Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με όσα ισχυρίζονται οι νεο-απολογητές περί διωγμού των φιλοσόφων από το πολυθεϊστικό ιερατείο της αρχαίας Ελλάδος. Παρουσιάζουν λοιπόν διάφορα αποσπάσματα από αρχαία κείμενα για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους.
Εδώ θα εξεταστούν μια προς μία όλες οι παρουσιαζόμενες περιπτώσεις, και θα τις συγκρίνουμε με όσα συνέβαιναν στο θεοκρατικό χριστιανικό Βυζάντιο.
Θα εξεταστεί δηλαδή, αν οι διωγμοί κατά των φιλοσόφων οφείλονται στον «σκοταδισμό» της ελληνικής θρησκείας που το ιερατείο ήθελε να επιβάλλει, ή αν σχετίζονται με άλλους λόγους. Αν αυτά ήταν μεμονωμένες αντεκδικήσεις ή κάτι οργανωμένο και συστηματικό που σκόπευε να εξαφανίσει όλες τις άλλες φωνές ώστε να ακούγεται μόνο η «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια.
Πριν προχωρήσουμε στην απάντηση, καλό θα ήταν να δούμε από τις πηγές ότι η ίδια η χριστιανική Εκκλησία, της οποίας οι νεο-απολογητές είναι υπερασπιστές, επεδίωκε την επιβολή σε αγαστή συνεργασία με την κρατική εξουσία.
Οι σύγχρονοι χριστιανοί απολογητές αποσκοπώντας στην υπεράσπιση της χριστιανικής πίστεως, αρνούνται τους θρησκευτικούς διωγμούς της Εκκλησίας και των αυτοκρατόρων προς κάθε μορφή «ετεροδοξίας», είτε αυτή εκφράζεται θρησκευτικώς είτε φιλοσοφικώς. Είτε αφορά χριστιανούς με διαφορετικές πεποιθήσεις σε σχέση με το «ορθόδοξο» δόγμα -οι οποίοι αργότερα περιθωριοποιούνται και καταδικάζονται ως «αιρετικοί»- είτε αφορά τον εθνικό κόσμο. Δηλαδή, αρνούνται τις σαφέστατες αναφορές των «αγίων» Πατέρων τους, των χριστιανών ιστορικών που έζησαν μέσα στα γεγονότα, τις αναφορές των τοπικών και οικουμενικών συνόδων και τόσα άλλα. Προβαίνουν δηλαδή, σε αλλοίωση των ιστορικών γεγονότων και πλαστογραφούν την ιστορία κατά πως τους συμφέρει.
Λησμονούν σκανδαλωδώς τους θρησκευτικούς πολέμους που ο θεός των ιουδαιο- χριστιανικών Γραφών φέρεται να διατάσει, όπως και την κατά γράμμα ερμηνεία του Χρυσοστόμου στο χωρίο όπου ο Ιησούς φέρεται να προστάζει το κατασφάξιμο των εχθρών του. Και για να μην ξεχνιόμαστε, για τον Ιησού -και κατ’ επέκταση για όλους τους ακολούθους του, εχθρός λογίζεται όποιος απλά δεν συμφωνεί μαζί του. «ο μη ων μετ εμου κατ εμου εστιν» (Κατά Λουκάν 11:23). Άλλωστε, ο θεός της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης είναι ο αυτός.
Επιπροσθέτως επιδίδονται και στην απόκρυψη στοιχείων, αλλοίωση κειμένων και αυθαίρετων ερμηνειών σε αποκομμένα χωρία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η ντροπή όμως του χριστιανικού απολυταρχισμού που έφερε τα σκοτάδια στην οικουμένη όλη, δεν ξεπλένεται με αυτές τις μεθόδους. Ειδικά στην εποχή της πληροφορίας, όπου η γνώση είναι προσβάσιμη όσο ποτέ άλλοτε. Η προσπάθειά τους είναι να συκοφαντήσουν ως τάχα σκοταδιστική την αρχαία ελληνική θρησκεία.
Ακόμα και αν τούτο ήταν αλήθεια, τα εγκλήματα της χριστιανικής εκκλησίας δεν είναι δυνατόν να αναιρεθούν με αυτόν τον τρόπο, αφού η ιστορία τα έχει εδώ και αιώνες καταγράψει είτε στα έργα των εθνικών είτε ακόμα και σε αυτά των ίδιων των χριστιανών! Όχι μόνο δεν ισχύουν οι πεπλανημένοι ισχυρισμοί τους, αλλά μέσω της απάτης επιχειρείται δολίως η απόκρυψη στοιχείων από κείμενα που οι ίδιοι επικαλούνται για να δικαιώσουν τάχα τις θέσεις τους.
Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρηθεί να δοθεί απάντηση και ταυτόχρονα να γίνουμε θεατές των πρακτικών των απολογητών ώστε να είμαστε πάντα επιφυλακτικοί σε ότι διαβάζουμε, μέχρις ότου το εξακριβώσουμε οι ίδιοι από την προσωπική μελέτη των πηγών. Είναι τραγικό κανείς να ψάχνει την αρχαία ελληνική γραμματεία και αντί να παρατηρεί τα άπειρα διαμάντια που βρίσκονται σε αυτήν, να προσπαθεί να βρει τρωτά σημεία για να λοιδορήσει τους προγόνους του και να υπερασπιστεί μια ασιατική αίρεση. Κατάντια του Νεο-«ελληνισμού».
Πράγματι, υπήρχε ένας δελφικός νόμος που όριζε ως ποινή θανάτου την κατακρήμνιση από το βράχο που καλούνταν «Υάμπεια». Όπως αναφέρεται στο λεξικό του Λορέντη, «Μια των δύο ακροτάτων κορυφών του όρους Παρνασσού εν Φωκίδι, από της οποίας οι Δελφοί εκρήμνιζον τους καταδικαζομένους κακούργους» (σ. 551).Τέτοια καταδίκη είχαν και όσοι προσπαθούσαν να σφετεριστούν τα χρήματα του ιερού, τα οποία ο Δημοσθένης στον «Περί παραπρεσβείας» λόγο του (327), ονομάζει «ιερά».
Γίνεται λόγος περί ενός περιστατικού όπου κατά τον Αιλιανό (Ποικίλη Ιστορία V, 16), ένα νήπιο κατηγορήθηκε για ιεροσυλία επειδή μάζεψε από το χώμα ένα πέταλο που έπεσε από το χρυσό στεφάνι της Αρτέμιδος. Οι δικαστές άπλωσαν τότε μπροστά του διάφορα παιχνίδια και ανάμεσα σε αυτά το χρυσό πέταλο. Όταν αυτό ξαναέπιασε το πέταλο, καταδικάστηκε σε θάνατο ως ιερόσυλο. Μια τόσο συγκλονιστική “ιστορία” -εάν πράγματι ήταν γεγονός- θα έπρεπε να είχε απασχολήσει και άλλους συγγραφείς, κάτι που δεν συμβαίνει. Ακόμα, θα έπρεπε να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία όπως το έτος ή πληροφορίες όπως τα ονόματα των ανθρώπων που μετείχαν σε αυτό.
Ο Κλαύδιος Αιλιανός ήταν ένας Ρωμαίος συγγραφέας του τρίτου μετα-χριστιανικού αιώνος. Το έργο «Ποικίλη ιστορία» είναι μια συλλογή ιστοριών που σκοπεύει στην ηθική διδασκαλία και ψυχαγωγία. Συχνά οι πληροφορίες που μας παρέχει κρίνονται ως ανακριβείς και υπερβολικές. Ο Αιλιανός δεν ελέγχει όσα αναπαράγει, για αυτό δεν θεωρείται αυθεντική ιστορική πηγή (βλ. Mayer, R., “Aelian and his Historical Contexts,” 2013/ Jacob, C., “Ancient Natural History and Aelian’s Poikilia Historia,” 2010/ Sedley, D., “Natural Philosophy and Ancient Texts,” 2015/ Scott, M., “The Animal World in Antiquity,” 2018).
Στο ίδιο έργο αναφέρεται ότι μια ομάδα ανθρώπων έπεσε θύμα επιβουλής στους Δελφούς, η οποία καταδικάστηκε σε θάνατο ως ιερόσυλη (Ποικίλη ιστορία, XI 5). Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η αυστηρότητα του νόμου και άλλο πράγμα είναι το ότι κάποιοι τον εκμεταλλεύτηκαν για να ενοχοποιήσουν τους αθώους.
Μια σύγχρονη και αρκετά διαδεδομένη θεωρία συσχετίζει την Πυθία με ψυχοτρόπα αέρια που έβγαιναν από τη γη. Δηλαδή, με αέρια όπως το μεθάνιο, το διοξείδιο του άνθρακος και το αιθυλένιο, τα οποία είχαν τη δυνατότητα να αλλοιώνουν τη συνείδηση λειτουργώντας ως ναρκωτικά.
Φυσικά αυτή η θεωρία είναι γελοία για όποιον διαβάζει τις σχετικές αναφορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Για τους αρχαίους Έλληνες αλλά και για τους βαρβάρους (δηλαδή του μη Έλληνες), η εκάστοτε ιέρεια του Απόλλωνος ήταν πρόσωπο σεβάσμιο το οποίο έρχονταν σε ένθεη κατάσταση και χρησμοδοτούσε.
Η θεωρία των ψυχοτρόπων είναι αμφιλεγόμενη διότι δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις από τις γεωλογικές έρευνες, ενώ οι ισχυρισμοί των υποστηρικτών της κρίνονται αστήρικτοι και ανεπαρκείς.
Σύμφωνα με πληροφορία που βρίσκουμε στον Πλούταρχο, το μαντείο των Δελφών είχε ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων πριν από αυτόν. Γράφει…
Η Πυθία όμως και από μόνη της, βέβαια, έχει ήθος ανώτερο, αλλά και όταν κατέβει εκεί και βρεθεί κοντά στο θεό περισσότερο… (έχουν χαθεί λέξεις από το κείμενο) ούτε ενδιαφέρεται για τη δόξα και για τον έπαινο ή τον ψόγο των ανθρώπων. Μα κι εμείς σίγουρα έτσι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε το πράγμα. Στην πραγματικότητα όμως , λες και αγωνιούμε και φοβόμαστε μην τυχόν και χάσει ο τόπος δόξα τριών χιλιάδων ετών (κείμενο: τρισχιλίων ετών) και φύγουν ορισμένοι από το μαντείο νιώθοντας περιφρόνηση, όπως από το μάθημα σοφιστή, απολογούμαστε και εφευρίσκουμε λόγους και εξηγήσεις για πράγματα που δεν γνωρίζουμε ούτε είναι στη δικαιοδοσία μας να γνωρίζουμε…
(Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν, Κάκτος άπαντα Πλουτάρχου, τ. 11, σ. 101)
Εάν όλα στηρίζονται σε ψυχοτρόπα αέρια, τότε θα έπρεπε να υπήρχε μια συνεχής έκλυση τέτοιων αερίων κατά τη διάρκεια όλων αυτών των αιώνων. Και μάλιστα σε πολύ συγκεκριμένη εποχή του έτους όπου δίδονταν οι χρησμοί, όπως θα διαβάσουμε παρακάτω … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Τα επόμενα θέματα που θίγονται από τους νεο-απολογητές, σχετίζονται με τους θεσμούς της αρχαιοελληνικής κοινωνίας. Εδώ, σε συνέχεια των ως τώρα αναφορών στο ζήτημα της θρησκείας, θα σχολιαστεί α) το ζήτημα των ιεροπραξιών και πιο συγκεκριμένα αν ήταν έθος και νόμος η ανθρωποθυσία, β) περί του μαντείου των Δελφών με την εκάστοτε Πυθία, γ) το έθιμο της διαμαστίγωσης στην αρχαία Σπάρτη, και δ) τον Δελφικό νόμο που όριζε την κατακρήμνιση από τον βράχο Υάμπεια. Όσα γράφουν οι νεο-απολογητές βρίσκονται εντός παραθέσεων.
Με τις δήθεν «ανθρωποθυσίες» και για το αν ήταν έθος και μέρος του τελετουργικού της αρχαίας θυσίας, έχουμε αναφερθεί σε σειρά τεσσάρων άρθρων, «Ήταν η ανθρωποθυσία μέρος της ιεροπραξίας των αρχαίων Ελλήνων;». Εκεί εξετάστηκαν οι προβαλλόμενες περιπτώσεις που θίγονται από τους χριστιανούς. Δεν χρειάζεται να επαναληφθεί ότι γράφτηκε εκεί. Θα γίνουν μόνο ορισμένες αναφορές ενδεικτικά.
Για παράδειγμα, φέρουν ως επιχείρημα την αναφορά του Πλουτάρχου του πρώτου μετα-χριστιανικού αιώνος όσον αφορά τον Θεμιστοκλή, που υποτίθεται ότι θυσίασε στον Ωμηστή Διόνυσο τρεις Πέρσες αιχμαλώτους κατόπιν υποδείξεως του μάντεως Ευφραντίδου. Ο Πλούταρχος λαμβάνει την αναφορά από τον Φανία (Πλούταρχος, Βίος Θεμιστοκλέους, 13). Ωστόσο, ο Φανίας δραστηριοποιείται μεταξύ του 365-317/307 πλην, δηλαδή περίπου πάνω από εκατό χρόνια μετά τα διαδραματιζόμενα γεγονότα, καθώς η ναυμαχία της Σαλαμίνας διεξήχθη το 380 πλην. Συνεπώς, το γραφόμενο του Φανία του Λέσβιου δεν είναι «μαρτυρία» αλλά αναφορά. Οι μελετητές εκτιμούν ότι πιθανότατα ο Φανίας άντλησε την πληροφορία από τον Κτησία τον Κνίδιο, γιατρό και διπλωμάτη στην αυλή του Αρταξέρξου του δευτέρου. Ανθρώπου δηλαδή που δρούσε υπέρ των περσικών συμφερόντων και που πιθανότατα άκουσε το αφήγημα είτε από μηδίσαντες είτε από τους ίδιους τους Πέρσες. Άρα, διαπιστώνουμε ότι αυτή η πληροφορία πάσχει ως προς την αξιοπιστία της και δεν είναι από πρώτο χέρι. Κάτι που ενισχύεται από την αντιπαραβολή της με μαρτυρίες και αναφορές που είναι εγγύτερα στα γεγονότα. Ο Πλούταρχος επαναλαμβάνει την αναφορά και στους βίους του Αριστείδου και του Πελοπίδος, όπου αναφέρεται και η Ψυτάλλεια. Όμως, ο Αισχύλος που είναι σύγχρονος των γεγονότων, αναφέρει καθαρά ότι εκεί σκοτώθηκαν όλοι οι Πέρσες αιχμάλωτοι. «Περσών όσοιπερ ήσαν ακμαίοι φύσιν, ψυχήν τα’ άριστοι κευγένειαν εκπρεπείς, αυτώ τ’ άνακτι πίστιν εν πρώτοις εί, τεθνάσιν αισχρώς δυσκεεστάτω μόρω» (Πέρσαι, στ. 441- 464). Ο Ηρόδοτος (484- 430 πλην), ενώ αναφέρεται στην Ψυτάλλεια και στο πριν και στο μετά τη ναυμαχία, γράφει επίσης ότι φονεύτηκαν όλοι οι Πέρσες (βιβλίο 8, παράγραφοι 76 και 95). Αλλά και οι μεταγενέστεροι συγγραφείς, όταν γράφουν σχετικά, δεν αναφέρονται ποτέ σε ανθρωποθυσιαστική τελετή, όπως ο Διόδωρος ο Σικελιώτης και ο Παυσανίας. Ούτε η αρχαιολογική έρευνα πιστοποιεί κάτι. Γιατί όμως ο Πλούταρχος το γράφει; Υπάρχει περίπτωση να το πιστεύει; Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο Πλούταρχος, όταν –μιλώντας γενικότερα για τους βίους που συγγράφει-, ξεκαθαρίζει ότι δεν αποσκοπεί στο να γράψει ιστορία, αλλά ηθογραφία. Ο σκοπός των βιογραφιών του δεν είναι η καταγραφή ακριβούς ιστορίας, αλλά ηθογραφίας. Για παράδειγμα στην αρχή της βιογραφίας του Αλεξάνδρου διασαφηνίζει: «Ούτε γαρ ιστορίας γράφομεν, αλλά βίους».
Επίσης, εκεί είχε σχολιαστεί και η αναφορά του Παυσανία που βρίσκεται στα «Αρκαδικά» (38,7), σχετικά με την αναφορά του στην θυσία που προσφέρεται «εν απορρήτω» στο Λυκαίο όρος. Είχε αναλυθεί η αναφορά μαζί με όσα σχετικά αναφέρει ο Πλάτων και ο Πορφύριος. Οι απολογητές, προς «επίρρωση» των συκοφαντιών τους έσπευσαν να μιλήσουν για «ανθρωποθυσίες» επειδή το 2016 ανακαλύφθηκε στο κέντρο του βωμού ένας ανθρώπινος σκελετός. Και ενώ οι αρμόδιοι ήσαν επιφυλακτικοί, οι απολογητικές ιστοσελίδες έσπευσαν να τεκμηριώσουν από αυτό ότι οι πρόγονοί μας τελούσαν ανθρωποθυσίες. Ωστόσο, η προϊσταμένη ΕΦΑ Αρκαδίας αναφέρει για τα νεότερα δεδομένα: «Για τη χρονολόγηση του ανθρωπίνου σκελετού έχει προς το παρόν πραγματοποιηθεί μια ανάλυση ραδιοχρονολόγησης στο ΑΜS Laboratory του πανεπιστημίου της Αριζόνα. Από την πρώτη αυτή μελέτη προκύπτει μια χρονολόγηση του σκελετού μετά το 1453 μ. Χ». (Νέα ευρήματα στο ιερό του Δία στην Αρκαδία). Βεβαίως, οι απολογητές δεν διόρθωσαν το άρθρο τους που είναι παλαιότερο.
Δεν γίνεται, τέλος, να μην γίνει αναφορά στην εξόφθαλμη παραποίηση του χωρίου του Πορφυρίου.
Γράφουν οι νεο-απολογητές: … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »