Υπάρχει ο ισχυρισμός από πλευράς χριστιανών νεο-απολογητών ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήσαν ειδωλολάτρες διότι θεωρούσαν ότι η ουσία των θεών βρίσκεται μέσα στα αγάλματα.
Απόδειξη για αυτούς είναι η διδασκαλία περί της εμψυχώσεως των αγαλμάτων μέσα από «μαγικές» πρακτικές.
Ωστόσο, ειδωλολατρία είναι η λατρεία της απεικόνισης του ειδώλου, της αντανάκλασης αντί του πραγματικού. Και τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε πουθενά στην ελληνική αντίληψη, καθώς υπήρχε η διάκριση ουσίας-ενεργείας, όπως θα δούμε.
Χαρακτηριστικό είναι το σωζόμενο ηρακλείτειο απόσπασμα στο οποίο φαίνεται αυτή η διάκριση: «Και τοις αγάλμασι δε τουτέοισιν εύχονται, οκοίον ει τις δόμοισι λεσχηνεύοιτο, ου τι γινώσκων θεούς ουδ’ ήρωας οίτινες εισί» (απ. 5).
Δηλαδή, «και στα αγάλματα εύχονται με τέτοιο τρόπο, ως να μιλούν σε τοίχους, χωρίς να γνωρίζουν τι είναι στην ουσία τους οι θεοί και οι ήρωες». Επικρίνει εκείνους που θρησκεύουν έχοντας αγνωσία, επειδή δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν την παραπάνω αλήθεια. Ότι μπερδεύουν το μέσο (το άγαλμα) με τον τελικό σκοπό (δηλαδή τη λατρεία του θεού και την τιμή του ήρωα).
Ο Ηράκλειτος αναγνωρίζει θεούς και ήρωες και την απόδοση της οφειλόμενης τιμής και λατρείας κατά τα ειωθότα , αλλά ελέγχει την ημιμάθεια.
Στην αρχαία ελληνική γραμματεία ανιχνεύουμε διάφορες διακρίσεις του μύθου, αναλόγως με το που αναφέρεται. Ο μύθος, ανάλογα με το είδος του, μπορεί είτε να έχει έναν ιστορικό πυρήνα, είτε όχι. Η πιο βασική διάκριση που θα μας απασχολήσει στο παρόν άρθρο, είναι αυτή σε φιλοσοφικό και σε ιερατικό μύθο. Ο μεν πρώτος αφορά όλα εκείνα που μπορεί να διδαχτεί κανείς και έχουν να κάνουν με τον ίδιο και τις ηθικές αξίες, ο δε δεύτερος αναφέρεται στους θεούς και ο σκοπός του είναι διαφορετικός. Αυτά θα τα δείξω παρακάτω. Στους μύθους που δεν έχουν ιστορικό πυρήνα, δηλαδή δεν συνέβησαν ποτέ στην πραγματικότητα, ανήκουν οι ιερατικοί μύθοι. Οι φιλοσοφικοί έχουν ενίοτε ιστορικό πυρήνα. Οι διακρίσεις αυτές δεν είναι δικές μου, ούτε είναι αυθαίρετες. Μπορεί να τις βρει κανείς μελετώντας την αρχαία ελληνική γραμματεία. Όταν κανείς αυτά μέσα του τα έχει ξεχωρισμένα και σε τάξη, τότε ορθοτομεί. Όταν όμως τα έχει μπερδεμένα, τότε βρίσκεται σε σύγχυση και είναι μυθολογικά αναλφάβητος. Και εκεί ακριβώς δημιουργείται το πρόβλημα, όταν κανείς εκλαμβάνει τους ιερατικούς μύθους κατά γράμμα.
Μια συνήθης, λοιπόν, κατηγορία είναι ο τρόπος παρουσιάσεως των θεών στους μύθους. Όσοι τα λένε, συγχέουν -είτε από άγνοια είτε σκοπίμως επειδή νομίζουν ότι τους βολεύει- τον ρόλο του φιλοσοφικού μύθου με αυτόν του ιερατικού. Και καταλήγουν σε πλάνες, που για να τις στηρίξουν χρειάζονται να επινοήσουν νέες πλάνες. Δηλαδή, πώς είναι ποτέ δυνατόν άνθρωποι του πνεύματος να εκλάμβαναν κατά γράμμα τις αναφορές των μύθων για τις δράσεις και ενέργειες των θεών, από τη στιγμή που οι θεοί για τους αρχαίους είναι ασώματοι και σίγουρα όχι άνθρωποι; Επειδή οι χριστιανοί νεο-απολογητές κατανοούν ότι αν ισχυρίζονταν κάτι τέτοιο, δεν θα τους έπαιρνε κανείς στα σοβαρά, επινόησαν μια άλλη θεωρία που θέλει τους φιλοσόφους να αποστασιοποιούνται από τη θρησκεία. Κατά συνέπεια, μόνο το ιερατείο και ο απλός κόσμος απομένουν για να αποδέχονται κατά γράμμα την μυθολογία. Αυτήν την δήθεν διάσταση φιλοσοφίας και θρησκείας (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που πάντα υπήρχαν) θα τη δείξω με πηγές πιο αναλυτικά σε επόμενα άρθρα. Επίσης, στην προσπάθειά τους να στηρίξουν τις πεπλανημένες απόψεις τους, διαστρέφουν τα γραφόμενα από τον Πλάτωνα στην Πολιτεία ότι δήθεν απορρίπτει τον Όμηρο. Αυτό το ψεύδος είχε αναιρεθεί με πηγές σε άλλο άρθρο όπου εξετάζονταν οι νεο-απολογητικές διαστρεβλώσεις στους «Νόμους» του Πλάτωνος. Στον παρόν θα αναφερθώ πάλι σε αυτό. Τελικά, τί θέλουν να πουν οι χριστιανοί; Εάν κατηγορούν τον τρόπο παρουσιάσεως των θεών στην μυθολογία, μήπως τάχα πιστεύουν σε αυτούς και θίγονται; Εάν όχι, τότε τί τους ενδιαφέρει; Μήπως αυτοί κατανόησαν καλύτερα τα πράγματα αυτά που αφορούν μια αλλότρια για αυτούς παράδοση, ή ο απώτερος σκοπός τους είναι η συκοφαντία; Άραγε τί έχουν να πουν για όσα αίσχη αναφέρονται σε Παλαιά και Καινή Διαθήκη για τα κατορθώματα του βιβλικού θεού και του γιού του, τα οποία δεν είναι μύθοι αλλά ιστορική «πραγματικότητα» για αυτούς; Επίσης, δεν έχουν διαβάσει στον Ηρόδοτο (2.53.2) που γράφει για τους Όμηρο και Ησίοδο, «ούτοι δε εισί οι ποιήσαντες θεογονίην Έλλησι και τοίσι θεοίσι τας επωνυμίας δόντες και τιμάς και τέχνας διελόντες και είδεα αυτών σημήναντες»; Το «ποιήσαντες θεογονίην» δεν δείχνει ότι η ιερατική μυθολογία έχει κατασκευαστεί και επομένως δεν είναι ιστορία ούτε κατά γράμμα ερμηνεύεται από τους αρχαίους;
Ας δούμε όμως και άλλες αναφορές περί του ότι οι μύθοι εκλαμβάνονταν αλληγορικά και όχι κατά κυριολεξία, από το «Μέγα λεξικό της όλης ελληνικής γλώσσης» του Δ. Δημητράκου, τ. Θ’, σ. 4797 … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Σε συνέχεια των προηγουμένων και αφού εξετάστηκε η καταγωγή τού Έλληνα με βάση τα κείμενα και την παράδοση που ως προγονική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ιερή», αφού είδαμε κάποια στοιχεία περί του ελληνικού αλφάβητου και πώς και γιατί στον ρου της ιστορίας ο Έλλην μετετράπη σε «Ρωμιό», τώρα θα περάσουμε στο ακανθώδες θέμα της θρησκείας, και θα επιχειρηθεί να δοθεί τεκμηριωμένη απάντηση στους συκοφαντικούς ισχυρισμούς που προβάλλουν οι χριστιανοί κατ’ αυτής.
Οι νεο-απολογητές προσπαθούν να στηρίξουν την δήθεν αιγυπτιακή προέλευση της ελληνικής θρησκείας στους ιστορικούς Ηρόδοτο και Διόδωρο τον Σικελιώτη. Αυτό το κάνουν σε αντίδραση του γεγονότος ότι η δική τους θρησκεία όχι μόνο είναι ιουδαϊκής προελεύσεως, αλλά καθαρά αίρεση του Ιουδαϊσμού.
Εισαγωγή
Εντός των παραθέσεων είναι οι απολογητικοί ισχυρισμοί. Όμως, πριν προχωρήσουμε στις απαντήσεις, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα.
1. Οι ανώτερες οντότητες που πίστευαν οι αρχαίοι λαοί συμπεριλαμβανομένου –φυσικά- και του ελληνικού, δεν ήταν για αυτούς κτήμα. Δηλαδή, δεν διεκδικούσαν την αποκλειστικότητα και την πρωτοκαθεδρία. Επίσης, θεωρούσαν ότι οι οντότητες αυτές ήσαν κοινές, άσχετα από τη διαφοροποίηση στο όνομα και σε επιμέρους στοιχεία της λατρείας.
Ο Πλούταρχος, αφού πρώτα διακρίνει τα σύμβολα των θεών και τις δυνάμεις στις οποίες εφορεύουν από τους ίδιους τους θεούς, μας πληροφορεί: «Αυτά τα ίδια δεν πρέπει βέβαια να εννοήσουμε ως θεούς, διότι δεν είναι κάτι χωρίς νου και χωρίς ψυχή ο θεός, ούτε υποχείριος των ανθρώπων. Με βάση τούτα όμως πιστέψαμε εκείνους, που τα χρησιμοποιούν οι ίδιοι, τα δωρίζουν σε εμάς και μας τα παρέχουν αέναα και διαρκώς, ως θεούς, που δεν είναι άλλοι εδώ κι άλλοι εκεί ούτε βάρβαροι και Έλληνες ούτε νότιοι και βόρειοι. Όπως ο ήλιος, η σελήνη, ο ουρανός, η γη και η θάλασσα είναι κοινά σε όλους, αλλά τα ονομάζουν με διαφορετικές ονομασίες οι διάφοροι λαοί, παρόμοια, μολονότι ένας είναι ο λόγος που τα τακτοποιεί και μια η πρόνοια που τα επιτηρεί, μολονότι, από την άλλη οι δυνάμεις είναι ταγμένες να υπηρετούν όλα τα όντα, έχουν θεσπιστεί σε διαφόρους λαούς διαφορετικές τιμές και ονομασίες για όλα τούτα» (Περί Ίσιδας και Οσίριδος, παρ. 67, σ. 153 Κάκτος τ. 10). Ίσως εκεί να οφείλεται και η ομοιότητα μεταξύ των μυθολογιών των λαών αλλά και η ομοιότητα των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων, όπως λόγου χάρη του Διός (Ελλάδα) και του Ίντρα (Ινδία) ή της Αφροδίτης (Ελλάδα) και της Αστάρτης (Ασσυρία, Μεσοποταμία). Όχι στη στείρα αντιγραφή αλλά στην ουσιαστική αλληλεπίδραση. Δεν υπήρχε λόγος για κάποια θρησκευτική διαμάχη για την «κατοχή» της αλήθειας και όσα συνεπάγονται από αυτό όπως η καταδίκη της διαφορετικής αντίληψης ως «αιρετικής» ή το ξερίζωμα μιας πεποίθησης για μια άλλη. Ωστόσο, με βάση αρχαίους συγγραφείς, υπήρχε η τάση σε κάποιους να προβάλλουν την αρχαιότητα της παραδόσεώς τους έναντι κάποιων άλλων. Αυτό επιχείρησαν οι Αιγύπτιοι έναντι των Ελλήνων, και αυτούς τους ισχυρισμούς όχι μόνο μεταφέρει αλλά και υιοθετεί ο Ηρόδοτος.
2. Πρέπει να επισημανθεί εκ των προτέρων, ότι σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία αλλά και με την επιμαρτυρία ελλήνων συγγραφέων, η ελληνική παρουσία στην Αίγυπτο είναι παλαιότερη από εκείνη όσων στα λεγόμενα «ιστορικά» χρόνια καλούνται Αιγύπτιοι. Διότι: … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Αφού είδαμε στα προηγούμενα μέρη (1ο και 2ο) με ποιον τρόπο οι απολογητές προσπαθούν να κτυπήσουν τις ρίζες του Ελληνισμού, τη γλώσσα του, και τον πολιτισμό του, εδώ θα δούμε τον λόγο για τον οποίο το επιχειρούν. Οι ίδιοι σε άρθρα τους ισχυρίζονται ότι στην προχριστιανική Ελλάδα δεν υπήρχε εθνική συνείδηση. Αυτό το κάνουν αποκρύπτοντας από τους αναγνώστες τους αναφορές αρχαίων κειμένων, θεσμούς, και ήθη, που μαρτυρούν το αντίθετο! Ο σκοπός τους είναι να υποβαθμίσουν το αρχαιοελληνικό μεγαλείο για να μας πουν ότι ο Χριστιανισμός ήταν αυτός που συνέβαλε αποφασιστικά στην εδραίωση της εθνικής συνειδήσεως και συνοχής, και διατήρησε το έθνος ζωντανό μέχρι σήμερα. Απομονώνουν από την συνολική ιστορία το κομμάτι των διωγμών κατά του Ελληνισμού (ειδικά) των πρώτων αιώνων της χριστιανικής επικρατήσεως (μάλιστα τολμούν να γράφουν ότι δήθεν διωγμοί τέτοιοι δεν υπήρξαν), και επικεντρώνονται από την εποχή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και μετά. Για αυτούς, ο Ελληνισμός (που τον είπαν «Ρωμιοσύνη»), είναι το αποτέλεσμα μιας ζύμωσης πολιτιστικής που συνέβη στην βυζαντινή εποχή.
Άρθρα επί άρθρων έχουν γραφτεί. Μαρτυρίες επί μαρτυριών προκειμένου να υποστηρίξουν τις απόψεις τους. Διαδικτυακά «σεντόνια» απλώνονται με υποτιθέμενες «αποδείξεις». Με τη διαφορά ότι αυτά τα πολυάριθμα που παραθέτουν προέρχονται από τους…ομοϊδεάτες τους, ενώ ταυτοχρόνως αποκρύπτουν άλλα στοιχεία που τους χαλούν τη…«σούπα».
Θα ξεκινήσω παραθέτοντας κάποια αποσπάσματα απολογητικών κειμένων με δικές μου υπογραμμίσεις και τονισμούς, και από κάτω τον σχολιασμό μου … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε ότι το ελληνικό γένος προέρχεται απευθείας από το πελασγικό στα πλαίσια μιας φυσικής και ιστορικής συνέχειας. «Το δε Ελληνικόν γλώσση μεν, επείτε εγένετο, αιεί κοτε τη αυτή διαχράται, ως εμοί καταφαίνεται είναι. Αποσχισθέν μέντοι από του Πελασγικού εόν ασθενές, από σμικρού τεο την αρχήν ορμώμενον αύξηται ες πλήθος των εθνέων» (Ηρόδοτος Α΄ βιβλίο, 58).
Είδαμε τις συγκεκριμένες αναφορές του Ηροδότου όπου ονόμασε τους Ίωνες, τους Δωριείς, και τους Αιολείς, Πελασγούς. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία που αποκρυσταλλώνει και συνοψίζει μια κοινή συνείδηση και γνώση, πατέρας αυτών ήταν ο Έλλην. Αδέλφια του Έλληνος ο Αμφικτύων (βασιλιάς της Αττικής μετά τον Κραναό), η Πρωτογένεια (από την οποία θα προέλθει ο Αιτωλός), και η Θύια (από την οποία θα προέλθει ο Μακεδών με τα παιδιά του τον Πίερο και τον Ημάθιο). Οι δε Αχαιοί και οι Ίωνες προέρχονται από τον Ξούθο (επίσης γιο του Έλληνος). Ακόμα, είχα παραπέμψει στην παλαιότερη σειρά άρθρων «Η ιστορική συνέχεια πρωτοελλήνων και Ελλήνων» για μια πιο λεπτομερή παρουσίαση. Επισημαίνω αυτό που αναφέρεται από τον ιστορικό Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα που συνοψίζει την ιστορική και φυσική συνέχεια Πελασγών- Ελλήνων και ταυτόχρονα δείχνει ότι οι Πελασγοί ήσαν αυτόχθονες· «Ην γαρ και το των Πελασγών γένος Ελληνικόν εκ Πελοποννήσου το αρχαίον, και τον Πελασγόν αυτόχθονα λέγων» («Ρωμαϊκή Αρχαιολογία», βιβλίο Α΄, 17.2).
Οι Πελασγοί θεωρούνται αυτόχθονες, λοιπόν, στον ελληνικό χώρο. Ταυτόχρονα όμως και ταξιδευτές καθώς το μαρτυρά το όνομά τους («Πελασγοί» > «πελαργοί»), όπου ορμώμενοι από την κοιτίδα τους δημιουργούν νέες αποικίες περί την Μεσόγειο (και όχι μόνο). Συνεπώς, ούτε αυτοί ούτε οι Έλληνες ήρθαμε από αλλού, και η Κάθοδος των Δωριέων είναι απλά μια εσωτερική μετανάστευση των Ηρακλειδών στην πατρική τους γη, την Πελοπόννησο. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική ιστορία δεν ξεκινά από το 1200 π.κ.ε., αλλά από παλαιότερα. Η επιστήμη που λέγεται γεω-μυθολογία, λαμβάνοντας υπόψη της τα αρχαιολογικά δεδομένα και ευρήματα αλλά και τις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων που ομιλούν για τρεις κατακλυσμούς στον ελλαδικό χώρο, βαθαίνει το εύρος της ιστορίας τουλάχιστον έως και 15.000 χρόνια πριν από το σήμερα. Δυστυχώς, έχει φτάσει στα χέρια μας μόνο ένα μικρό μέρος από την αρχαιοελληνική και ρωμαϊκή γραμματεία. Όμως από αυτό το λίγο και με τη συνδρομή των υπολοίπων σχετικών επιστημών, καταλήγει σε τόσο παλαιές εποχές. Θα μπορούσε η ιστορία να εκταθεί σε ακόμη μακρινότερες εποχές. Αν και υπάρχουν ενδείξεις, ας μείνουμε σε αυτά.
Στο σημερινό άρθρο θα εξετάσουμε την άποψη που υποστηρίζει ότι το ελληνικό αλφάβητο έχει σημιτο-φοινικική προέλευση. Αυτή η θεωρία «κουμπώνει» με την προηγούμενη και βολεύει πολύ τους χριστιανούς απολογητές που σκοπό έχουν να μειώνουν όσο γίνεται περισσότερο τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό σε διάρκεια χρόνου (ποσότητα) και σε αίγλη (ποιότητα) για να είναι σε θέση να συστήνουν στη θέση του το ψευδολόγημα του «ελληνοχριστιανικού» πολιτισμού ως δήθεν ανώτερου και την πλάνη των «ελληνοχριστιανικών» συνθέσεων. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκουν σήμερα να σκεπάσουν τα διαχρονικά εγκλήματα της Εκκλησίας κατά του Ελληνισμού και των ελληνιστών (ή να τα δικαιολογήσουν) και να την εμφανίσουν ως «προστάτιδα» και συνεκτικό σύνδεσμο των Νεοελλήνων-ρωμιών. Όμως τα στοιχεία και οι πηγές μαρτυρούν περί του αντιθέτου. Και ακριβώς στην ανάδειξη όλων αυτών γράφεται και αυτή η σειρά αλλά και όσα γράφονται γενικώς σε τούτη την ιστοσελίδα, και σε παρεμφερείς … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »