Κάνει η θρησκεία τον άνθρωπο καλύτερο; (Κρίστοφερ Χίτσενς)
07/03/2014 |
Σχολιασμός
«Η θρησκευτική πίστη κάνει τους ανθρώπους καλύτερους και συμβάλλει στον εκπολιτισμό της κοινωνίας». Σε αυτό το επιχείρημα καταφεύγουν οι ευσεβείς, όταν έχουν εξαντλήσει κάθε άλλο. Πολύ καλά, δείχνουν να λένε, δεν θα ξαναμιλήσουμε για την Έξοδο (για παράδειγμα) ή την Παρθενογέννεση ή ακόμη και την Ανάσταση ή την «νυχτερινή πτήση» από την Μέκκα στην Ιερουσαλήμ. Όμως, πόσο χειρότερος θα ήταν ο άνθρωπος χωρίς πίστη; Δεν θα παραδινόταν σε κάθε μορφή έκλυτης συμπεριφοράς και εγωισμού; Δεν είναι αλήθεια, όπως είπε ο Γκ. Κ. Τσέστερτον, ότι αν οι άνθρωποι πάψουν να πιστεύουν στον Θεό, δεν θα πιστεύουν στο τίποτε, αλλά σε οτιδήποτε;
Το πρώτο που πρέπει να ειπωθεί είναι ότι η ενάρετη συμπεριφορά εκείνου που πιστεύει στον Θεό δεν είναι απόδειξη -στην πραγματικότητα δεν είναι καν επιχείρημα- για την αλήθεια της πίστης του. Πιθανώς να ήμουν, χάριν του επιχειρήματος, περισσότερο φιλάνθρωπος αν πίστευα ότι ο Βούδας γεννήθηκε από μια σχισμή στο πλευρό της μητέρας του. Όμως αυτό δεν θα σήμαινε ότι η τάση μου προς την φιλανθρωπία εξαρτάται από κάτι μάλλον επουσιώδες; Για τον ίδιο λόγο, δεν θα κατηγορήσω τον Βουδισμό αν πιάσω έναν βουδιστή ιερέα να κλέβει τα αναθήματα που αφήνουν οι πιστοί στον ναό του. Και ξεχνάμε πόσο τυχαία είναι σε κάθε περίπτωση αυτά τα πράγματα.
Από τις χιλιάδες εγκαταλελειμμένες σήμερα θρησκείες του παρελθόντος, όπως και από τα εκατομμύρια πιθανά είδη ζώων που υπήρχαν κάποτε, έτυχε να ριζώσει και να αναπτυχθεί μία. Αφού πέρασε από διάφορες ιουδαϊκές μεταλλάξεις, πήρε τη χριστιανική της μορφή, την υιοθέτησε για πολιτικούς λόγους ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος και την αναγνώρισε ως την επίσημη θρησκεία του κράτους του με την κωδικοποιημένη και ισχυρή -τελικά- μορφή των πολλών χαοτικών και αντιφατικών βιβλίων της. Όσο για το Ισλάμ, έγινε η ιδεολογία μιας εξαιρετικά επιτυχημένης εκστρατείας που την υιοθέτησαν κάποιες επιτυχημένες κυρίαρχες δυναστείες, κωδικοποιήθηκε και καταγράφηκε και αυτό με τη σειρά του και θεσμοθετήθηκε ως δίκαιο του έθνους. Μία-δύο στρατιωτικές νίκες των αντιπάλων -όπως στην περίπτωση του Λίνκολν στο Αντιέταμ- και στη Δύση δεν θα ήμασταν όμηροι τοπικών διενέξεων που έλαβαν χώρα στην Ιουδαία και την Αραβία προ αμνημονεύτων χρόνων. Θα μπορούσαμε να έχουμε γίνει οπαδοί μιας εντελώς διαφορετικής θρησκείας -του Ινδουισμού ή της θρησκείας των Αζτέκων ή του Κομφουκιανισμού ίσως- όπου και πάλι θα μας έλεγαν ότι, είτε ήταν η απόλυτη αλήθεια είτε όχι, η θρησκεία μας μαθαίνει τα παιδιά να διακρίνουν το σωστό από το λάθος. Με άλλα λόγια, το ότι πιστεύεις σε κάποιον θεό, σημαίνει κατά κάποιον τρόπο ότι είσαι πρόθυμος να πιστέψεις σε κάτι. Ενώ το ότι απορρίπτεις την πίστη δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι ομολογείς πίστη στο τίποτε.
Κάποτε παρακολούθησα τον καθηγητή Α.Τζ. Άγιερ, διακεκριμένο συγγραφέα του βιβλίου «Γλώσσα, αλήθεια και λογική» και γνωστό ουμανιστή, να συζητάει με κάποιον επίσκοπο Μπάτλερ. Προεδρεύων στη συζήτηση ήταν ο φιλόσοφος Μπράιαν Μαγκί, Η συζήτηση διεξαγόταν αρκετά πολιτισμένα, μέχρι που ο επίσκοπος, όταν άκουσε τον Άγιερ να δηλώνει ότι δεν είχε βρει καμία απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού, ξέσπασε και είπε: «Τότε, δεν καταλαβαίνω γιατί δεν ζείτε ζωή αχαλίνωτης ανηθικότητας».
Σε αυτό το σημείο ο «Φρέντι», έτσι τον ήξεραν οι φίλοι του, έχασε την συνήθη αβρότητά του και εξανέστη: …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Πολλά τραγικά γεγονότα που έχουν συμβεί διεθνώς, και στα οποία εμπλέκονται οι θρησκείες, με ανάγκασαν στο παρελθόν, να αρθρογραφήσω, και να εκθέσω τις απόψεις μου. Πιστεύοντας όμως με το ότι και αν γράφω δεν πρόκειται να επηρεάσω καμία κατάσταση, και άδικα χάνω το χρόνο μου, είπα να μην ασχοληθώ και πάλι με τα εγκληματικά κατορθώματα της θρησκευτικής απάτης.
Σήμερα θα διαλογιστούμε πάνω σε αυτή την έρμη λέξη, που αν και στολίστηκε τόσο όμορφα από τον Απόστολο Παύλο, δείχνει το μέγεθος της υποκρισίας του Χριστιανισμού και της Εκκλησίας. Δείχνει ότι τα λόγια μπορούν να είναι όμορφα αλλά οι πράξεις δύσκολες.
Η διαμάχη μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, που άρχισε να οξύνεται τον δέκατο έκτο αιώνα, έχει συνεχιστεί, με διάφορες μορφές, μέχρι τις μέρες μας. Συγκρινόμενη με άλλους πολέμους, έχει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Σε κάθε μάχη ανεξαιρέτως νίκησε η επιστήμη· αλλά όταν, κατά συνέπεια, η θρησκεία εκκένωσε περιοχές που μέχρι τότε διεκδικούσε, οι μαχητές της εξήγησαν με αβρότητα ότι η διεκδίκηση δεν είχε έρεισμα και ότι η πραγματική επικράτεια της θρησκείας παρέμενε αλώβητη. Αποτέλεσμα ήταν μια βαθύτατη αλλαγή στον χαρακτήρα της θρησκείας, η οποία έγινε βαθμηδόν πνευματικότερη, ηθικότερη, και λιγότερο δογματική. Όσον αφορά την επιστήμη, κάθε νέος κλάδος επαγωγικής γνώσης ήταν αναγκασμένος να αγωνιστεί σκληρά για την ύπαρξή του· ωστόσο, όταν κατέκτησε την ελευθερία του συχνά συμμάχησε με τη θρησκεία για να επιτεθεί εναντίον νέων επιστημών που δεν είχαν ακόμη το κύρος του νικητή. Η διαδικασία αυτή, στη θρησκεία και στην επιστήμη, συνεχίζεται ακόμη σήμερα.


