Οι γελοιογραφίες τού Μωάμεθ – Η σύγκρουση των πολιτισμών
10/01/2010 |
Σχολιασμός
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2005, η δανική ημερήσια εφημερίδα «Jyllands-Posten», δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Το πρόσωπο τού Μωάμεθ». Το άρθρο αποτελείτο από 12 γελοιογραφίες, σε μερικές από τις οποίες απεικονίζονταν ο Μωάμεθ. Το άρθρο συνοδεύονταν κι από ένα επεξηγηματικό κείμενο τού Flemming Rose, υπεύθυνου της στήλης «Πολιτισμός», όπου μεταξύ άλλων έγραφε:
«Η σύγχρονη, κοσμική κοινωνία απορρίπτεται από ορισμένους μουσουλμάνους. Απαιτούν μια ειδική θέση, επιμένοντας σε ειδική αντιμετώπιση των δικών θρησκευτικών συναισθημάτων τους. Κάτι τέτοιο όμως, είναι ασυμβίβαστο με τη σύγχρονη δημοκρατία και την ελευθερία του λόγου, όπου ο καθένας θα πρέπει να είναι έτοιμος να ανεχτεί προσβολές, κοροϊδία και γελοιοποίηση. Σίγουρα δεν είναι πάντα ωραίο να το βλέπουμε αυτό, και δεν σημαίνει ότι θρησκευτικά συναισθήματα πρέπει να διακωμωδούνται με οποιοδήποτε κόστος, αλλά αυτό είναι ήσσονος σημασίας στο παρόν πλαίσιο. […]».
Οι γελοιογραφίες δημιουργήθηκαν από δώδεκα διαφορετικούς γελοιογράφους. Εκείνη όμως που έμελλε να προκαλέσει τις περισσότερες αντιδράσεις, ήταν η γελοιογραφία τού Kurt Westergaard, ο οποίος παρουσίαζε τον Μωάμεθ να φορά μια βόμβα με αναμμένο φυτίλι στο τουρμπάνι του. Οι αντιδράσεις ενισχύονταν κι από την μουσουλμανική απαγόρευση τής απεικόνισης τού Μωάμεθ.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 12 Οκτωβρίου 2005, οι ιμάμηδες τής Δανίας και έντεκα πρέσβεις κρατών, ζητούν συνάντηση με τον Δανό πρωθυπουργό Anders Fogh Rasmussen, για να συζητήσουν σχετικά με την «εκστρατεία διάφορων δανικών κύκλων ενάντια στο Ισλάμ και τους μουσουλμάνους». Στην επιστολή που απέστειλαν οι ιμάμηδες και οι πρεσβευτές, δεν έκαναν αναφορά μόνο στις γελοιογραφίες τού Μωάμεθ που δημοσιεύθηκαν από την «Jyllands-Posten», αλλά και στον ραδιοφωνικό σταθμό «Holger», καθώς και σε δηλώσεις πολιτικών, που θεωρούσαν ότι το περιεχόμενό τους έθιγε τον Ισλαμισμό και τους μουσουλμάνους.
Η δανική κυβέρνηση, απάντησε στο αίτημα αυτό, με μια λιτή επιστολή, μέσω της οποίας, αφού τους διευκρίνιζε ότι η ελευθερία τού Τύπου, είναι δεδομένη στην Δανία και δεν υπάρχει περίπτωση παρέμβασης τού πρωθυπουργού, τους προέτρεπε να ακολουθήσουν την νόμιμη δικαστική οδό, και να αποφασίσει το δικαστήριο για το δίκαιο ή όχι των αιτημάτων τους.
Οι πρέσβεις, στην συνέχεια, έκαναν δήλωση, με την οποία διευκρίνιζαν, πως από παρανόηση και λανθασμένη ερμηνεία τής επιστολής τους, δόθηκε η εντύπωση πως ζητούσαν παρέμβαση τού Δανού πρωθυπουργού στο έργο τής δικαιοσύνης. Όπως τόνισαν, δεν ζήτησαν να γίνει παρέμβαση, αλλά μια σύσταση (στην δικαιοσύνη), ώστε να κινηθεί στο πλαίσιο τού νόμου. Ο Rasmussen, τους απάντησε, ότι ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση, η εξωδικαστική παρέμβαση δεν νοείται στο δανικό σύστημα.
Ακολούθησε επιστολή από τον Αιγύπτιο υπουργό Εξωτερικών Aboul Gheit, η οποία κοινοποιήθηκε και στον Ο.Η.Ε., με την οποία αξίωνε μια επίσημη δήλωση που θα υπογράμμιζε την ανάγκη σεβασμού τού θρησκευτικού συναισθήματος και θρησκευτικών ευαισθησιών των μουσουλμάνων.
Αξίζει να σημειωθεί πάντως, πως μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, στις 17 Οκτωβρίου 2005, οι γελοιογραφίες τού Μωάμεθ αναδημοσιεύθηκαν από την αιγυπτιακή εφημερίδα «Al Fagr» (με καταδικαστικό χαρακτήρα), χωρίς να προκληθούν αντιδράσεις, σαν αυτές που ακολούθησαν …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Όλα ξεκινούν το 1962, όταν ο Παναγιώτης (Πότης) Στρατίκης, ένας Έλληνας αντιστασιακός, εκδότης, συγγραφέας και σεναριογράφος, προχώρησε στην έκδοση ενός παιδικού περιοδικού. Είχε έτοιμη την ιδέα, απλά έπρεπε να βρει και τον κατάλληλο συνεργάτη. Όταν συζήτησε το θέμα με τον φίλο του και σχεδιαστή, Θέμο Ανδρεόπουλο, εκείνος του ζήτησε να κάνουν μαζί αυτό το εγχείρημα. Έτσι την Τρίτη 13 Νοεμβρίου του 1962 σε όλα τα περίπτερα της Αθήνας εμφανίστηκε το νέο περιοδικό: Ο «Μικρός Σερίφης». Εκδότης ήταν ο Κώστας Ραμπατζής. Ο Στρατίκης υπέγραφε τα κείμενα ως «Κώστας Φωτεινός», ενώ σαν εκδοτικό τέχνασμα και για να πιάσουν το κοινό, ο «Φωτεινός» αναφέρονταν ότι έκανε την «απόδοση» και μόνο, των ιστοριών στα ελληνικά. Ιστοριών που ήταν καταγεγραμμένες ανάμεσα στο θρύλο και την πραγματικότητα της άγριας δύσης.
Παρ’ ότι είναι διάχυτη η εντύπωση ότι μεγάλος λογοτέχνης Νίκος Καζαντζάκης είναι αφορισμένος από την ελληνική Εκκλησία, εξαιτίας κάποιων θεωρούμενων αντιχριστιανικών του βιβλίων, η πραγματικότητα δεν έχει ακριβώς έτσι. Όπως γίνεται συνήθως, σε τέτοιες περιπτώσεις, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Δεν υπάρχει αφορισμός, αλλά ανάθεμα (κατάρα).
Τη δεκαετία του 1880 το γλωσσικό ζήτημα εμφανίστηκε μαζί με τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Η όξυνση της διαμάχης για τη γλώσσα χώρισε τον ελλαδικό και εξωελλαδικό ελληνισμό ανάμεσα στους καθαρευουσιάνους και τους δημοτικιστές ή «μαλλιαρούς» όπως τους αποκαλούσαν οι αντίπαλοί τους. Ιδιαίτερα στην Αθήνα όμως η σύγκρουση έλαβε μεγάλη ένταση και συσχετίστηκε άμεσα και έμμεσα με κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα που εκκινούνταν από αντιθέσεις του ίδιου του ελλαδικού κοινωνικού σχηματισμού ή και πιο συγκεκριμένα των αντιθέσεων που πήγαζαν από τις αντιφάσεις της αθηναϊκής κοινωνίας.
«Με έπιαναν κρίσεις και δεν έβλεπα μπροστά μου. Ο καθένας στη θέση μου το ίδιο μπορεί να έκανε»,


