Κριτική και αξιολόγηση μαρτυριών και αναφορών για την ιστορικότητα του Ιησού

  11/04/2026 | 183 εμφανίσεις | Σχολιασμός

Στο προηγούμενο άρθρο «Ποιό είναι το έτος της σταύρωσης του Ιησού;» επιχειρήθηκε ο προσδιορισμός της γεννήσεως και του θανάτου του Ιησού με βάση τις πληροφορίες που καταγράφονται στα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια, συνδέοντας τες με ιστορικά στοιχεία και αστρονομικούς υπολογισμούς, συμπεραίνοντας ότι, «Τα ευαγγέλια αδυνατούν να συμφωνήσουν και να δώσουν την χρονολογία γέννησης και θανάτου του κεντρικού προσώπου του οποίου περιγράφουν τις κινήσεις και την δράση». Καταλήγοντας ότι, «Ακολούθως, μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ». Αυτό αφορά αποκλειστικά τον Ιησού όπως παρουσιάζεται στις ευαγγελικές διηγήσεις. Ωστόσο δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία μεταξύ των ειδικών για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη ενός ιστορικού Ιησού, έξω από όσα ισχυρίζονται περί αυτού τα βιβλία της Καινής Διαθήκης.

Επανέρχομαι λοιπόν με περισσότερα στοιχεία από τα βιβλικά κείμενα, και επιπροσθέτως αξιολογώντας αναφορές εκτός Καινής Διαθήκης.

Το ζήτημα, λοιπόν, της ιστορικότητας του Ιησού δεν είναι μικρής σημασίας, ούτε πρέπει να εξετάζεται μονομερώς και με μεροληψία. Πρέπει να στέκεται κανείς στα στοιχεία με ελεύθερο νου και ανοιχτό πνεύμα, να αξιολογεί τις πηγές, και να ξεχωρίζει πότε η πληροφορία είναι «μαρτυρία» και πότε «αναφορά». Η διαφορά στις δύο αυτές έννοιες είναι ότι η μαρτυρία είτε ταυτίζεται με την πηγή, είτε ο φορέας είναι σύγχρονος της πηγής, είτε αυτή η απόσταση είναι μικρή. Έχει δηλαδή το στοιχείο της αμεσότητας. Η αναφορά δεν ταυτίζεται με την πηγή, είναι έμμεση και ο φορέας δεν είναι σύγχρονος της πηγής. Η ποιότητά της εξαρτάται από το «που» αντλείται, αν αντλείται από άλλη αναφορά, και αν υπάρχει η αρχική πηγή για να γίνει σύγκριση και αντιπαράθεση.

Θα δώσω ορισμένα παραδείγματα για να γίνω περισσότερο κατανοητός.

Η χριστιανική Εκκλησία θεωρεί ότι δύο από τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια γράφτηκαν από τους ίδιους τους μαθητές του Ιησού (είναι πηγές), και τα άλλα δύο από ανθρώπους που κατέγραψαν αυτά που τους είπαν οι μαθητές (έχουν μικρή απόσταση από τις πηγές). Υπό αυτή την προϋπόθεση, τα ευαγγέλια θεωρούνται πηγές, εφόσον σε αυτά καταγράφονται στοιχεία από συγχρόνους αυτών που περιγράφουν. Είναι δηλαδή μαρτυρίες για το βίο του Ιησού. Όμως η πληροφορία του Τάκιτου (που θα δούμε παρακάτω) δεν αποτελεί «μαρτυρία», διότι ο ίδιος ο Τάκιτος δεν είναι σύγχρονος του Ιησού. Λαμβάνει από «κάπου», επομένως μεταφέρει μια πληροφορία στο κείμενό του χωρίς το κείμενό του να αποτελεί την αρχική πηγή. Ο Θαλλός αναφέρει μια έκλειψη ηλίου. Το κείμενό του όμως δεν υπάρχει σήμερα. Λαμβάνουμε την πληροφορία του Θαλλού από τον Ιούλιο τον Αφρικανό, του οποίου όμως επίσης το έργο δεν σώζεται αυτούσιο αλλά μόνο αποσπασματικά στον Ευσέβιο. Συνεπώς, η αναφορά του Τάκιτου δεν είναι ισοδύναμη με αυτή του Θαλλού, όπως και του Τάκιτου δεν είναι ισοδύναμη με αυτή των ευαγγελίων.

Στο παρόν άρθρο παραλείπονται οι λεπτομερείς διαφορές και αντιφάσεις μεταξύ των τεσσάρων ευαγγελίων (οι οποίες έχουν σημαντικό ρόλο προς την ιστορικότητα και την αξιοπιστία των ευαγγελίων), διότι σε διαφορετική περίπτωση το ήδη εκτενές άρθρο θα ανερχόταν σε πάνω από 40-50 σελίδες στο Word, πράγμα που δεν θα το επιθυμούσα. Έτσι, περιλήφθησαν μόνο εκείνες που αφορούν ιστορικώς τη γέννηση και τον θάνατο του Ιησού, και όσες από τις λοιπές είναι οι σοβαρότερες κατά την κρίση μου.

Όπως προανέφερα, εδώ γίνεται εξέταση -από ερασιτεχνικής βεβαίως απόψεως- των σχετικών κειμένων, πάντα με βάση τη λογική και πηγές όπου χρειάζεται. Το άρθρο χωρίζεται σε δύο μεγάλα μέρη. Στο πρώτο, εξετάζονται οι πληροφορίες των πηγών- μαρτυριών, και στο δεύτερο οι πληροφορίες των αναφορών. Στις πηγές-μαρτυρίες για την ιστορικότητα του Ιησού κατέταξα τα βιβλία που περιλαμβάνονται στην Καινή Διαθήκη. Στις αναφορές, όσα βρίσκονται εκτός Καινής Διαθήκης μιας και καμία δεν είναι ούτε σύγχρονη ούτε μας ανάγει πριν τη σταύρωση του Ιησού
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…

image_pdfimage_print

Πότε σταυρώθηκε ο Ιησούς κατά τα Ευαγγέλια;

  15/03/2026 | 448 εμφανίσεις | Σχολιασμός

Η σταύρωση του Ιησού Το άρθρο αυτό θα ασχοληθεί μόνο με το έτος της σταυρώσεως του Ιησού, με βάση όσα μας παραδίδονται στην χριστιανική Βίβλο και όσα στοιχεία μας δίνει η ιστορία. Δεν θα αναφερθώ ούτε στις υπόλοιπες αντιφάσεις των διηγήσεων, ούτε στην άγνοια των ευαγγελιστών όσον αφορά τα εβραϊκά έθιμα και νόμους, ή λάθη γεωγραφικά και αναχρονισμούς.

Τα ευαγγέλια δεν μας λένε άμεσα το έτος σταυρώσεως του Ιησού, όπως δεν μας λένε άμεσα ούτε το έτος γεννήσεως. Απλά αναφέρονται κάποια στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να υπολογιστούν οι χρονολογήσεις. Όπως τα στοιχεία που αφορούν τη γέννησή του είναι μεταξύ τους αντιφατικά, το ίδιο και σε χειρότερο επίπεδο όσον αφορά τη σταύρωση. Όπως για τη γέννηση προκύπτουν διαφορετικές χρονολογήσεις που απέχουν μεταξύ τους δέκα με δώδεκα έτη, έτσι και εδώ προκύπτουν διαφορετικές χρονολογήσεις.

Τα μοναδικά στοιχεία που έχουμε είναι ότι πριν συλληφθεί και σταυρωθεί έλαβε χώρα ο τελευταίος δείπνος, και ότι η μέρα της σταυρώσεως ήταν η Παρασκευή. Όμως ο δείπνος ήταν πασχαλινός ή όχι; Τα συνοπτικά ευαγγέλια τον τοποθετούν το Πάσχα 14 Νισάν προς 15 ενώ το τέταρτο πριν το Πάσχα, δηλαδή 13 Νισάν προς 14. Και ενώ όλα τοποθετούν την σταύρωση την Παρασκευή, για τα τρία συνοπτικά ευαγγέλια είναι 15 του μηνός Νισάν (πρώτη των αζύμων) ενώ για το τέταρτο είναι 14 (Πάσχα την ώρα της θυσίας του πασχαλινού αμνού). Εμφανέστατα πρόκειται για δύο διαφορετικά έτη.

Ας τα πάρουμε όμως όλα κατά σειρά και τάξη, έχοντας ως γερό θεμέλιο όσα είναι γραμμένα στον Μωσαϊκό Νόμο που όφειλαν οι Ιουδαίοι να ακολουθούν κατά γράμμα, διότι «οὐ δύναται λυθῆναι ἡ γραφή» (κατά Ιωάννην 10:35). Και εμείς λοιπόν, ακολουθώντας το ρητό αυτό, βήμα- βήμα θα επιχειρήσουμε να βρούμε το έτος της σταύρωσης χωρίς ερμηνευτικές αλχημείες, αλλά βασιζόμενοι στα στοιχεία που μας δίνουν οι πηγές.

Πότε τοποθετείται χρονικά ο τελευταίος δείπνος κατά τα τρία συνοπτικά ευαγγέλια;
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…

image_pdfimage_print

Απάντηση στο βίντεο του κου Δ. Κούτουλα, σχετικά με τη χρονολόγηση των Ορφικών Ύμνων

  15/03/2026 | 68 εμφανίσεις | Σχολιασμός

Το 1967, ο αστρονόμος του πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Χασάπης, παρουσίασε μια διατριβή μετά από εξέταση των ορφικών ύμνων από αστρονομικής σκοπιάς. Μέσα στα πολλά συμπεράσματα που προέκυψαν ήταν και η χρονολόγηση των ύμνων με βάση τις πληροφορίες που παρέχουν.

Στον ύμνο του Απόλλωνος αναφέρεται το φαινόμενο της ισότητας μεταξύ χειμώνα και θέρους. Δια της επιστημονικής οδού, κατέληξε σε δύο χρονολογήσεις όπου πράγματι συνέβη αυτή η ισότητα· η μια είναι το έτος 11835 π.κ.ε., και η άλλη το έτος 1366 π.κ.ε. Ταυτίζοντας τις χρονολογήσεις αυτές με το έτος συγγραφής των ύμνων, απέρριψε την παλαιότερη και αποδέχτηκε την νεότερη.

Την μελέτη-διατριβή συμπεριέλαβε αργότερα ο Ι. Πασσάς στο βιβλίο του «Τα Ορφικά» δίνοντας σε υποσημειώσεις τα δικά του σχόλια. Η διατριβή περιλαμβάνει 75 σελίδες (από τη σελίδα 41-116 του βιβλίου του Ι. Πασσά), και η ανάλυση του τρόπου για το πώς προέκυψαν οι χρονολογήσεις αυτές καταλαμβάνουν περίπου 10 σελίδες (από την σελίδα 101-110).

Ο εκδότης της εγκυκλοπαίδειας «Ήλιος» Ι. Πασσάς διαφωνεί ως προς αυτήν την ταύτιση. Υποστηρίζει ότι δεν θα πρέπει να ταυτίσουμε υποχρεωτικώς την εποχή των παρατηρήσεων με την εποχή της καταγραφής τους στους ύμνους. Γράφει ο Ι. Πασσάς, «Συνεπώς, η δευτέρα εξίσωσις που δεικνύει χρονολογίαν 11835 χρόνια π.Χ. και την οποίαν απορρίπτει ο Χασάπης ως χρονολογίαν διατυπώσεως των Ορφικών Ύμνων, πρέπει να υπολογισθή, ως πιθανή αφετηρία των αστρονομικών παρατηρήσεων …» (υποσημείωση σελ. 102). Για αυτό και χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό του αστρονόμου ως «ατυχή» και δέχεται ότι «…εις άλλην χρονολογίαν θα πρέπη να εγράφησαν οι ορφικοί ύμνοι και εις άλλην, εις πολύ παλαιοτέραν εποχήν, θα έπρεπε να είχον αρχίσει αι σχετικαί παρατηρήσεις των παλαιοτέρων ανθρώπων (ίσως και υπό προ-ορφικών παρατηρητών) επί των φυσικών φαινομένων, δια να διατυπωθούν αργότερον εις συγκεκριμένας γνώσεις…».

Ο Κ. Χασάπης αναλύοντας τα δεδομένα που προκύπτουν από τους ύμνους, βρίσκει ότι «όταν διετυπώθησαν οι Ορφικοί Ύμνοι, η εαρινή ισημερία εσημειούτο κατά τον χρόνον τον οποίον ο ήλιος ευρίσκετο εις τον αστερισμόν του Ταύρου. Αλλ’ είναι δυνατόν να ευρεθή μετά πάσης ακριβείας ο χρόνος, που συνέβαινεν η εαρινή ισημερία εις τον Ταύρον» (σ. 106). Μετά από μαθηματικούς υπολογισμούς που παραλείπω, καταλήγει: «Συνεπώς, ο ήλιος ευρίσκετο κατά την εαρινήν ισημερίαν εις τον Ταύρον από του 3629 π.Χ. μέχρι του 1841 π.Χ., δηλαδή επί συνολικόν πλήθος 1788 ετών» (σ. 107). Πάλι μέσω πολύπλοκων μαθηματικών εξισώσεων, καταλήγει: «Κατόπιν των ανωτέρω προκύπτει, ότι τόσον η ισότης των εποχών χειμώνος-θέρους, όσον και η παρουσία του ηλίου εις τον Ταύρον, κατά την αρχήν του έαρος, αντιστοιχούν πρακτικώς εις την χρονικήν περίοδον 1841-1366 π.Χ. Συνεπώς και η ηλικία των ύμνων πρέπει να αναχθή εις την περίοδον ταύτην και, το πιθανώτερον, εις τους περί το μέσον της περιόδου αυτής χρόνους, δηλαδή περί το 1600 π.Χ… » (σ. 108). Αυτά βεβαίως παραλείπονται από τον κο Κούτουλα ο οποίος στο ολιγόλεπτο βίντεο υποστηρίζει ότι η χρονολόγηση των ύμνων είναι λανθασμένη και στηρίζεται σε ακούσια παρανόηση του επίμαχου στίχου του ύμνου του Απόλλωνος, ο οποίος δεν αναφέρεται σε ίση διάρκεια χειμώνα και θέρους, αλλά σε ίσο τρόπο μίξεως χειμώνα και θέρους για την δημιουργία της ανοίξεως
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…

image_pdfimage_print

Χριστιανικές διαβολές κατά της αρχαίας Ελλάδας: Η καταγωγή τού Έλληνα κι ο πολιτισμός του (Μέρος 6ο) – Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι άσχετος με την αρχαία ελληνική θρησκεία; Απάντηση στο άρθρο «Η επανάσταση των φιλοσόφων ενάντια στους θεούς, στους ιερείς, στην κοινωνία και στους θεσμούς» (γ’)

  08/03/2026 | 47 εμφανίσεις | Σχολιασμός

(Συνέχεια από το προηγούμενο άρθρο).

Δημόκριτος
Οι βασικοί ισχυρισμοί του Γιαννουλάκη που σχετίζονται με το θέμα μας, είναι:
α. Ότι ο Πλάτων, αν και αναφέρεται στις διδασκαλίες του Δημοκρίτου, ωστόσο πουθενά δεν τον κατονομάζει, επειδή ο Πλάτων ήταν ιδεαλιστής και ο Δημόκριτος υλιστής.
β. Ότι «Είναι μάλλον βέβαιο ότι τελικά ο Πλάτωνας έκαψε τα συγγράμματα του Δημοκρίτου».

Στην πραγματικότητα, όλα αυτά γράφονται για να δείξουν ότι δήθεν υπήρχε διαμάχη μεταξύ της επιστημονικής γνώσης (που εκπροσωπείται από τον υλισμό) και της θρησκείας-μυστικιστικής φιλοσοφίας (που εκπροσωπείται από τον ιδεαλισμό).

Απαντώ ισάριθμα στα παραπάνω:
α. «Πρώτος τε αντειρηκώς σχεδόν απάσι τοις προ αυτού, ζητείται δια τι μη εμνημόνευσεν Δημοκρίτου» (Γ΄ 25). Είναι άλυτο ζήτημα γιατί ο Πλάτων δεν μνημονεύει τον Δημόκριτο. Εάν όμως ο Διογένης, που είχε στην διάθεσή του τόσες πολλές πηγές, δεν έχει την απάντηση, πως θα μπορούσαμε να την έχουμε εμείς σήμερα με λιγότερες; Δεν είναι ορθή η κρίση του Γιαννουλάκη για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος είναι ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε διαμάχη μεταξύ «υλισμού» και «ιδεαλισμού». Πιθανότατα να μην υπήρχε καν η διάκριση αυτή στην συνείδηση των φιλοσόφων. Υπήρχαν απλά δύο προσεγγίσεις της πραγματικότητας, χωρίς η μια να αντιμάχεται την άλλη. Κατά την άποψή μου, ακόμα και αυτό που λένε οι σύγχρονοι μελετητές ότι οι προσωκρατικοί φυσικοί φιλόσοφοι έβλεπαν το σύμπαν μηχανιστικά, δεν ισχύει. Ή τουλάχιστον δεν ισχύει για αρκετούς από τους προσωκρατικούς. Ο λόγος είναι ότι δέχονταν τον υλοζωισμό, δηλαδή ότι η κίνηση-ζωή-στην ύλη είναι έμφυτη. Που σημαίνει ότι το σύμπαν δεν είναι ένα κουρδιστό άψυχο αντικείμενο, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός του οποίου είμαστε μέρη.

Γενικότερα, αρέσει στον Γιαννουλάκη να βλέπει παντού πάλη και διαμάχη και όχι εναρμόνιση. Εξ ου και οι διαρχικές γνωστικίζουσες θεωρίες του. Αρκεί κανείς να διαβάσει το βιβλίο του «Μυστικός πόλεμος» για να το διαπιστώσει. Αυτή η διπλή προσέγγιση φαίνεται πολύ καθαρά στον Εμπεδοκλή που έγραψε το «Περί φύσεως» ένα έργο μέσω του οποίου ερμηνεύει τον φυσικό κόσμο, και το «Καθαρμοί» που έχει καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα, δηλαδή ιδεαλιστικό. Οι διανοητές τότε δεν έκαναν διάκριση και για αυτό στα έργα τους μπορούμε να ανιχνεύσουμε και τις δύο τάσεις. Ο θεωρούμενος υλιστής Επίκουρος λέει ότι είμαστε βέβαιοι για την ύπαρξη των θεών, στους οποίους αποδίδει μακαριότητα και αιωνιότητα, ασχέτως αν απορρίπτει την πρόνοια.

Μια από τις βασικές διαφορές μεταξύ ιδεαλισμού και υλισμού είναι ότι για την ερμηνεία του κόσμου, ο μεν ιδεαλισμός άρχεται από το πνεύμα που δημιουργεί σε δεύτερη φάση την ύλη, ο δε υλισμός άρχεται από την ύλη ενώ το πνεύμα εκλαμβάνεται ως παράγωγό της. Στην πρώτη προσέγγιση προηγείται το πνεύμα και μετά η ύλη. Στην δεύτερη το αντίθετο. Σωματικό ή ασώματο; Τί προηγείται και τί έπεται; Αυτό όμως τί νόημα μπορεί να έχει όταν μιλάμε για έναν κόσμο είτε αυθύπαρκτο είτε δημιουργημένο αχρόνως όπως αποδέχονταν η ελληνική διανόηση; Τί σημασία μπορεί να έχει από τη στιγμή που για όλους είναι κοινός τόπος το αξίωμα ότι «τίποτα δεν γίνεται από το τίποτα»; Τί νόημα έχει από την στιγμή που ο κόσμος θεωρείται ως ενιαίος; Αυτό δεν είναι το νόημα της προσωκρατικής φιλοσοφίας; Η αόρατη σταθερή πρώτη αρχή-ουσία πίσω από τα φαινόμενα που δημιουργούν την αίσθηση της διαφοροποίησης;
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…

image_pdfimage_print

Χριστιανικές διαβολές κατά της αρχαίας Ελλάδας: Η καταγωγή τού Έλληνα κι ο πολιτισμός του (Μέρος 6ο) – Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι άσχετος με την αρχαία ελληνική θρησκεία; Απάντηση στο άρθρο «Η επανάσταση των φιλοσόφων ενάντια στους θεούς, στους ιερείς, στην κοινωνία και στους θεσμούς» (β’)

  06/03/2026 | 39 εμφανίσεις | Σχολιασμός

Το συγκεκριμένο άρθρο που βρίσκεται εδώ , είναι παρμένο από το άρθρο του Π. Γιαννουλάκη «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό καταστημένο» (Περιοδικό Strange, τ. 63).

Ξενοφάνης

Ο Πρόκλος αναφέρει ότι ο Ξενοφάνης είχε γράψει μεγάλο ποίημα με τον τίτλο Σίλλοι, στο οποίο κατέκρινε σθεναρά τους ποιητές και τους φιλόσοφους, για τον δογματισμό τους, τη μισαλλοδοξία τους, τον εγωισμό τους, τις αντιφάσεις τους.

Ας δούμε λοιπόν τι γράφει ο Πρόκλος ακριβώς. Αντιγράφω από τα άπαντα του Πρόκλου (Κάκτος), τ. 39, Υπόμνημα στο «Έργα και Ημέραι» του Ησιόδου. «…και ο Ξενοφάνης λόγω κάποιας εμπάθειάς του (κείμενο: μικροψυχίαν) εναντίον των φιλοσόφων και ποιητών της εποχής του συνέθεσε απρεπείς Σίλλους (κείμενο: Σίλλους ατόπους) εναντίον όλων των φιλοσόφων κα ποιητών. Αλλά ο αληθινά καλλιεργημένος Ησίοδος (κείμενο: τον όντως μουσικόν Ησίοδον) δεν έπαθε τίποτα τέτοιο· γιατί δεν είναι χαρακτηριστικό καλλιεργημένου ανθρώπου να έχει μοχθηρία (κείμενο: μελαγχολάν)» (σ. 175).

Παρατηρούμε ότι εδώ -όπως και σχεδόν σε όλες τις αναφορές-, ο Π. Γιαννουλάκης που οι απολογητές διάλεξαν ως πηγή τους, ξεφεύγει από την ακρίβεια με αποτέλεσμα να γίνεται αναξιόπιστος. Πουθενά ο Πρόκλος δεν λέει ότι ο Ξενοφάνης κατέκρινε τον δογματισμό, την μισαλλοδοξία, τον εγωισμό, και τις αντιφάσεις των ποιητών και φιλοσόφων. Γιατί αυτό θα είχε κάποια πρακτική αξία, εφόσον θα ήταν ένας τρόπος αξιολόγησης και γόνιμης κριτικής. Ο σιλλός όμως είναι το σατυρικό ποίημα, και ο Πρόκλος του προσάπτει μικροψυχία και ως προς το περιεχόμενό τους, ατοπία. Δηλαδή αυτά που έγραψε στους σιλλούς δεν έχουν τόπο, δεν στέκουν, δεν είναι ορθά. Απεναντίας τιμά τον Ησίοδο χαρακτηρίζοντάς τον «μουσικό», δηλαδή άνθρωπο εμπνευσμένο από τις Μούσες. Με αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζει σε αυτόν το απολλώνιο πνεύμα, εφόσον ο Μουσαγέτης είναι ο ίδιος ο Απόλλων. Διότι, αν και ο Ησίοδος αδικήθηκε από τον αδελφό του τον Πέρση, δεν έριξε χολή αλλά έδωσε σε αυτόν (και σε μας) προτροπές και συμβουλές προς την αρετή, όπως γράφει ο Πρόκλος στη συνέχεια του υπομνήματός του
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…

image_pdfimage_print
Εναλλαγή σε εμφάνιση υπολογιστή