αναμετάδοση τουρκικής μουσικής στο ραδιόφωνο. Ο σκοπός τους ήταν να διαδοθεί η δυτική μουσική. Η νεαρή δημοκρατία ανυπομονούσε να καθιερώσει την «αλά φράγκα» δυτική κουλτούρα, στη θέση της «αλά τούρκα», της ντόπιας κουλτούρας…
Η πολιτική εξουσία που απαγορεύει τη μουσική των λαών, την κουλτούρα, τον τρόπο ζωής τους, πάντα φαντάζει αλλόκοτη έναντι της ζωής…
«“Δεν είχε ακόμα χαράξει”, έλεγε ο πατέρας μου, “όταν όλο το χωριό ξεκίνησε με θρήνους συνοδεία μερικών ζαπτιέδων (Tούρκων χωροφυλάκων) παίρνοντας τον δρόμο της εξορίας, με πολύ λίγα από τα υπάρχοντά τους, αφού τα πάντα έπρεπε να τα εγκαταλείψουν, γυναίκες, παιδιά και γέροι. Oι άνδρες είχαν συλληφθεί τις προηγούμενες μέρες και είχαν οδηγηθεί μακριά από το χωριό, στη γειτονική Kαισάρεια. Ύστερα από πορεία μερικών ωρών φτάσαμε στην Kαισάρεια και εκεί που πλησιάζαμε στην πλατεία της πόλης, από την κεφαλή της πορείας άρχισε ένας σπαρακτικός θρήνος που σε λίγο έφτασε και σε μας και μας κάλυψε. Aντικρύσαμε ένα φοβερό θέαμα. H πλατεία είχε μετατραπεί σε ένα δάσος με αγχόνες με τα άψυχα σώματα των αγαπημένων μας να κρέμονται. O θρήνος ξέσκιζε τον ουρανό, γυναίκες σφιχταγκαλιάζαν τα μικρά τους και περνούσαν μπροστά από τις κρεμάλες χωρίς να τους επιτρέπεται να σταματήσουν έστω και λίγο. Άλλες έπεφταν λιπόθυμες, κλαίγοντας σπαρακτικά τραβώντας τα μαλλιά τους. Oι ζαπτιέδες τις χτυπούσαν βάναυσα υποχρεώνοντάς τις να προχωρήσουν. Aδιάφορο για τον θρήνο των γυναικών, ένα χαμίνι, τουρκόπαιδο, ξυπόλυτο, τριγυρνούσε μέσα στις αγχόνες, καγχάζοντας και τραβώντας από τα πόδια τα σώματα των κρεμασμένων, τα έφτυνε, τα κουνούσε πέρα δώθε, και φώναζε χλευαστικά “Που είναι η Aρμενία σας;”. Kαι φυσούσε το πρωινό αεράκι κάνοντας τα άψυχα αθώα σώματα να αιωρούνται μέσα σε μια μακάβρια μελωδία που δημιουργούσαν οι τριγμοί από τα σχοινιά και τις αγχόνες». Kαραμπέτ Kαλφαγιάν (Αρμένιος ιστορικός συγγραφέας)
«Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, η διαδικασία ήταν η ίδια. Έπαιρναν από διάφορα σημεία ομάδες των 50 ή των 100 ανδρών, που ήταν δεμένοι ανά τετράδες και τους οδηγούσαν σε ένα απομονωμένο σημείο, σε μικρή απόσταση από το χωριό. Ξαφνικά ακουγόταν ο ήχος από ντουφεκιές και οι Τούρκοι στρατιώτες που τους είχαν συνοδεύσει επέστρεφαν κατηφείς στο στρατόπεδο. Όσοι στέλνονταν να θάψουν τα πτώματα, τα έβρισκαν σχεδόν πάντοτε τελείως γυμνά, διότι ως συνήθως οι Τούρκοι τούς είχαν κλέψει όλα τους τα ρούχα. Σε περιπτώσεις που υπέπεσαν στην αντίληψή μου, οι δολοφόνοι είχαν εκλεπτύνει το μαρτύριο των θυμάτων τους εξαναγκάζοντάς τα να ανοίξουν τους τάφους τους προτού τα πυροβολήσουν…». Χένρι Μόργκενταου (Αμερικανός πρέσβης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία)
Η γενοκτονία των Αρμενίων, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στην νεότερη ιστορία. Δράστες, οι συνήθεις ύποπτοι: Οι Τούρκοι … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ο αμφιλεγόμενος ρόλος του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Μικρασιατικό Ζήτημα, πριν αλλά και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, θα συνεχιστεί, όταν αποφεύγοντας να εκμεταλλευτεί την συνεργασία των αντικεμαλικών κινημάτων (ισλαμιστές, Αρμένιοι, Κούρδοι κ.ά.), που θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμοποιήσει ενδεχομένως ως μοχλό πίεσης για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων απέναντι στον Κεμάλ, ξεκίνησε μια «επίθεση» φιλίας απέναντι στην Τουρκία, τον μέχρι προ ολίγου δηλαδή, δήμιο των Ελλήνων, αλλά και των άλλων μη χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, στα πλαίσια της εθνοκαθαρτικής πολιτικής των Νεότουρκων. Η «φιλία» αυτή επισημοποιήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1930, όταν υπογράφτηκε στην Άγκυρα το Σύμφωνο Ελληνοτουρκικής Φιλίας.
Το Σύμφωνο αυτό, θα σχολιάσει με αιχμηρότατο τρόπο, ο εκδότης της Καθημερινής, Γεώργιος Βλάχος, με κύριο άρθρο στην εφημερίδα του (αντιτιθέμενος, όχι τόσο ως προς την υλοποίησή του, αλλά ως προς τις χρονικές συγκυρίες), «ερεθισμένος» από αποστροφές λόγων του Βενιζέλου, όπως «Τίποτα πλέον δεν χωρίζει τους δύο λαούς» και «Η επί εξ αιώνας συμβίωσις των Ελλήνων και Τούρκων επί των αυτών εδαφών επέτρεψε να γνωρισθούν και να εκτιμηθούν αμοιβαίως». Δεν θα αποφύγει δε, να σχολιάσει σε υπόστυλο της ίδιας έκδοσης και τις υπερβολές που δημιούργησε αυτό το κλίμα «φιλίας» που υποστήριζε με κάθε τρόπο ο Βενιζέλος: «Μεταξύ των ολίγων οι οποίοι εχειροκρότουν κατά παραγγελίαν εις την χθεσινήν συγκέντρωσιν του Συντάγματος, υπήρχον και ελάχιστοι «θερμόαιμοι» οι οποίοι ώθησαν τον ενθουσιασμόν των μέχρι των άκρων. Ούτω κατά τινάς στιγμήν εικούστηκαν μερικοί εξ αυτών κραυγάζοντες: “Ζήτω η Τουρκία”. Και εις απλοϊκός άνθρωπος του λαού, εψιθύρισε: “Ολίγον εάν ενθουσιαστούν ακόμη και θα φωνάξουν: “Κάτω η Ελλάς!”».
Το επικριτικό άρθρο του Γεωργίου Βλάχου, με ημερομηνία δημοσίευσης 30 Νοεμβρίου 1930, έχει ως εξής: … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Όπως ίσως είναι γνωστό, με πρωτοβουλία και προσπάθειες του οικουμενικού πατριάρχη Βαρθολομαίου, μετά από συμφωνία με την τουρκική κυβέρνηση, εξασφαλίστηκε το δικαίωμα απόκτησης της τουρκικής υπηκοότητας από τους Κρήτες ιεράρχες, έτσι ώστε να έχουν δικαίωμα διεκδίκησης του πατριαρχικού θρόνου (η Εκκλησία της Κρήτης υπάγεται απ’ ευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο).
Η -αναμενόμενη- καταφατική απάντηση των Κρητών παπάδων (κάποιοι εκ των Δωδεκανήσιων, που υπάγονται κι αυτοί στο Φανάρι κι επομένως αφορά κι αυτούς η «ευνοϊκή» συμφωνία, φαίνεται να «κώλωσαν»), δικαιολόγησε με τον καλύτερο τρόπο τον όρο «τουρκόπαπας» που έχει αποδοθεί στους «ποιμένες» (με πρώτους πρώτους, τους πατριάρχες και τους μητροπολίτες) που έδρασαν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εβρισκόμενοι σε απόλυτη σύμπνοια με τον εκάστοτε σουλτάνο, καταπιέζοντας από κοινού τους υπόδουλους ραγιάδες (οι προνομιούχοι παπάδες βεβαίως, δεν λογίζονται ως υπόδουλοι, γιατί πολύ απλά, ουσιαστικά δεν ήταν).
Τα συναισθήματα ποικίλα. Οι ευσεβείς χριστιανοί και πατριώτες, που γνωρίζουν δυο δράμια ιστορίας, αναρωτιούνται: «Μα είναι δυνατόν; Οι Τούρκοι μας ξεκλήρισαν και οι παπάδες μας οικειοθελώς να γίνονται “Τούρκοι”;». Απ’ την άλλη όμως, όσοι γνωρίζουν κάτι παραπάνω από δυο δράμια ιστορίας, ούτε απορούν, ούτε εξίστανται. Μπορούν να διαχωρίσουν τις έννοιες «Έθνος» και «Εκκλησία», που η τελευταία έχει καταβάλει «φιλότιμες» προσπάθειες να τις καταστήσει ταυτόσημες, ενίοτε παραχαράσσοντας την ίδια την ιστορία (την πραγματική ιστορία), που την έχει κατατάξει στις μαύρες σελίδες της.
Για τους απορούντες, ας ξεκαθαριστεί -για μια ακόμη φορά- πως Εκκλησία και -ελληνικό- έθνος, ουδεμία σχέση έχουν (ή μάλλον έχουν: Θύτη και θύματος…). Ουδέποτε οι Εκκλησία και οι παπάδες έβαλαν το έθνος, πάνω από την Ορθοδοξία και «του Χριστού την πίστη την αγία», καθώς και τα συμφέροντά της. Ως γνήσιοι χαμαιλέοντες, προσαρμόζονταν άνετα, στις συνθήκες που θεωρούσαν καλύτερες και ευδόκιμες. Και μιας κι αναφερόμαστε στους Κρήτες ιεράρχες, ας (ξανα)θυμηθούμε τον «πατριωτικό» τους ρόλο στον ξεσηκωμό των Κρητικών, κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, όταν γύριζαν την Κρήτη και έκαναν ότι μπορούσαν για να κάμψουν το ηθικό των επαναστατών, με κεντρικό σύνθημα: «Χριστιανοί! Ρίψατε το όπλα!».
Αφού λοιπόν, οι Κρήτες ιεράρχες θέλουν να συνεχίσουν την τουρκόδουλη παράδοση των προκατόχων τους, με γεια τους με χαρά τους. Δεν έχασε η Βενετιά βελόνι.
Ποιος ξέρει… Τώρα που ο Βαρθολομαίος έλυσε αυτό το «καυτό» πρόβλημα, ίσως ασχοληθεί και λίγο με τα εναπομείναντα γεροντάκια της Ίμβρου (απ’ όπου κατάγεται) και της Τενέδου.
Και για να ευχηθούμε στους νέους «συμπολίτες» του, και στην «νέα» (ή «μητρική») τους γλώσσα: Άι σιχτίρ…
Η Ίμβρος και η Τένεδος, τα δύο νησιά που βρίσκονται στην είσοδο των Δαρδανελίων (Ελλήσποντος), το 1922 αριθμούσαν περίπου 12.000 κατοίκους, όλοι τους Έλληνες. Με την Συνθήκη της Λοζάνης, τα νησιά πέρασαν στην κυριαρχία της Τουρκίας, με ένα ειδικό καθεστώς, που προέβλεπε τοπική αυτοδιοίκηση και ειδική μεταχείριση του πληθυσμού.
Και όντως… Οι Τούρκοι επιφύλαξαν για τους Έλληνες των δυο αυτών νησιών, μια πολύ «ειδική» μεταχείριση, έτσι ώστε σήμερα, να έχουν απομείνει εκεί περί τους 200 ηλικιωμένους Έλληνες, ενώ ο συνολικός πληθυσμός «τονώθηκε» με Τούρκους και Κούρδους έποικους.
Μια τακτική, που έρχεται σε πλήρη «αρμονία» κι «αμοιβαιότητα», με την ελληνική πολιτική του «μη στάξει και μη βρέξει» του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θράκης, που η Τουρκία έχει πάρει υπό την «προστασία της», παρ’ ότι δεν πρόκειται για εθνική μειονότητα, αλλά για θρησκευτική, κι ως εκ τούτου δεν της πέφτει κανένας λόγος.
Δείτε το βίντεο, στο οποίο παρουσιάζεται το χρονικό του αφελληνισμού των δύο αυτών νησιών κι αποφασίστε μετά, ποιος θα πρέπει να είναι υποψήφιος για το βραβείο ελληνοτουρκικής «φιλίας», «Αμπντί Ιπεκτσί»…