Θρησκεία-Εκκλησία – Σελίδα 121 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Αρχεία της κατηγορίας «Θρησκεία-Εκκλησία»

Θέματα που αφορούν την θρησκεία και την Εκκλησία.

Ο «φιλελληνικός» και «πατριωτικός» ρόλος του Πατριαρχείου, μετά την Επανάσταση του 1821 και την Απελευθέρωση – Η κατάπτυστη επιστολή του πατριάρχη Αγαθάγγελου προς τους Έλληνες το 1828 και η απάντηση του Ιωάννη Καποδίστρια

  05/05/2009 | Σχολιασμός

Ο βασισμένος στην εξουσία, που κληρονόμησε από τον σουλτάνο σαν ανταπόδοση, ρόλος του Πατριαρχείου συνεχίστηκε και μετά την Απελευθέρωση και συνεχίζεται έως και σήμερα. Έτσι υπερασπιζόμενο τα κεκτημένα του το Πατριαρχείο, τάχθηκε εναντίον της Επανάστασης του 1821, αφόρισε τους επαναστάτες και συνέχισε να προπαγανδίζει την επαναφορά των Ελλήνων στο σουλτανικό ζυγό ακόμη και μετά την απελευθέρωσή μας και τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους. Πρωταγωνίστησε επίσης στην εγκαθίδρυση της παράλληλης θεοκρατικής εξουσίας στο νέο Κράτος, η οποία έκτοτε αποτελεί τον σπουδαιότερο ανασταλτικό παράγοντα προόδου. Οι εξουσιαστικές του επιδιώξεις είναι σύμφυτες με το Χριστιανισμό, ένα απόλυτα διεθνιστικό οικοδόμημα.

Στο άρθρο αυτό θα παρουσιασθεί ένα σκοπίμως αποσιωπούμενο από την επίσημη ελληνική Ιστορία επεισόδιο με πρωταγωνιστές τον πατριάρχη Αγαθάγγελο και τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, όπου καθίσταται έκδηλος ο αντεθνικός ρόλος κι ο αμείωτος φιλοτουρκισμός του Πατριαρχείου ακόμη και μετά τη λήξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας και τη δημιουργία του μικρού ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

Ο πατριάρχης Αγαθάγγελος Α΄ ο από Χαλκηδόνος, έστειλε τον Φεβρουάριο του 1828 στην Ελλάδα τους μητροπολίτες Νίκαιας, Χαλκηδόνας, Λάρισας και Ιωαννίνων, με σκοπό να συστήσουν στους κατοίκους της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου Πελάγους -στους μπαρουτοκαπνισμένους και ματωμένους αγωνιστές, που με τόσες θυσίες κέρδισαν την ελευθερία τους- να δηλώσουν υποταγή στο σουλτάνο και να επανέλθουν στον οθωμανικό ζυγό! Οι μητροπολίτες είχαν μαζί τους και γράμμα του πατριάρχη, που όχι μόνο συμβούλευε την υποταγή, αλλά υποσχόταν, πως ο «πολυχρονεμένος» σουλτάνος θα έδινε αμνηστία σε όσους υποτάσσονταν.

Το κείμενο της κατάπτυστης επιστολής που δημοσιεύθηκε το 1852, από την εφημερίδα «Σφαίρα», έχει ως εξής:
(σ.σ.: Υπήρχε η πρόθεση να τονιστούν τα πιο «αξιοπρόσεκτα» της επιστολής, αλλά κάτι τέτοιο κατέστη αδύνατον, καθώς θα έπρεπε να τονιστεί σχεδόν…όλο το κείμενο!)

Επιστολή του Πατριάρχου και της Ιεράς Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως προς τους Έλληνας, από 20 Φεβρουαρίου 1828.

 

Ενδοξότατοι άρχοντες, ευσεβέστατοι κληρικοί, πρόκριτοι και λοιποί πάντες χριστιανοί οι κατοικούντες την Πελοπόννησον και το Αιγαίον πέλαγος, παντός βαθμού και πάσης τάξεως, εις την καρδίαν των οποίων δεν εσβέσθη ο σπινθήρ της αγίας ημών πίστεως καθώς και η σωτηριώδης γνώσις των συμφερόντων σας, χάρις είη πάσιν υμίν και ειρήνη και έλεος παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος.

 

Πολλοί από υμάς ενόμισαν βέβαια, βλέποντας την μέχρι τούδε σιωπήν της Εκκλησίας, ότι αύτη είχεν εγκαταλείψει ολοτελώς την φροντίδα περί της σωτηρίας της Πελοποννήσου και των λοιπών τόπων, και ότι εξ αιτίας της αδιαφορίας σας εις το ν’ ακούσετε τα πρώτας αυτής συμβουλάς, αφ’ ου εξέδωκε τους αφορισμούς αυτής, έμεινεν αδιάφορος εις τα δυστυχήματά σας, χωρίς να ζητήσει κανένα μέσον του να δώσει τέλος εις αυτά και ούτω να σας εξαγάγη από τα δεινά τα οποία σας επαπειλούν.

 

Αν αυτός ήναι ο συλλογισμός σας, εξέλθετε από την απάτην. Καθώς όλοι οι αδελφοί σας οι διεσπαρμένοι εις όλην την κραταιάν αυτοκρατορίαν, η Εκκλησία, αύτη η κοινή Μήτηρ, ησθάνετο λύπην βαθείαν στοχαζομένη τα αγαθά τα οποία απώλεσαν εκείνοι από τους κατοίκους, όσους η αποστασία είχε καταντήσει εις ανήκουστα δεινά και εις κινδύνους πάντοτε αυξανόμενους. Επερίμενε δε την μετάνοίαν των η Εκκλησία διά να σκεπάση αυτούς και πάλιν παρά του Θεού αρχαίαν εκείνην σκέπην και περιβολήν, να τους δώση την συγχώρησην, να τους ελευθερώση από τα δεσμά των, και να τους κάμη κοινωνούς των πνευματικών αυτής ευεργετημάτων.

 

Η πρόνοιά της υπήρξεν αναμφίβολος, η μακροθυμία και η ευσπλαχνία αυτής εγένοντο πασίγνωστοι, διότι μόλις είδε την προς αυτήν επιστροφήν των εκτός της Πελοποννήσου, οι οποίοι παρεσύρθηκαν και αυτοί από την απάτην και άγνοιαν, και ηδυνήθη να πεισθή περί της ειλικρινούς μετανοίας των, ήνοιξε προς αυτούς αμέσως τας μητρικάς αγκάλας, έλυσε τα δεσμά του αφορισμού, και έκαμεν υπέρ αυτών παρακλήσεις προς τον υπέρτατον κυριάρχην της κραταιάς αυτοκρατορίας. Αξιωθέντες δε συγχωρήσεως οι τόποι ούτοι αναπαύονται σήμερον υποκάτω της σκιάς του αειθαλούς δένδρου της ευσπλαχνίας και της δικαιοσύνης αυτού, απολαύοντες των πολύτιμων αγαθών των οποίων την ανεξάντλητον πηγήν συνέβη εις άλλους άλλοτε να γνωρίσωσιν.

 

Αλλά μέγα μέρος τόπων ευρίσκεται ακόμη εις την πλάνην. Οι κάτοικοι μόλον τούτο ανεγνώρισαν κατ’ επανάληψιν, ότι ασάκις έδωκαν ακρόασιν εις ξενικάς υποσχέσεις, ηπατήθησαν, και ότι ηθέλησαν ν’ αποπλανηθώσιν από τον δρόμον της υποταγής και της πίστεως, την οποίαν εις την νόμιμον οθωμανικήν εξουσίαν την παρά του Θεού προστατευομένην, οι ξένοι ωφελήθησαν από την πλάνην ταύτην, και η αστόχαστος αύτη θυσία εγένετο χρήσιμος μόνο εις τα συμφέροντα των ξένων. Οι Πελοποννήσιοι και οι κάτοικοι του Αιγαίου πελάγους επιμένουν εις το να ακούουν τους σφαλερούς λόγους των πρωταιτίων και τας πονηράς συμβουλάς των ξένων, οι οποίοι με επιτηδείαν προμελέτην ομιλούντες, φροντίζουν να κρύπτουν τας αληθινάς περιστάσεις των πραγμάτων, και παρεξηγούν επί κακού της κραταιάς βασιλείας, την ευσπλαχνία και συγκατάβασιν προς εκείνους οι οποίοι νοούν με ειλικρίνειαν.

 

Ούτω πεπλανημένοι υποπτεύουν ότι μετά την επιστροφήν των, τους περιμένει τιμωρία ανάλογος με το πταίσμα των. Η δε πρόνοια της Εκκλησίας θέλει κατά τούτο να μιμηθή το παράδειγμα του ευαγγελικού ποιμένος, και να ζητήση το πεπλανημένον πρόβατον διά να το επαναφέρη εις πνευματικήν και πολιτικήν ποίμνην από την οποία απεμακρύνθη, διά να το αναπαύση υπό την σκιά του βασιλικού ελέους και να το εμπιστευθή εις τας φροντίδας του. Θα ακούση άραγε την φιλικήν φωνήν το πλανηθέν; Θα καταλάβη το πνεύμα των σωτήριων συμβουλών; Θα ιδή το αληθινόν συμφέρον του και θα το εννοήση; Ή η καρδία του σκληρυνθείσα από τας παρεξηγήσεις, τα όμματά του θαμβωθέντα από την απατηλήν λάμψιν, θα θελήσουν ακόμη να πλανώνται εις άλλον δρόμον και να μην βλέπουν παρά αθεράπευτον το κακό;

 

Ημείς μόλον τούτο θα εκπληρώσωμεν το ιερό χρέος της προνοίας και φιλανθρωπίας, στέλλοντες ακόμη μίαν φοράν τας συμβουλάς μαςεν μέσω της ποίμνης. Εσκέφθημεν περί όλων όσων κάθε φρόνιμος και συνετός άνθρωπος χρεωστεί να ενθυμήται, περί της απολαύσεως των αγαθών τα οποία έδιδον τα μέσα του ζην, ομοίως με αυτούς τους ιδίους τους μουσουλμάνους, προς τους υπηκόους Έλληνας όσοι ήξευραν να διατηρώνται εις την έντιμον αυτών θέσεων, η οποία τους εσυγχώρει να επιχειρούν παν είδος εμπορίου και ν’ απολαμβάνουν παν είδος ωφελείας, να δύνανται να επικαλώνται την δικαιοσύνην και να την ευρίσκωσιν ενώπιον των δικαστηρίων. Οι κάτοικοι της Πελοποννήσου απελάμβανον εκ περισσού όλα αυτά τα δικαιώματα με τα οποία ετιμώντο ως δείγμα μεγαλυτέρων χαρίτων, θεμελιωμένων εις συνθήκας παραχωρηθείσας προς αυτούς κατ’ εξαίρεσιν από την βασιλικήν μεγαλοπρέπειαν. Εσκέφθημεν εξ άλλου τα ανεκδιήγητα εκείνα δεινά, εκείνα τα αθεράπευτα δυστυχήματα, τους φόνους, τας αρπαγάς, την άβυσσον εκείνην των θλίψεων εις την οποίαν εκρημνίσθητε, και η οποία θα γενή βαθυτέρα αν δεν κλεισθή αμέσως από το έλεος της κραταιάς βασιλείας, της οποίας τας μητρικάς αγκάλας θέλει ανοίξει η μετάνοιά σας.

 

Δυνάμενοι εξ ενός μέρους να παραστήσωμεν προς δικαιολογία σας τας προτροπάς εκείνων, οίτινες υποθάλπουν την αταξίαν και αυχαριστούνται εις την ταραχήν, των οποίνων αι ολέθριαι συμβουλαί παρασύσρουν συχνά τους πλέον προσεκτικούς και φρονίμους, εξ άλλους δε γνωρίζοντες ότι η βασιλική εξουσία μιμουμένη την αγαθότητα του ουρανίου Βασιλέως, μας αποδεικνύει μεν αναρίθμητα παραδείγματα, ότι δέχεται με επιείκειαν όλους εκείνους οι οποίοι καταφεύγουν εις το ιερόν άσυλον τους ελέους της και προστρέχουσιν εις αυτόν με ειλικρίνειαν, ετολμήσαμεν να παρουσιασθώμεν ενώπιοναυτής και να δώσωμεν αναφοράν με την ημετέραν σφραγίδα, προσφέροντες την μεσιτείαν μας την θεμελιωμένην εις το εθνικόν και θρησκευτικόν δίκαιον.Ο σκοπός των παρακλήσεών μας ήτον, όχι μόνον η ασφάλειά σας μετά την επιστροφήν σας εις την υποτογήν, αλλ’ ακόμη μία συγχώρησις πλήρης και τελεία, η απόδοσις όλων των προνομίων όσων δύναται να συμφωνήσουν με την κατάστασιν του υπηκόου, διά να δυνηθώμεν να πραΰνομεν τας τας τεταραγμένας καρδίας σας, και να στερεώσωμεν την ησυχίαν της ζωής της ιδικής σας και των απογόνων σας, αναλόγως της πίστεως με την οποίαν θα διατηρήσετε την σειράν της υποταγής.

 

Χάρις είη προς τον Ύψιστον, και δεδοξασμένον το δεδοξασμένον το άγιον όνομα αυτού από του νυν και εώς του αιώνος, ότι έκαμε ν’ αναβλύσωσιν από την καρδίαν της υψηλής Κυβερνήσεως νέα ευεργετήματα. Αι ελπίδες ημών δεν εψεύσθησαν. Ελάβομεν παρ’ αυτής, όχι μόνον λόγους παρηγορίας, αλλά και έγγραφον παραδοχήν της ταπεινής μεσολαβήσεως και των παρακλήσεών μας, και ίδομεν ότι διά της παραδοχής ταύτης επικυρώθη το δικαίωμα το το παραχωρηθέν εις τον ημέτερον πατριαρχικόν θρόνον, του να μεσολαβή εις τα υποθέσεις τους έθνους.

 

Η αυτοκρατορική Κυριαρχία σάς αναγγέλει διά της μεσολαβήσεώς μας, ότι εις την εγκληματικήν απάτην και διαφθοράν η οποία σας παρέσυρε, θέλει ν’ αντιτάξη την επιείκειαν και μακροθυμίαν της και να αναγκάση εις την ευγνωμοσύνην τας καρδίας τας πλέον απεσκληρυμένας. Εις την πλήρην και τελείαν αμνηστείαν, εις την παντελή λήθην του παρελθόντος, θέλει να προσθέση όχι μόνον την άφεσιν των νομίμων αποζημιώσεων, αλλά και των εισοδημάτων των επτά ετών, τα οποία παρήλθον από της επαναστάσεως, και τέλος την ασυδοσίαν δι’ εν έτος ακόμη μετά την υποταγήν. Αποκαθιστά τα πρώην καθεστώτα και τας συνθήκας περί της πελοποννήσου και των νήσων, προ πάντων δε την ελευθέραν εξάσκησιν των θρησκευτικών ημών εθίμων καθ’ όλην των την έκτασιν. Η Υψηλή Κυβέρνησισ εδήλωσε τας ευνοϊκάς αυτής διαθέσεις διά των εξής όρων:

 

(Όροι του Σουλτάνου προς τους Έλληνας)

Είναι γνωστόν εις όλον τoν κόσμον, ότι η Υψηλή Κυβέρνησις, καθώς το ομολογεί ειλικρινώς ο Πατριάρχης, παραχωρεί πάντοτε αφθόνους χάριτας προς έκαστον των υπηκόων της, οι οποίοι ευρισκόμενοι υπό την θεόσωστον αυτής εξουσίας, απέχουν του να παραβιάζωσι τα χρέη τα οποία χαρακτηρίζουν έναν πιστόν υπήκοον. Οι κάτοικοι ραγιάδες του Μωρέως και των νήσων της Άσπρης θαλάσσης απελάμβανον κατ’ εξοχήν, όλην την εύνοιαν της Υψηλής Κυβερνήσεως και ως εκ τούτου είχον το πλεονέκτημα να ζώσιν αναπαυόμενοι υπό την σκιάν του ισχυρού κράτους, ν’ απολαμβάνουν εντελή ησυχίαν, και να εξακολουθούν εν ειρήνη τας εμπορικάς υποθέσεις των, τόσον διά ξηράς όσον και διά θαλάσσηςκαι ν’ απολαμβάνουν άφθονα κέρδη. Εχρεώστουν λοιπόν εις την Κυβέρνησιν ευγνωμοσύνην διά τόσα αγαθά τα οποία έχαιρον. Αλλά απατηθέντες από μάταια πλάσματα της φαντασίας των, δεν εφοβήθησαν να συνομώσωσιν εναντίον της ισχυράς αυτοκρατορίας, και απορρίπτοντες διά μιας την ευτυχίαν, την οποίαν από τους προγόνους των εκληρονόμησαν, αυτοί οι ίδιοι κατετάραξαν την ησυχίαν των και επροκάλεσαν εναντίον των αυστηροτέρας ποινάς.

 

Μόλον τούτο, η Υψηλή Κυβέρνησις μη ακούουσα παρά την επιείκειαν και φιλανθρωπίαν της, μη τιμωρούσα τους αντάρτας οι οποίοι επιμένουν εις την αποστασίαν, μη μεταβάλλουσα κατ’ ουδέν τον συνήθη τρόπον του φέρεσθαι προς τους υπηκόους της, δεν εσυμβουλεύθη παρά το έλεος αυτής, εις τα οποία μετεχειρίσθη μέσα προς διόρθωσιν των πρώτων και προς επιστροφήν των δευτέρων, λησμονούσα τα παρελθόντα αμαρτήματά των, ως να μην υπήρξαν ποτέ, φροντίζει, καθώς και πρότερον, διά την διατήρησιν της ησυχίας και την ανακούφισιν εκείνων οι οποίοι προστρέχουσιν εις το άσυλον της αγαθότητος αυτής. Επανερχόμενοι εις εαυτούς θα εννοήσωσιν ότι ο δρόμος τον οποίον ακολουθούν δεν φέρει εις αγαθόν τέλος, και καθώς έως σήμερον δεν επέτυχον ως αποτέλεσμα ειμή δυστυχίαν και κακήν έκβασιν, δεν θα εύρωσιν επίσης και του λοιπού, παρά την απώλειαν ζωής και των υπαρχόντων των, καταστρέφοντες ούτω διά των ιδίων χειρών των το οικοδόμημα της ευτυχίας των.

 

Εάν λοιπόν εννοούντες τας αληθείας ταύτας, μετανοήσωσι δι’ όσα έπραξαν και ρίφθωσιν εις τας αγκάλας της Υψηλής Κυβερνήσεως, αύτη αντί τούτων χαρίζει εις αυτούς πληρέστατην αμνηστίαν, όπως ο μουσουλμανικός νόμος απαιτεί και καθ’ όσον κατά το μέλλον θέλουσι μείνει εις το κέντρον της υποτελείας (ρεαγιαλίκι) και της πίστεως, τα προηγηθέντα αμαρτήματά των δεν θέλουσι ονειδισθή ποσώς· και μόλον ότι κατά την απαίτησιν του ιερού νόμου αι γαίαι των και όλα των τα κτήματα έπρεπε ν’ απωλεσθώσι δι’ αυτούς και να μεταβώσιν εις την κυριότητα της Κυβερνήσεως, μόλον τούτο από υχηλήν συγκατάβασιν, άπαντα θέλουσι διαμείνει εις τους ζώντας ή τους κληρονόμους των αποθανόντων.

 

Μόλον ότι δε η Υψηλή Κυβέρνησις έχει το δικαίωμα να μεταβάλη το σχήμα της διοικήσεως των τόπων τούτων, όπως φανή εις αυτήν εύλογον και όπως η πολιτική της το απαιτεί, εξ επιεικείας όμως θέλει αποκατασταθή η πρώτη τάξις, διότι αύτη συντελεί εις την ειρήνην και την ησυχίαν των κατοίκων διά της επαγρυπνήσεως εις την εκτέλεσιν των νόμων και της δικαιοσύνης. Οι μουσουλμάνοι θέλουν κατοικεί, ως και πρότερον, εις τας ιδιοκτησίας των, οι δε υπήκοοι θέλουσι παραδώσει εις τους επιστάτας και προϊσταμένους της Υψηλής Κυβερνήσεως τα φρούρια όσα κατέχουσι, τα κανόνια και παν άλλο πολεμικόν όργανον. Ούτοι δε θέλουσι κατοικήσει τότε τους αρχαίους αυτών τόπους, αναλαμβάνοντες τας ιδιοκτησίας των· περιπλέον ουδέν εμπόδιον δεν θέλει επιφερθή εις την παραχώρησιν των αρχαίων ακκλησιών των και εις την εξάσκησιν των θρησκευτικών αυτών εθίμων, αν δε και ήθελεν είναι συνεπές το ν’ απαιτήση παρ’ αυτών η Κυβέρνησις τας αποδεκατώσεις ως και τον κεφαλικόν φόρον (χαράτσι) και παν άλλον είδος φόρων, όσα συνεσωρεύθησαν κατά το διάστημα των 6-7 ετών, και την αποζημίωσιν τοσούτων εξόδων γενομένων εις χρήματα εκ του δημοσίου ταμείου ένεκα ανταρσίας των, παραιτούνται εις αυτούς άπαντα ταύτα, χάριν της παρακλήσεως των μεσολαβησάντων, και έτι περιπλέον ως μαρτύριον της ευσπλαχνίας και της φιλανθρωπίας, την οποίαν η Υψηλή Κυβέρνησις επιδεικνύει προς τους υποτελείς αυτής υπηκόους.

 

Αφού η διοίκησης του Μωρέως ήθελεν ανατεθή πάλιν εις έναν βεζίρην δίκαιον και ευνοϊκόν προς τους Έλληνας, θέλει δοθή πάντοτε προσοχή εις ό,τι δύναται να συντελέση εις την ευζωίαν των υπηκόων του ισχυρού Κράτους, και να προφυλάξη αυτούς από πάσης αδικίας και καταθλίψεως. Αλλ’ εάν, μη γινώσκοντες να εκτημίσωσι τα εξ επιεικείας υποσχόμενα εις αυτούς δωρήματα, επιμείνωσιν εις φανταστικάς ορέξεις παρεκτρεπομένας από την σειράν του υπηκόου, ας μάθωσι ότι η επιείκεια δεν θέλει προβή περαιτέρω, και ότι εντός της προσθεσμίας τριών μηνών η επιστροφή των προς την Κυβέρνησιν θέλει προξενήσει εις αυτούς την εκπλήρωσιν των ευεργετικών υποσχέσεων, όσαι γίνονται σήμερον προς αυτούς· και ότι αν τουναντίον επιμένωσιν εις την ανταρσίαν των, θέλουν είναι υπεύθυνοι διά το έγκλημά των και εις τούτον και εις τον άλλον κόσμον.

 

Η παρούσα έγγραφος απόκρισις, σάς παραχωρείται με την άδειαν να γνωστοποιηθή εκ μέρους του Πατριαρχείου εις τους κατοίκους.

(Συνέχεια της πατριαρχικής επιστολής)

Τα ευεργετήματα, τα οποία προσφέρει η ισχυρά αυτοκρατορία κατά συνεπείαν της μεσολαβήσεως και των προνοητικών παρακλήσεών μας υπέρ πάντων υμών, πρέπει αναμφιβόλως να σας ευχαριστήσωσι και να ευφράνωσι την καρδίαν σας, να εξαλείψουν τας υποψίας, να αποκρούουν πάσαν πρόφασιν, και να καταστρέψουν τας πανουργίας των εναντίων.

 

Διά τον σκοπόν τούτον, η παρούσα επιστολή, γεγραμμένη δι’ όλους υμάς, διαβιβάζεται διά προσώπων εκλεκτών και αξιοσυστάτων, εκ των εγκρίτων αρχιεπισκόπων της Ιεράς Συνόδου, των σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών, Νικαίας Ιωσήφ, Χαλκηδόνος Ζαχαρίου, Λαρίσσης Μελετίου, και του Μεγάλου Πρωτοσυγγέλου της ημετέρας Εκκλησίας. Οι σεβάσμιοι ούτοι απεσταλμένοι, θέλουν σας προτρέψει και διά ζώσης φωνής ν’ ακούσητε τας συμβουλάς ημών, αγαπητά εν πενύματι τέκνα, ενόσω είναι καιρός χαρίτων, καιρός μετανοίας. Διά τους οικτιρμούς του Θεού, μη χάνετε την πολύτιμον ταύτην περίστασιν, την οποίαν μετά ταύτα θα ζητήσετε χωρίς να δυνηθήτε να την εύρητε· σκέφθητε με φρόνησιν και φεισθήτε συγχρόνως την ψυχήν, το σώμα και την περιουσίαν σας. Ακούσατε την φωνήν μιας μητρός ήτις σας έθρεψε πνευματικώς· αποδεχθείτε μετά προθυμίας τας σωτηρίους νουθεσίας της, και δείξατε δι’ επιστροφής ειλικρινούς, πόσον μεγάλη είναι η μετάνοια διά τα γενόμενα. Επανερχόμενοι εις την ιεράν ποίμνην του Χριστού, θέλετε προξενήσει χορόν εις ημάς και εις πάντα όστις φέρει το όνομα του χριστιανού.

 

Προσδράμετε όλοι εις τας αγκάλας τας οποίας σας ανοίγει η Κραταιά Βασιλεία, εάν θέλετε να ιδήτε πάλιν ημέρας φαιδράς και αλύπους, και ν’ αποφύγητε κινδύνους και σκοπέλους επί των οποίων τέλος πάντων θα συντριφθήτε. Σπεύσατε να φθάσητε εις τον σωτήριον λιμένα, εις τον οποίον θέλομεν σας υποδεχθή μετά χαράς.

 

Περιμένομεν κατά το ωρισμένον διάστημα των τριών μηνών τα αποτελέσματα των φρονίμων συμβουλών, τας οποίας σας φέρουν τα διακεκριμένα υποκείμενα εις τα οποία επιτρέψαμεν ταύτην αποστολήν, και ελπίζομεν ότι τα αποτελέσματα θέλουν είναι ευάρεστα εις την Κυβέρνησιν. Θέλετε εκπληρώσει τας πράξεις τας οποίας σας επιβάλλουν τα ιερά χρέη της υποταγής· ημείς δε θέλομεν σας ανταμείψει διά των δωρεών των εκκλησιαστικών ημών χαρίτων.

 

Αλλ’ αν, ο μη γένοιτο, και πάλιν απαντήσωμεν ισχυρογνωμίαν και απείθειαν προερχομένη από τας απατηλάς ιδέας αι οποίαι σας αποπλανούν, η αξίνη προς την ρίζαν των δένδρων κείται… Υμείς όψεσθε.

 

(Έπονται αι υπογραφαί)

Οι μητροπολίτες, αφού συνάντησαν πρώτα τον Ιμπραήμ, πήγαν ύστερα στο Ναύπλιο, όπου όμως ο έπαρχος Γενοβέλης δεν τους άφησε να εισέλθουν, για να μην επηρεάσουν τον πληθυσμό. Το ίδιο συνέβη και στην Τριπολιτσά, όπου ο έπαρχος Βλαχόπουλος τους απαγόρευσε να εισέλθουν στην πόλη. Όταν τον Απρίλιο έφτασαν στον Πόρο και τόλμησαν να πουν στον Καποδίστρια, ότι θα διάβαζαν την πατριαρχική προκήρυξη, με την οποία καλούνταν ο ελληνικός λαός να υποταχθεί στο σουλτάνο, όχι μόνον δεν τους το επέτρεψε, αλλά επί πλέον τους μίλησε σε πολύ αυστηρή γλώσσα.

Αξίζει εδώ να παραθέσουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα της πατριωτικής και περήφανης απάντησης του Καποδίστρια προς τους απεσταλμένους του Πατριαρχείου κληρικούς, που μετέφεραν την εξωφρενική κι αντεθνική πατριαρχική έκκληση εθελοδουλίας, όπως δημοσιεύθηκε στο «Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού», τόμος Β’, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2000:

Αρ. 2683

 

Ελληνική Πολιτεία
Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος

 

Προς τον Παναγιώτατον Οικουμενικόν Πατριάρχην και την περί αυτόν αγίαν Σύνοδον.

 

Η προς τους προύχοντας, κληρικούς, προκρίτους και λοιπούς χριστιανούς κατοίκους της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου Πελάγους εκάστης τάξεως και βαθμού διευθυνθείσα παρά της Υμετέρας Παναγιότητος και της ιεράς Συνόδου επιστολή του Φεβρουαρίου μηνός είχε φανή και εις τας εφημερίδας όλης της Ευρώπης, και αυτής ακόμη της Ελλάδος, ότε εσχάτως οι άγιοι Αρχιεπίσκοποι και Μητροπολίται Νικαίας, Χαλκηδόνος, Λαρίσσης και Ιωαννίνων μετά του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου έφθασαν εις την νήσον Πόρον, όπου κατά το παρόν και ημείς διατρίβομεν…

 

Όσον ολίγων ελπίδων και αν ήτον η προσδοκία μας, δεν δυνάμεθα να υποκρύψωμεν εις την Υμετέραν Παναγιότητα την ανέκφραστον λύπην, την οποίαν ησθάνθημεν, όταν εβεβαιώθημεν, ότι η αποστολή των Ιεραρχών τούτων σκοπόν μόνον είχε του να εγχειρίσωσι προς ημάς την ιδίαν του Φεβρουαρίου επιστολήν και να μας προτρέψωσιν εν ταυτώ, καθ’ όλους τους κατεπείγοντας τρόπους, ώστε να τους δώσωμεν καν ελπίδας ότι Ελληνικόν έθνος ήθελε παραδεχθή τας νουθεσίας της Υ. Παναγιότητος.

 

Οι ίδιοι ημείς, δεξάμενοι παρά των ιδίων αυτών την επιστολήν, είπομεν μεθ’ όλης της παρρησίας τα αίτια, με τα οποία το βήμα τούτο ούτε συνέπειάν τινα εδύνατο να έχη, ούτε καρπούς παντελώς να φέρη αναλόγους προς τας επιθυμίας της Υ. Παναγιότητος.

 

Βαθύτατα αισθανόμεθα ο,τι οφείλομεν εις την θέσιν και της Μεγάλης Εκκλησίας και της Υ. Παναγιότητος, δια τούτο και δεν εγκρίνομεν να ανακεφαλαιώσωμεν το περιεχόμενον της συνοδικής επιστολής.

 

Περικυκλούμενος και πολεμούμενος ο λαός ούτος εξ ενός μέρους από φοβερά στρατόπεδα, ωθούμενος συχνάκις έως του χείλους της αβύσσου, ο λαός ούτος υπάρχει ακόμη.

 

Ομόφωνος και γενική είναι η πεποίθησις αύτη· ούτε οι προύχοντες ούτε ο κλήρος ούτε ο λαός, προς τους οποίους η Υ.Π. διευθύνεται, έχουσιν ούτε δύνανται να έχωσιν άλλην παρ’ αυτήν την πεποίθησιν, χωρίς να εξαχρειωθώσι και να παύσωσι του να είναι άνθρωποι και χριστιανοί.

 

Πάμπολυ αίμα εχύθη, πάμπολλαι ουσίαι εφθάρησαν εις διάστημα οκτώ ετών πολέμου και δυστυχιών, καθ’ ους ο τόπος ούτος κατηφανίσθη, ώστε όλως διόλου αδύνατον είναι να επανέλθη εις οποιανδήποτε κατάστασιν πραγμάτων βάσιν έχουσαν το παρελθόν!

 

Εν Πόρω την 28η Μαΐου (9 Ιουνίου) 1828

 

Ο Κυβερνήτης

Ι. Α. Καποδίστριας

 

Ο Γραμματεύς της Επικρατείας

Σ. Τρικούπης

Όσον αφορά στον πατριάρχη Αγαθάγγελο και στην εγκύκλιό του, χαρακτηριστικά είναι όσα γράφτηκαν ανώνυμα στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» το Σεπτέμβριο του 1828 με τίτλο: «Περί της εις την Ελλάδα αποστολής των Αρχιερέων κατά τον παρελθόντα Απρίλιον». Παρατίθενται ορισμένα αποσπάσματα:
«…ο Ρεΐζ Εφέντης εις μίαν συνέντευξίν του μετά του Πατριάρχου εφάνη παρωργισμένος και ήλεγξεν αυτόν, ότι δεν εκπληροί τα πατριαρχικά χρέη του.

Ο πατριάρχης, φοβηθείς μήπως εκπέση του θρόνου του η μήπως ευρεθή εις ανάγκην να εκκενώση τον συναχθέντα πλούτον του, σκεφθείς επενόησε και επρόβαλεν εις την Πόρταν ότι, αν του εδίδετο άδεια, ηδύνατο να μεταχειρισθή τινά μέσα, δια να διαιρέση τους Έλληνας, και με πρόσχημα θρησκευτικών παραινέσεων να αποτοξεύση εις αυτούς εμφύλιον πόλεμον … Κατ’ αυτόν τον τρόπον ενηργήθη η αποστολή των αρχιερέων και των εγκυκλίων γραμμάτων εις Πελοπόννησον.

Ο δε πατριάρχης αυτός… περιγράφεται όμως ως άνθρωπος νωθροτάτου νοός και χαμερπών αισθημάτων· διο, και, ενώ αυτόκλητος περιεπλέχθη εις επιχείρημα όσον απερίσκεπτον τόσον και μάταιον, ήδη βλέπων πλησιάζοντα τον καιρόν, καθ’ ον θέλει φανή του κινήματός του η απροβλεψία, κυριεύεται από πολλήν δειλίαν. Άραγε ο συναχθείς παρ’ αυτού πλούτος δύναται να τον σώση;»

Ο επόμενος πατριάρχης, Κωνστάντιος, επικοινώνησε με τον Καποδίστρια και προσπάθησε να τον πείσει να απαγορεύσει να κυκλοφορούν στην Ελλάδα καλβινιστικά βιβλία, εξέφρασε δε «την ζωηράν επιθυμίαν, όπως οι Έλληνες επανέλθωσιν πάλιν υπό τας ζωοπαρόχους ακτίνας του ορθοδόξου πατριαρχικού ήλιου».

Ούτε σε μεταγενέστερους χρόνους το Πατριαρχείο σταμάτησε να προτρέπει τους ορθόδοξους χριστιανούς να εκτελούν πιστά τα προς τον σουλτάνο χρέη τους. Έτσι με την από 23 Φεβρουαρίου 1840 έντυπη εγκύκλιό του ο πατριάρχης Άνθιμος Δ΄ ο από Νικομηδείας, ευθύς μετά την εκλογή του και την ανάληψη των καθηκόντων του, απευθύνθηκε προς τις μονές του Αγίου Όρους, στις οποίες συνιστούσε να εκτελούν πιστά τα «ρεαγιαδικά χρέη» τους και να προσεύχονται για την μακροημέρευση και υγεία του «ευσπλαχνικωτάτου ημών Άνακτος Σουλτάν Απδούλ Μετζίτ εφένδη».

Αντίτυπό της, μαζί με άλλα παρόμοια, φυλάσσεται στο Αρχείο της Μονής Δοχειαρίου του Αγίου Όρους (φάκελος: «Πατριαρχικά 1783-1906»).

Πηγές
freeinquiry.gr | greekeducation.org

Άγιος Γεώργιος – Ο προστάτης των απανταχού παπαρολόγων

  24/04/2009 | Σχολιασμός

Άγιος ΓεώργιοςΓενικό Επιτελείο Στρατού:
Ο ‘Αγιος και Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος έζησε κατά τα τέλη του γ’ και αρχές δ’ μ.Χ. αιώνα στους χρόνους του φοβερού διώκτη των χριστιανών Διοκλητιανού. Κατάγονταν από τη χώρα της Καππαδοκίας, από μεγάλη και ένδοξη γενιά. Πρώτα ήταν αξιωματικός στο τάγμα των «Τριβούνων» και λίγο πριν αρχίσουν τα μαρτύρια του πήρε προαγωγή και έγινε Κόμης ένα αξίωμα, που σήμερα θα το λέγαμε Έπαρχος, Ηγεμών ή Στρατηλάτης.

Εκείνους τους χρόνους ο σατανόπληκτος βασιλιάς Διοκλητιανός γεμάτος από θαυμασμό προς τους θεούς των ειδώλων είχε βγάλει αυστηρές διαταγές προς τους υπηκόους του όσοι Χριστιανοί αφήσουν την θρησκεία τους, αρνηθούν τον Χριστό και προσκυνήσουν τα είδωλα, αυτοί ν’ απολαμβάνουν βασιλικές τιμές και πολλά άλλα’ όσοι χριστιανοί δεν αρνηθούν τον Χριστό και τη θρησκεία του, να θανατώνονται.

Νεότατος τότε ο Άγιος Γεώργιος μόλις είχε περάσει τα είκοσι χρόνια του φανερώνεται μοναχός του πως είναι χριστιανός. Κι όχι μονάχα αυτό, μπροστά στον αυτοκράτορα και τους αξιωματούχους του, γκρεμίζει τα πλανεμένα κι αδύναμα είδωλα των θεών, περιγελώντας όλους τους ειδωλολάτρες, που πιστεύουν στα άψυχα αγάλματα των ψεύτικων αυτών θεών.

Ο τύραννος Αυτοκράτωρ, εκτιμώντας την ένδοξη γενιά και την ανδρειωσύνη του Αγίου Γεωργίου στους πολέμους, άρχισε τα παρακάλια και τις υποσχέσεις να τον μεταπείσει. Μα ο ‘Αγιος στέκεται σταθερός κι απαρασάλευτος, δυνατός σα διαμάντι, στη θρησκεία του Χριστού. Αρχίζουν οι απειλές, οι φοβέρες. Ο ‘Αγιος τα καταφρονεί όλα. Χτυπούν τον ‘Αγιο μ’ ένα κοντάρι στην κοιλιά. Μα κατά θαυματουργικό τρόπο, ενώ έτρεξε αίμα πολύ από τη σάρκα του Αγίου, αυτός έμεινε ζωντανός και το κοντάρι λύγισε προς τα πίσω, για να μη διαπεράσει την αγιασμένη σάρκα του.

Από εκεί τον φέρνουν στα μεγαλύτερα μαρτύρια: τον δένουν γυμνό σε ένα τροχό, ο οποίος είχε γύρω του μπηγμένα μαχαίρια κοφτερά και τον κατρακυλούν σ’ έναν κατήφορο. Κι ενώ το σώμα του Αγίου καταματώθηκε και κατατεμαχίστηκε, άγγελος Κυρίου στη στιγμή συναρμολόγησε τα κομμάτια του και παρουσιάστηκε πάλι ο ‘Αγιος γερός, όπως πρώτα.

Βλέποντας τη θαυματουργούσα παρουσία του αληθινού Θεού, πολλοί από τους ειδωλολάτρες γύρισαν στην πίστη του Χριστού. Μα ο Διοκλητιανός δεν τους άφησε για πολύ να ζήσουν σε τούτο τον κόσμο. Τους αποκεφάλιζε αμέσως απ’ το θυμό του. Την ίδια τύχη θα έχει αργότερα και η γυναίκα του η βασίλισσα Αλεξάνδρα, που βλέποντας τα θαύματα, ομολόγησε πως ο Χριστός είναι ο αληθινός θεός, και όχι τα είδωλα.

Και τα μαρτύρια του Αγίου Γεωργίου συνεχίζονται. Τον βάζουν μέσα σε ασβέστη που έβραζε κι εκείνος μένει ανέπαφος. Οι πιστοί προσεύχονται, άλλοι απ’ τους ειδωλολάτρες κλονίζονται κι άλλοι προσεύχονται στον Χριστό. Παραγγέλνουν ένα ζευγάρι σιδερένια υποδήματα με καρφιά από μέσα κοκκινισμένα στη φωτιά. Τα φορούν στα πόδια του Αγίου και τον αναγκάζουν να τρέξει. Μα εκείνος δεν χρειάζεται καμιά ώθηση από τους στρατιώτες. Σπρώχνει μόνος του τον εαυτό του, λέγοντας: «Τρέχε Γεώργιε, τρέχε ίνα φθάσης το ποθούμενον!» Και παρακαλεί τον θεό να τον γιατρεύει και να του δίνει υπομονή ως το τέλος της ζωής του: «Κοίταξε από τους ουρανούς, Κύριε και ιδέ τον κόπον μου και άκουσον τους στεναγμούς του παιδευόμενου δούλου Σου, ότι επερίσσευσαν οι εχθροί μου και μίσος άδικον εμίσησάν με, δια το ‘Αγιον Σου όνομα, αλλά ιάτρευσόν με, Δέσποτα, ότι εταράχθησαν τα κόκκαλά μου, και δός μου υπομονήν έως τέλους της ζωής μου, δια να μην ειπούν οι εχθροί μου, ότι με εξεδικήθησαν».

Σαν είδε ο αιμοβόρος τύραννος πως και τα σιδερένια πυρωμένα υποδήματα δεν έβλαψαν τον ‘Αγιο, διέταξε να τον δέσουν και να τον δείρουν χειροδύναμοι στρατιώτες άσπλαχνα μέχρι θανάτου με ξερά βούνευρα. Όμως μάταια κουράστηκαν οι στρατιώτες. Ο στρατιώτης του Χριστού, ο «νοερός αδάμας της καρτερίας», έστεκε μπροστά του υγιέστατος. Η τυραννία του Διοκλητιανού περνούσε δύσκολες στιγμές. Κείνη την ώρα ο Μαγνέντιος, φίλος και σύμβουλος του αυτοκράτορα, θέλησε να πειράξει πνευματικά τον ‘Αγιο, μια που τα σωματικά μαρτύρια δεν τον πείραζαν σε τίποτε.

Λέγει λοιπόν στον ‘Αγιο Γεώργιο ν’ αναστήσει, αν είναι αληθινός ο θεός του, ένα νεκρό που κείτονταν εκεί κοντά τους από τα παμπάλαια χρόνια πεθαμένος. Ο ‘Αγιος γίνεται μια φωτεινή λαμπάδα τώρα, έτοιμος να καεί για να φωτίσει τους ειδωλολάτρες να πιστέψουν. Γονατίζει πάνω στον τάφο, σηκώνει το νου και τα χέρια του και προσεύχεται στον Θεό. Ώ θεία, ώ αγία πίστη του Αγίου Γεωργίου! Ο νεκρός ανοίγει τον τάφο του, ανασταίνεται, προσκυνάει τον ‘Αγιο και δοξάζει τη δύναμη και τη θεότητα του Χριστού. Ο βασιλιάς και η σπείρα του τα ‘χουν χαμένα. Ρωτούν τον αναστημένο νεκρό ποιος είναι κι αυτός τους αποκρίνεται πως ζούσε πριν ακόμη έρθει ο Χριστός στον κόσμο. Κι επειδή ήταν ειδωλολάτρης καιγόταν μέσα σε φωτιές τόσα χρόνια που ήταν πεθαμένος. Ο αναστημένος ήταν ένας δυνατός έλεγχος για την ειδωλολατρεία και κόσμος πολύς έρχονταν στην πίστη του Χριστού, γι’ αυτό ο Αυτοκράτορας διέταξε να τον σκοτώσουν. Μαζί του κι ένας άλλος πρώην ειδωλολάτρης, που ο ‘Αγιος του ανάστησε το νεκρό βόδι του (οϊμέ!!!), για ν’ οργώνει το χωράφι του, μαρτύρησε κάτω από τα σπαθιά των απίστων.

Εκείνο, όμως, που έδωσε τη χαριστική βολή στον ειδωλολάτρη αυτοκράτορα και τράβηξε τους περισσότερους ειδωλολάτρες στη θρησκεία του Χριστού, ήταν η επίσκεψη του Αγίου στο ναό των ειδώλων, με την κρυφή ελπίδα του Μαγνετίου πως θα τον γυρίσει στη λατρεία των ειδώλων. Μπαίνοντας στο ναό ο ‘Αγιος στάθηκε μπρος στο άγαλμα του Απόλλωνα και το ρώτησε αν ο Χριστός είναι Θεός κι αν πρέπει να Τον προσκυνούμε. Τότε ο δαίμονας που ήταν μέσα στο είδωλο κλαίγοντας σχεδόν και θρηνώντας αποκρίθηκε πως ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός! Και με το λόγο τούτο, σα να έγινε σεισμός κι ευθύς όλα τα είδωλα έπεσαν κάτω και συντρίφτηκαν. Και γέμισε ο τόπος από μαρμάρινα συντρίμματα των θεών, που δεν μπόρεσαν να σώσουν τον εαυτό τους από τον αφανισμό! Όρμησαν τότε πάνω του οι ιερείς των ειδώλων και τον πήγαν άρον-άρον στον αυτοκράτορα. Εκείνος έδωσε διαταγή να τους βγάλουν έξω από το κάστρο τον ‘Αγιο και τη βασίλισσα Αλεξάνδρα, που έβριζε τον αυτοκράτορα και τα είδωλα και να τους αποκεφαλίσουν. Η βασίλισσα εξουθενωμένη, καθώς έκατσε στο δρόμο σ’ ένα έναν ξερόλιθο, παρέδωσε στον Κύριο την ψυχή της.

Ο ‘Αγιος προχωρούσε. Και σαν έφτασε στον ορισμένο τόπο σήκωσε τ’ αγιασμένα χέρια του και προσευχήθηκε μ’ αυτά τα λόγια: «Δοξασμένος να είσαι, Κύριε ο Θεός μου, ότι δεν με έδωκες εις κυνήγι εκείνων που με ζητούσαν, ούτε χαροποίησες τους εχθρούς μου κατεπάνω μου αλλά με γλίτωσες, ωσάν το πουλί από την παγίδα των κυνηγών και τώρα επακουσόν μου, Δέσποτα, ‘Αγιε και προστάτευσόν με το δούλον Σου εις τούτην την ώρα την υστερινήν και γλύτωσε την ψυχήν μου από την πονηριά του κακού δαίμονος και των υπηρεσιών του και μην ενθυμηθής τα κακά που μου έκαναν οι εχθροί μου, συγχώρησε τους και δός τους ειρήνην και αγάπην και καθοδήγησέ τους εις το θέλημά Σου. Δέξου, Κύριε μου, και τη δική μου ψυχή και ανάπαυσέ την με τις ψυχές των Αγίων Σου· και εκείνους που επικαλούνται το όνομα μου για βοήθεια, χάρισέ τους τα αιτήματά των, ότι Σύ είσαι ευλογητός και δεδοξασμένος εις τους αιώνας. Αμήν». Και σκύβοντας πρόθυμα το λαιμό του, αποκεφαλίσθηκε από τους στρατιώτες και παρέδωσε στα χέρια του θεού το πνεύμα του. Το ‘Αγιο Λείψανο του οι χριστιανοί το πήγαν στην Παλαιστίνη, όπου έκαμε άπειρα θαύματα, κι εκεί και σ’ όλο το χριστιανικό κόσμο, που καταφεύγει με πίστη στη χάρη του.

Δεν μπορούμε να επεκταθούμε και ν’ αναφέρουμε έστω και απλό κατάλογο από τα θαύματα του Αγίου Γεωργίου (σ.σ: γιατί δεν μας αναφέρετε τουλάχιστον, το «θαύμα με τον δράκο»;*). Εκείνο που θα χρειάζονταν να τονίσουμε είναι πως βλέποντας και εμείς σήμερα τα παθήματα, τα μαρτύρια, την καρτερία και την πίστη, με την οποία αγωνίστηκε ως το τέλος ο ‘Αγιος, να αναθεωρήσουμε «την έκβαση της αναστροφής», για να μιμηθούμε «την πίστιν εκείνου».

Για να χρησιμοποιηθεί μια φράση του καθηγητή Λιαντίνη, μήπως κατάλαβες τι συμβαίνει εδώ τίμιε αναγνώστη; Η επίσημη ιστοσελίδα του ελληνικού στρατού, μας αραδιάζει ένα κάρο θρησκόληπτα παραμύθια με δράκους και φίδια. Ιστορίες γι’ αγρίους δηλαδή, τριτοκοσμικής χώρας, θεοκρατικού καθεστώτος. Να υποθέσουμε λοιπόν η ασφάλεια της χώρας μας επαφίεται στον «προστάτη» του ελληνικού στρατού και όχι στο αξιόμαχόν του (το οποίο πληρώνουμε αδρά);

Ελληνική Βικιπαίδεια:
Το 303 μ.Χ. όταν άρχισαν οι λυσσαλέοι διωγμοί του Διοκλητιανού, ο Άγιος Γεώργιος δε δίστασε να ομολογήσει τη χριστιανική του πίστη, προκαλώντας το αδυσώπητο μένος του Διοκλητιανού, ο οποίος τον υπέβαλε σε σειρά φρικτών βασανιστηρίων. Η πίστη του Αγίου γίνεται αφορμή να βαπτισθούν οι στρατιωτικοί Ανατόλιος και Πρωτολέων, Βίκτωρ και Ακίνδυνος, Ζωτικός και Ζήνωνας, Χριστοφόρος και Σεβιριανός, Θεωνάς, Καισάριος και Αντώνιος, των οποίων την μνήμη εορτάζει η Εκκλησία στις 20 Απριλίου, και η βασίλισσα Αλεξάνδρα, σύζυγος του Διοκλητιανού, μαζί με τους δούλους της Απολλώ, Ισαάκιο και Κοδράτο, των οποίων η μνήμη τιμάται στις 21 Απριλίου.
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Θαύμα παιδάκι μ’, θαύμα! – Θρησκευτική πίστη και «εταιρίες θαυμάτων»

  20/04/2009 | Σχολιασμός

Πιστοί στην ΤήνοΑν επιχειρήσει κάποιος να δώσει τον ορισμό του «θαύματος», μια «λογική» ερμηνεία θα ήταν «θαύμα είναι, ένα γεγονός το οποίο δεν μπορεί μέχρι στιγμής να εξηγήσει η επιστήμη». Η λέξη «λογική» μπαίνει σε εισαγωγικά, γιατί η Εκκλησία ή οι άνθρωποί της, έχουν συνήθως την δική τους ερμηνεία γι’ αυτά τα συμβάντα που αποκαλούνται «θαύματα» και τα οποία δεν είναι απαραίτητο να εξηγούνται είτε με την κοινή, είτε με την επιστημονική λογική.
Τα «θαύματα» ανέκαθεν αποτελούσαν την «απόδειξη» ύπαρξης του «Θείου», ενώ ταυτόχρονα προκαλούν και το ανάλογο δέος σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι τα βιώνουν. Ήταν και είναι το λουρί που κρατά σφιχτά δεμένο τον λαιμό των πιστών του χριστεπώνυμου πλήθους της Εκκλησίας. Από τη άλλη ήταν και εξακολουθεί να είναι μια εξαιρετικά κερδοφόρα πηγή εσόδων για τα ταμεία της Εκκλησίας, γιατί όπως και να το κάνουμε, «μπρος στο θαύμα, τί είν’ το χρήμα;». Το «νόημα» του θαύματος, κατά καιρούς, φαίνεται ότι συνέλαβαν άριστα αρκετοί επιτήδειοι της θρησκείας και «ιεροί» απατεώνες. Έτσι στο πρόσφορο έδαφος της τυφλής πίστης και υπακοής στον «Λόγο του Θεού» από το οποίο διακατέχεται ένα σημαντικό τμήμα του «ποιμνίου», αναπτύχθηκαν διάφορες «εταιρείες θαυμάτων». Βέβαια, η ύπαρξη απατεώνων και επιτήδειων που εκμεταλλεύονται το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών, οφείλεται πολλές φορές και στην θέληση των ίδιων των πιστών να βιώσουν το «θαύμα», που γι’ αυτούς αποτελεί την καλύτερη απόδειξη ότι δεν ζουν σ’ ένα ψέμα και μια πλάνη, αντιθέτως επιβεβαιώνεται ότι πρεσβεύουν και ακολουθούν το «αληθές» και το «θείο». Φαίνεται ότι το «θαύμα» της «ανάστασης» του Ιησού, δεν ήταν αρκετό. Η αυθυποβολή δηλαδή, σε όλο της το μεγαλείο.

Αγία Αθανασία του ΑιγάλεωΗ «Αγία Αθανασία του Αιγάλεω», κατά κόσμον Αθανασία Κρικέτου Σάμαρη, έγινε πασίγνωστη στο πανελλήνιο από την δεκαετία του ’40 για τα ανορθόγραφα μηνύματα που χάραζε στο στήθος της η…Παναγία. Η Κρικέτου, μια αγράμματη γυναίκα, από την Μανωλάδα Ηλείας, εκμεταλλεύτηκε μια σπάνια δερματική αλλεργία που είχε, τον δερματογραφισμό. Το δέρμα σ’ αυτή την περίπτωση, ερεθίζεται ακόμα και με το τρίψιμο και μετά από λίγη ώρα μένουν εμφανή σημάδια, τα οποία στην συνέχεια εξαφανίζονται. Η Κρικέτου, ανακαλύπτοντας αυτή την ιδιότητα που είχε το δέρμα της, από την νεαρή ακόμη ηλικία των 14 ετών, άρχισε να χαράζει στο στήθος της τα ανορθόγραφα μηνύματα της…Παναγίας και στην συνέχεια τα επιδείκνυε «ως θέλημα της Μεγαλόχαρης», σε πιστούς και άπιστους. Δεν δίστασε, ακόμη και να σκηνοθετήσει τον θάνατο και την…ανάστασή της και διηγούμενη την επιστροφή της από τον «άλλο κόσμο» εξιστόρισε την συνάντησή της με την Παναγία, η οποία την οδήγησε στα Καλάβρυτα που ήταν τόπος εκτέλεσης κομμουνιστών. Η Παναγία, σύμφωνα με την Κρικέτου, της διεμήνυσε, πως την ίδια τύχη (των κομμουνιστών) θα έχουν και όσοι εξακολουθούν να είναι άπιστοι! Με τέτοια «πειστήρια», η Κρικέτου, δεν δυσκολεύτηκε και πολύ να δημιουργήσει μια στρατιά θρησκόληπτων, απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα. Δημιούργησε τεράστια περιουσία, με ύποπτους τρόπους (οι καταγγελίες για αρπαγές και οικειοποιήσεις περιουσιών, «σαγηνευμένων» πιστών της, είναι αρκετές), με προπύργιο το ίδρυμα «Παναγία Φανερωμένη» στη θέση Παλαιοκούντουρα Αττικής. Όσες φορές κι αν οδηγήθηκε στα δικαστήρια, αθωώθηκε πανηγυρικά, σαφέστατο δείγμα πως είχε «γερές πλάτες».

ΒησσαρίωνΟ ιερομόναχος Βησσαρίωνας Κορκολιάκος, της Μονής Αγάθωνος στην Υπάτη Φθιώτιδος, με τον θάνατό του στις 22 Ιανουαρίου 1991, μάλλον δεν περίμενε ότι 15 χρόνια αργότερα, θα γινόταν αντικείμενο πτωματολαγνείας. Κατά την διάρκεια εργασιών που γίνονταν στο μοναστήρι, στις 3 Μαρτίου 2006, οι μοναχοί διαπίστωσαν πως το σώμα του Βησσαρίωνα δεν είχε αποσυντεθεί, το οποίο μάλιστα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, ευωδίαζε κιόλας. Η είδηση όπως ήταν φυσικό διαδόθηκε αστραπιαία και οι πιστοί άρχισαν να συρρέουν. Το μοναστήρι γέμισε από παντός είδους μικροπωλητές που έσπευσαν κι αυτοί να δώσουν το παρόν στο τόπο του «θαύματος» και να τιμήσουν τον υποψήφιο άγιο, με τον δικό τους τρόπο. Ο γνωστός ιατροδικαστής Πάνος Γιαμαρέλος, μίλησε για γεγονός ανεξήγητο επιστημονικά. Δεν ήταν όμως το ίδιο ανεξήγητο και για άλλους επιστήμονες, παρ’ οτι οι νεκροψίες στο σώμα του Βησσαρίωνα, έγιναν χωρίς να του αφαιρεθούν τα άμφια, που κάλυπταν σχεδόν το 90% του σκηνώματός του. Κατ’ αρχάς, το σώμα του Βησσαρίωνα δεν ήταν αναλλοίωτο, όπως είχε διαδοθεί. Βρισκόταν σε διαδικασία αποσύνθεσης, η οποία όμως προχωρούσε με πολύ αργό ρυθμό. Οι λόγοι που συνέβαλαν στην επιβράδυνση της σήψεως, ήταν το περιβάλλον όπου ήταν ενταφιασμένος ο ιερομόναχος, και κατά κύριον λόγον η υγρασία που επικρατούσε στον χώρο. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί, ότι ο Βησσαρίων δεν ήταν θαμμένος στο χώμα, αλλά το πολύ καλής ποιότητας και καλά σφραγισμένο φέρετρό του, βρισκόταν σε κενοτάφιο, εντός δωματίου, όπου η οξυγόνωση ήταν ελλειπής. Υπήρχαν δηλαδή ιδανικές συνθήκες για μουμιοποίηση του σώματος (επιστημονικός όρος: ξηρά μουμιοποίηση), φαινόμενου, όχι πρωτόγνωρου (έχουν αναφερθεί περιπτώσεις για «αναλλοίωτα» σώματα ακόμα και 100 χρόνων). Όσο για την περίφημη ευωδία που ανέδυε ο χώρος, απ’ ότι έγινε αργότερα γνωστό, ο χώρος αρωματίζονταν δυο φορές την εβδομάδα, με αντισηπτικό αρωματικό σπρέι, αρωματικά βότανα και αιθέρια έλαια. Έκτοτε, μετά την εκταφή, το σώμα του Βησσαρίωνα, άρχισε να ακολουθεί την φυσιολογική πορεία αποσύνθεσης (αναγκάστηκαν να καλύψουν το «άφθαρτο» πρόσωπό του), όπως όλων των «κοινών θνητών», κάνοντας το «θαύμα», «τζίφο». Η ιστορία βέβαια με τα θαυματουργά σκηνώματα, δεν είναι πρωτοφανής στην Ελλάδα. Τα «ιερά» σκηνώματα των Αγίων Σπυρίδωνος, Διονυσίου, Γεράσιμου κ.ά. είναι μια απόδειξη ότι η τεχνική του βαλσαμώματος δεν έμεινε μόνο στην Αίγυπτο…

Ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης, Άγιος Δημήτριος, είναι γνωστός ως «Μυροβλήτης». Ο λόγος είναι πως το μνήμα του ευωδιάζει και αναδύεται μύρο. Το αποκαλούμενο αυτό θαύμα από τους πιστούς, είναι βεβαίως κοινό μυστικό για αρκετούς, ότι μόνο θαύμα δεν είναι. Οι αρωματικές ουσίες, ρέουν τεχνηέντως στον τάφου του «αγίου», μέσω κρυφών αγωγών, που είναι κατασκευασμένοι από την εποχή του Βυζαντίου. Με λίγα λόγια, «κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια».

Στον Μοχό Ηρακλείου Κρήτης, τα τελευταία χρόνια, το «μιράκολο» συμβαίνει στα άνθη του Επιταφίου, τα οποία λίγες μέρες αργότερα φέρονται να ξαναγεννιούνται από την τέφρα τους, δηλαδή ξανανθίζουν. Βεβαίως το γεγονός αυτό, από…γεωπονικής απόψεως δεν είναι ανεξήγητο, καθώς τα κομμένα άνθη δύνανται να ξανανθίσουν, αν βρίσκονται σε περιβάλλον με υγρασία ή ραντίζονται συστηματικά με νερό. Αυτά όμως είναι «ψιλά γράμματα» για τους πιστούς. Κι επειδή τα θαύματα μεταδίδονται σαν επιδημία, το ίδιο θαύμα άρχισε να συμβαίνει -ως εκ του θαύματος!- λίγο αργότερα και σε άλλο χωριό της Κρήτης, στο Μαρμακέτο Λασιθίου.

Το «βαρύ πυροβολικό» της Εκκλησίας στην βιομηχανία θαυμάτων -τα οποία παρεμπιμπτόντως γεμίζουν και τα παγκάρια της-, ήταν ανέκαθεν οι εικόνες που δακρύζουν ή ματώνουν. Ανάμεσα όμως σε όλες τις περιπτώσεις, ξεχωρίζει περισσότερο η ματωμένη εικόνα της Παναγίας στον Άγιο Φανούριο Αργυρούπολης. Το 2001 ήταν μια χρονιά ορόσημο, καθώς η επιστήμη αποφάσισε ότι θα έπρεπε να εκμεταλλευτεί το γεγονός, ότι είχε στην διάθεσή της, λίγο από το αίμα της Θεοτόκου και αποφάσισε να κάνει μια τυπική χημική ανάλυση. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά: Στις «φλέβες» της Παναγίας δεν έρεε ανθρώπινο αίμα -λογικό θα σκεφτεί κάποιος «ευσεβής»- αλλά…βυσσινάδα του Θεού!

Το λυπηρό με τα παραπάνω «θαύματα» (τα οποία αποτελούν ένα ελάχιστο δείγμα), δεν είναι μόνο οι πρωτότυποι και μη τρόποι που εφευρίσκει η Εκκλησία και οι πιστοί της για να κρατήσουν το «ποίμνιο» στο μαντρί και ταυτόχρονα να «παχύνει» τα παγκάρια της, αλλά το ότι η Δικαιοσύνη σε τέτοιες εξώφθαλμες περιπτώσεις απάτης, δεν αποδεικνύεται και τόσο…«τυφλή».

Λεωνίδας και Χριστός, Έλληνες και Χριστιανοί, Ελευθερία και «Σωτηρία»

  20/04/2009 | Σχολιασμός

Λεωνίδας (300)Του Χριστού δεν του σπάσανε τα μέλη όπως των δυο άλλων εσταυρωμένων που ήταν δίπλα του, δεν αποκεφαλίστηκε, αλλά όταν τον κατέβασαν από τον σταυρό τον περιθάλψανε και μέχρι σήμερα καλώς τον θρηνούν και τον γιορτάζουν, τον Ασιάτη ήρωα τους και τον τάφο του.

Και τον Λεωνίδα;
Όταν βρέθηκε το άψυχο κορμί του και το αναγνώρισε και ο Δημάρατος, διέταξε να αποκεφαλιστεί το άψυχο κορμί του Λεωνίδα και το σώμα του να σταυρωθεί και να καρφώσουν το κεφάλι του Λεωνίδα σε έναν πάσσαλο.

Ο Λεωνίδας σταυρώθηκε και αποκεφαλίστηκε για σένα, για μένα, για μας, για την ελευθερία της πατρίδος του, της πατρίδος μας, για τα ιδανικά της αρχαίας Ελλάδος τα οποία μέχρι σήμερα εμπλουτίζουν τον ελεύθερο κόσμο. Έδωσε την ζωή του όχι για κάποια αμφισβητούμενη σωτηρία, αλλά είναι ασπίδα σωτηρίας και παράδειγμα αυταπάρνησης στις γενιές που ακολουθούν.

Συγχαρητήρια στους χριστιανούς, συλλυπητήρια στους Έλληνες σε αυτούς που γνωρίζουν ότι σταυρώθηκε ο Ιησούς και δεν γνωρίζουν ότι και ο Λεωνίδας σταυρώθηκε και πράγματι πέθανε για μας και την ελευθερία του (τουλάχιστον) ευρωπαϊκού κόσμου, και «καρφί δεν τους καίγεται» για τον δικό του τάφο· για την δική του σταύρωση…

Πηγή: alfeiospotamos.blogspot.com

Βίοι «αγίων»

  11/04/2009 | Σχολιασμός

Η κοινή λογική λέει, πως άγιος είναι κάποιος, ο οποίος τουλάχιστον διακατέχονταν από ηθικές αξίες, αγάπη για τον συνάνθρωπο και καλοσύνη. Καθώς φαίνεται όμως, η κοινή λογική δεν συμβαδίζει πάντοτε με τα κριτήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι περισσότεροι άγιοι κρίθηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία, όχι με βάση τον ενάρετο βίο τους, αλλά με την συνεισφορά τους στην άνοδό της στην εξουσία και στην τελική επικράτηση, διατήρηση και ενίσχυση του Χριστιανισμού. Το ότι πολλοί απ’ αυτούς, ποδοπάτησαν σχεδόν και τις 10 Εντολές, με τον έναν ή άλλον τρόπο, είναι ψιλά γράμματα…

Τώρα, το πως η σημερινή Εκκλησία, εξακολουθεί να τιμά, όσους αποδεδειγμένα (ακόμα και γι’ αυτήν) έχουν βάψει τα χέρια τους με αίμα αθώων και μη, ή κάθε άλλο παρά υπόδειγμα ηθικής ήταν, είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.

Ακολουθεί ένα μικρό δείγμα…«αγιοσύνης», με την επιφύλαξη να εμπλουτιστεί μελλοντικά και με άλλα «μπουμπούκια».

Μέγας Θεοδόσιος (17 Ιανουαρίου)
Ήταν φανατικός χριστιανός, βυζαντινός αυτοκράτορας, ισπανικής καταγωγής. Βαφτίστηκε το 380 στη Θεσσαλονίκη από τον επίσκοπο Αχόλιο. Αναμείχθηκε ενεργά στα διάφορα εκκλησιαστικά ζητήματα. Κάλεσε τη Β’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, καταδίωξε τους ειδωλολάτρες και τους αιρετικούς, δήμευσε τις περιουσίες τους, σταμάτησε τους Ολυμπιακούς αγώνες και ως επίσημη θρησκεία επέβαλε το χριστιανισμό. Το 390 στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης σφάχτηκαν με διαταγή του 7.000 άνθρωποι (κατ’ άλλους 15.000), ανεξάρτητα από την ηλικία τους, γιατί είχαν στασιάσει κι είχαν σκοτώσει τον Γότθο στρατιωτικό διοικητή της Θεσσαλονίκης, Βουθέριχο. Γι’ αυτή τη θηριωδία, ο επίσκοπος Μεδιολάνων Αμβρόσιος «τιμώρησε» το Θεοδόσιο για λίγους μήνες με την απαγόρευση να πάει στη Θεία Ευχαριστία.

Άγιος Αθανάσιος (18 Ιανουαρίου)
Ο βίος του αγίου Αθανασίου ακολουθεί την πεπατημένη γραμμή της Ορθοδοξίας, που πρεσβεύει, ότι όσο πιο φανατικός, μισαλλόδοξος, αιμοβόρος και βίαιος είναι κάποιος ιερέας ή πιστός της, τότε αγιοποιείται. Αρκεί βέβαια να υποστηρίζει με οποιοδήποτε τρόπο τα εξουσιαστικά συμφέροντα της Εκκλησίας. Ο Άγιος και Μέγας Αθανάσιος εορτάζεται στις 18 Ιανουαρίου κάθε έτους μαζί με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, τον εγκέφαλο της κατακρεούργησης της φιλοσόφου Υπατίας.

Το 328 μ.Χ. και σε ηλικία τριάντα τριών περίπου ετών ο Αθανάσιος ανέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας. Ήταν μικρόσωμος και φιλάσθενος, αλλά τρομερά δραστήριος και πανούργος. Σύμφωνα με όλους τους υποστηρικτές του, αλλά και τους μη, μέθοδοί του ήταν οι κολακείες, οι δωροδοκίες, οι πλαστογραφίες, οι συκοφαντίες, η βία ενάντια στους εχθρούς του, οι πυρπολήσεις ναών και οι δολοφονίες. Απ΄ την Αλεξάνδρεια ο Αθανάσιος εκδιώχθηκε πέντε φορές μέσα σε μία χρονική περίοδο 18 ετών.

Η εκλογή του στο αξίωμα του πατριάρχη έγινε με τον πλέον σκοτεινό και αμφιλεγόμενο τρόπο, αφού απ΄ τους πενήντα τέσσερις εκλέκτορες αρχιμανδρίτες τον χειροτόνησαν μόνον οι επτά, που παρεμπιπτόντως ήταν και επίορκοι. Πιστοί του Αθανασίου προέβησαν σε ξυλοδαρμούς, φυλακίσεις και δολοφονίες εναντίον όσων αμφισβητούσαν τον ποιμένα τους. Η δράση του αγίου επικεντρώθηκε κυρίως εναντίον των Αρειανιστών και των Μελιτιανών χριστιανών.

Το 335 μ.Χ. είχαν συσσωρευτεί πολλές κατηγορίες εναντίον του πατριάρχη Αθανασίου. Οι κύριες ήταν: Για υπερβολική φορολογία, που είχε επιβάλλει στην επαρχία της Αλεξάνδρειας, για βίαιες ενέργειες αυτού και των πιστών του εναντίον πολλών εκ των εχθρών του ακόμα και μέσα σε εκκλησίες, για την κρυφή βοήθεια σε πολιτικούς αντιπάλους τού αυτοκράτορα και για την παρεμπόδιση της αποστολής σιταριού απ΄ το λιμάνι της πόλης, που κατευθυνόταν προς τους φτωχούς.

Οι κατηγορίες αυτές τον οδήγησαν στην καθαίρεσή του απ΄ τον ίδιο τον ορθόδοξο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Μέγα, με έγγραφο που έστειλε στην σύνοδο της Τύρου. Όμως, ο Αθανάσιος παραποίησε το έγγραφο αυτό δύο φορές, αναδημοσιεύοντας την επιστολή με ψεύτικα λόγια του Κωνσταντίνου, που έλεγαν δήθεν, ότι ο Αθανάσιος συκοφαντήθηκε. Οι κατηγορίες για βία και επιθέσεις πλήθαιναν, όπως ότι διέταξε τον ιερέα Μακάριο να επιτεθεί εναντίον του Αρειανιστή ιερέα Ισχύρα, ότι ο ίδιος ο Αθανάσιος είχε δολοφονήσει τον επίσκοπο Αρσένιο κι ότι ο άγιος είχε διαφθείρει κάποια γυναίκα.

Ο Αθανάσιος στα γραπτά του επιτίθεται κατά πάντων μη ορθοδόξων και ειδικά κατά των Ελλήνων: «Ουκούν ει μήτε άνθρωπος απλώς μήτε μάγος μήτε δαίμων τις εστίν ο Σωτήρ, αλλά και την παρά ποιηταίς υπόνοιαν και δαιμόνων φαντασίαν και Ελλήνων σοφίαν τη εαυτού θειότητι κατήργησε και επεσκίασε» (Άγιος Αθανάσιος, «Κατά Ελλήνων», κεφ.48, παρ. 9). Επίθετα και φράσεις εναντίον των Ελλήνων εξακοντίζονται σε όλα τα έργα του όπως «βλάσφημοι», «τρελλοί», «ψεύτες», «δουλοπρεπείς», «άθεοι», «πρέπει να εξοντωθούν», «θα καούν στην Κόλαση», «αποτρόπαιοι δαίμονες» κ.ά.: «…εξιλεούσθαι ους Έλληνες καλούσιν αποτροπαίους δαίμονας» (Σωζομενός, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 5, κεφ. 5, παρ. 1).

Όσιος Ιάκωβος ο Ασκητής (28 Ιανουαρίου)
Ο Ιάκωβος ασκήτευε δεκαπέντε χρόνια σε μια σπηλιά. Κάποτε, από την κοντινή πολίχνη (την Πορφυριώνη) κάποιοι ευφυείς και τότε πολέμιοι του θρησκευτικού σκοταδισμού έστειλαν στη σπηλιά του μια πόρνη γυναίκα να του προσφέρει προκλητικά τα θέλγητρά της. Ο Ιάκωβος δεν ενέδωσε στην εύκολη ηδονή και η συνάντηση λειτούργησε συγκλονιστικά για τη γυναίκα, που από τότε εγκατέλειψε το επάγγελμά της και έζησε με συνέπεια μέσα στην Εκκλησία.

Ύστερα από κάποια χρόνια, «άρχων ένδοξος» της περιοχής πήγε στον ασκητή τη θυγατέρα του που έπασχε από νόσο βαριά. Ο Ιάκωβος προσευχήθηκε και ελευθέρωσε το κορίτσι από την ασθένεια, δέχθηκε μάλιστα να το κρατήσει λίγες μέρες στη σπηλιά, μαζί με τον αδελφό της, όπως επέμενε για σιγουριά ο πατέρας της. Τότε όμως ο Ιάκωβος, «ως άνθρωπος και αυτός» νικήθηκε από την επιθυμία. Βίασε την κόρη και στη συνέχεια έντρομος, μήπως φανερωθεί η πράξη του, τη σκότωσε μαζί με τον αδελφό της, μόνο μάρτυρα των εγκλημάτων του.

Σε πανικό απόγνωσης φεύγει στην έρημο, σκάβει έναν τάφο και μπαίνει μέσα ο ίδιος να πεθάνει δίχως ελπίδα ελέους από τον Θεό. Ο τοπικός επίσκοπος μαθαίνει τα συντρέξαντα και ξεκινάει μέρες πορείας στην έρημο για να τον βρει. Κάποτε τον ανακαλύπτει και θρηνώντας του εξηγεί ότι η απελπισία είναι αμάρτημα μεγαλύτερο από τον βιασμό και τους φόνους. Ο Ιάκωβος δέχεται με συντριβή την παραμυθία, αλλά δεν εγκαταλείπει τον τάφο ως ενδιαίτημα. Θα μείνει εκεί σε σκληρότατη άσκηση αυταπάρνησης ως την τελευτή του.
Παρεμβάλλεται μια τρομακτική ανομβρία στην περιοχή και ο επίσκοπος έχει «πληροφορίαν καρδίας» ότι μόνο αν προσευχηθεί ο Ιάκωβος μπορεί να νικηθούν της φύσεως οι όροι. Κλήρος και λαός βγαίνουν στην έρημο και φτάνουν στον τάφο όπου είναι κλεισμένος ο εγκληματίας ασκητής. Τον πείθουν να προσευχηθεί και η βροχή φτάνει αμέσως ευεργητική να βεβαιώσει την αγιότητα του μετανοημένου…

Τρεις ιεράρχες – Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός (30 Ιανουαρίου)
Οι τρεις Ιεράρχες, τιμούνται από την ελληνική Εκκλησία διότι διέσωσαν τα ελληνικά γράμματα. Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει, είναι, από ποιους τα διέσωσαν και πώς; Αφού η ελληνική γλώσσα ήταν, τότε, η επίσημη γλώσσα του γνωστού κόσμου!

Πώς όμως υπερασπίστηκαν τον ελληνισμό όταν ο Μέγας Βασίλειος γράφει στο έργο του «εις τον Προφήτην Ησαΐαν Προοίμιον»:
«Μη δειλιάζετε από των ελληνικών πιθανολογημάτων… τα οποία είναι σκέτα ξύλα, μάλλον δε δάδες που απώλεσαν και του δαυλού την ζωντάνια και του ξύλου την ισχύ, μη έχοντας δε ούτε και του πυρός την φωτεινότητα, αλλά σαν δάδες καπνίζουσες καταμελανώνουν και σπιλώνουν όσους τα πιάνουν και φέρνουν δάκρυα στα μάτια όσων τα πλησιάζουν. Έτσι και (των Ελλήνων) η ψευδώνυμος γνώση σε όσους την χρησιμοποιούν».

Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει στην ομιλία του εις Άγιον Ιωάννην τον Ευαγγελιστήν:
«Αν κοιτάξεις στα ενδότερα (των ελληνικών σκέψεων) θα δεις, τέφρα και σκόνη και τίποτε υγιές, αλλά τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας (των Ελλήνων φιλοσόφων!), όλα δε είναι γεμάτα ακαθαρσίες και πύον, και πάντα τα δόγματα τους βρίθουν από σκουλίκιαν… Αυτά γέννησαν και αύξησαν οι Έλληνες, παίρνοντας από τους φιλοσόφους τους… Εμείς όμως, δεν παραιτούμαστε από την μάχη εναντίον τους».

Τόση ήταν η αγάπη τους προς τους Έλληνες και την Ελλάδα που ο Χρυσόστομος συμβουλεύει τους χριστιανούς στον λόγο του «Περί Κενοδοξίας και πώς δει τους Γονείς Ανατρέφειν τα Τέκνα»:
«Κανένας δεν πρέπει να δίνει στα παιδιά του ονόματα των Ελλήνων προγόνων του, του πατέρα, της μητέρας, του παππού και του προπάππου, αλλά να δίνει τα ονόματα των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης».

Είναι όμως και ο Γρηγόριος Νανζιαζηνός:
«Η μητέρα μου πρόσεχε να μη φιλήσουν τα χείλη μου Ελληνικά χείλη, να μην αγγίξουν τα χέρια μου Ελληνικά χέρια και ούτε Ελληνικά τραγούδια να ΜΟΛΥΝΟΥΝ τα αυτιά και την γλώσσα μου».

Μέγας Κωνσταντίνος και Αγία Ελένη (21 Μαΐου)
Οι «διευκολύνσεις» και η προνομιακή μεταχείριση που προσφέρθηκαν στην Εκκλησία από τον αυτοκράτορα Φλάβιο Βαλέριο Κωνσταντίνο, ήταν αρκετά για να κάνει άγιο κάποιον, που θεωρείται υπεύθυνος ή ηθικός αυτουργός, για τις δολοφονίες του 17χρονου γιου του, του 12χρονου ανηψιού του, της συζύγου του, του πεθερού του, των δυο γαμπρών του και του κουνιάδου του. Επειδή κοντά στον βασιλικό ποτίζεται και η γλάστρα, όπως λέει μια λαϊκή παροιμία, η Εκκλησία φρόντισε να «αγιοποιήσει» και να «τιμήσει» (επίσης στις 21 Μαΐου) και την μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Ελένη (ηθικός συναυτουργός στην δολοφονία της νύφης της), η οποία ως φαίνεται
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής