Ο Νόμος 4000 περί τεντιμποϊσμού
13/03/2009 |
Σχολιασμός
Ο Νόμος 4000 «περί τεντιμποϊσμού» ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1959 και ήταν νόμος του υπουργού Δικαιοσύνης Κωνσταντίνου Καλλία. Ο νόμος αυτός καθόριζε την αντιμετώπιση των νεαρών ταραχοποιών, που ήταν γνωστοί ως «τεντιμπόηδες», οι οποίοι έριχναν γιαούρτια ή φρούτα σε περαστικούς (συνήθως γυναίκες) και επιδίδονταν σε βανδαλισμούς.
Ο όρος «τεντιμπόης» (ή τεντυμπόης) προέρχονταν από την αγγλική λέξη «teddy boy» που περιέγραφε μια συγκεκριμένη νεανική ομάδα της δεκαετίας του ’50 στην Αγγλία, με ιδιαίτερη εμφάνιση, που ντυνόταν επιδεικτικά με ακριβά ρούχα. Συνήθως φορούσαν στενά παντελόνια, με ανοιχτόχρωμες κάλτσες, μακριά παλτά, μερικές φορές με βελούδινο γιακά, μεγάλα καστόρινα παπούτσια και αρκετή μπριγιαντίνη στα μαλλιά τους, απ’ τα οποία άφηναν να κρέμεται μια «αφέλεια». Καθώς μερικές από τις ομάδες αυτών των νεαρών, χωρισμένοι σε συμμορίες οδηγήθηκαν σε παραβατικές και ρατσιστικές συμπεριφορές, ο όρος σύντομα απέκτησε την σημασία του μοσχαναθρεμμένου και καλοζωισμένου εύπορου ταραξία και αλήτη.
Την ίδια εποχή, στην Ελλάδα ανθεί το γιαούρτωμα και το αθώο γιαουρτάκι έχει μπει στα σχολεία και γίνεται τρόμος για τους καθηγητές. Το παράκαναν όμως και το γιαούρτι λέρωσε πολύ κόσμο με αποτέλεσμα το κράτος να εισαγάγει τον νόμο 4000 «Περί καταστολής αξιοποίνων τινών πράξεων» για να αναχαιτιστεί η «ιδιάζουσα θρασύτητα και προκλητικότητα έναντι της κοινωνίας».
Με βάση τον νόμο αυτό, τιμωρούνταν η εξύβριση. Η αστυνομία συνελάμβανε όσους νεαρούς έριχναν γιαούρτι ή φρούτα σε ηλικιωμένους και γυναίκες και τους οδηγούσε στο κρατητήριο, όπου γινόταν σε αυτούς κούρεμα με την ψιλή και τους έσκιζαν τα ρεβέρ από τα παντελόνια τους. Ο νόμος ήταν αμφιλεγόμενος και προήγαγε τη διαπόμπευση. Επίσης, όριζε ότι θα ασκούνταν δίωξη και εναντίον των γονέων των ανήλικων ταραξιών. Ο μετέπειτα διοικητής της ΕΣΑ, συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς, αποκαλούσε τους τεντιμπόηδες, «άπλυτους μακρυμάλληδες», «διακονιάρηδες και αποδιοπομπαίους» και όπως έλεγε, ο σκοπός δεν ήταν να τους κόψει τα μαλλιά αλλά «να τους κόψω την νοοτροπίαν, ήτις είναι καταστρεπτική δι’ αυτούς και διά την Ελλάδα».
Με την εφαρμογή του νόμου, οι πρώτοι τέσσερις νεαροί οδηγήθηκαν στην Ασφάλεια για το παράπτωμα του γιαουρτώματος και της εξύβρισης κατά της Αρχής, όπου οι αστυνομικοί τους κούρεψαν με την ψιλή, τους έσκισαν τα ρεβέρ των παντελονιών τους και στη συνέχεια τους περιέφεραν μπροστά στους εμβρόντητους περαστικούς, με χειροπέδες και με κρεμασμένη στο λαιμό πινακίδα, που έγραφε «Είμαι τεντιμπόης και έριξα γιαούρτι σε γυναίκα». Αυτή ήταν η πρώτη εφαρμογή του προβλεπόμενου μέτρου, το οποίο προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, ακόμα και ηρωοποίηση των τεντιμπόηδων.
Στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Νόμος 4000» παρουσιάζεται μια σκηνή (βίντεο) κατά την οποία ένας νεαρός μαθητής (ο ηθοποιός Θάνος Παπαδόπουλος) γιαουρτώνει τον καθηγητή του αλλά συλλαμβάνεται από την αστυνομία και κουρεύεται με την ψιλή. Στη συνέχεια, διαπομπεύεται στους δρόμους, με τον παραπάνω τρόπο.
Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Νόμος 4000 καταργήθηκε το 1983. Η εφαρμογή του, εναντίον όλων ανεξαιρέτως των μηνυομένων για εξύβριση, περιύβριση αρχής, έργω εξύβριση, αντίσταση κατά της αρχής, σωματική βλάβη κ.λπ., είχε προκαλέσει αρκετές αντιδράσεις, όχι μόνο του νομικού κόσμου αλλά και του λαού. Η τελευταία φορά που εφαρμόστηκε ήταν το 1981.

Ο Ματέι Σορίν, από πολύ μικρός έμεινε μόνος στη ζωή με την μητέρα του, καθώς ο πατέρας του, ο αδερφός του και η αδερφή του είχαν σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Πέρασε δύσκολα και φτωχικά παιδικά χρόνια, με μόνο προστάτη την μητέρα του, την Ευγενία Καψοκέφαλου, η οποία με πολύ μεγάλη δυσκολία τα έβγαζε πέρα. Η «δοσοληψία» του με την αστυνομία και τις φυλακές, ουσιαστικά άρχισε στην τρυφερή ηλικία των 15 ετών. Ερωτευμένος παράφορα με μια ανήλικη κοπέλα, την κλέβει. Οι γονείς της ανήλικης καταθέτουν μήνυση και ο Ματέι Σορίν συλλαμβάνεται και στην συνέχεια ακολουθεί τον δρόμο για τις φυλακές Βόλου, όπου παρέμεινε έγκλειστος για 6 μήνες. Ο Σορίν, ο οποίος μέχρι τότε είχε στο ενεργητικό του, μόνο μικροπαραπτώματα, είχε πλέον επιλέξει τον δρόμο που θα ακολουθήσει για την υπόλοιπη και σύντομη ζωή του: Το αδιέξοδο μονοπάτι της παρανομίας και του ψεύτικου κόσμου των ναρκωτικών. Τα επόμενα 12 χρόνια, τα πέρασε κυνηγημένος, μπαινοβγαίνοντας στις φυλακές, απ’ τις οποίες κατάφερε ν’ αποδράσει 6 φορές, αποκτώντας το προσωνύμιο «Ο Πεταλούδας». Την πρώτη του απόδραση έκανε το 1995, στο Δικαστήριο της Ευελπίδων, όπου δικαζόταν για ληστείες, διαφεύγοντας μέσα από τις τουαλέτες, παρ’ ότι ήταν φρουρούμενος. Η τελευταία του απόδραση έγινε το 1998, όταν πήδηξε από τον πρώτο όροφο του Tμήματος Mεταγωγών Πάτρας.
«Οι Έλληνες ήταν πρώτης τάξεως πολεμιστές και σίγουρα, κάμποσα σκαλοπάτια παραπάνω από το στρατό του Κεμάλ. Αυτή είναι η άποψη του Γουίταλ. Πιστεύει ότι οι τσολιάδες θα είχαν καταλάβει την Άγκυρα και θα είχαν τελειώσει τον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί.
Ο περισσότερος απλός κόσμος, γνωρίζει τον Ιωάννη Μεταξά για δύο κυρίως λόγους:
Παρασκευή, 25 Αυγούστου, 1972. Ώρα 05:49. Θέση «Δύο Αοράκια» Νέας Αλικαρνασσού, Ηρακλείου Κρήτης. Είναι η στιγμή που ο ήλιος ανατέλλει. Ο Βασίλης Λυμπέρης, στημένος απένταντι από το εκτελεστικό απόσπασμα, πέφτει νεκρός με 6 σφαίρες και γίνεται έτσι ο τελευταίος θανατοποινίτης στην Ελλάδα. Προηγουμένως, είχε καταδικαστεί με την εσχάτη των ποινών, γιατί έκαψε ζωντανούς, τα δυο του παιδιά, την γυναίκα του και την πεθερά του.
Στις 5 Ιανουαρίου του 1971, λίγο πριν από το δεύτερο τοκετό της, η Βασιλική παρέδωσε στον δικηγόρο της μία ιδιόγραφη διαθήκη. «Μεταξύ άλλων» είπε αργότερα ο ίδιος «έγραφε ότι αποκλήρωνε από την περιουσία της τον σύζυγό της, λόγω της απαράδεκτης συμπεριφορά του και πως την άφηνε στα παιδιά της. Ίσως φοβόταν μήπως πάθει κάτι κακό στη γέννα, επειδή το πρώτο της παιδί το είχε κάνει με καισαρική».


