Ο θεομπαίχτης (Ανδρέας Λασκαράτος)
15/03/2013 |
Σχολιασμός
Ο θεομπαίχτης κάνει έργον του την θρησκεία· εκμεταλλεύεται τον ουρανό, για να ζη στη γη. Τα λόγια του πνένε φόβον θεού. Προσέχει αυστηρά στις νέες ιδέες μην έχουν τίποτε αντιθρησκευτικό, η αλλόθρησκο· και όταν δεν τους το εύρη, τους το πλάθει· και είν’ εκείνο ένα τι αξιοζούμενο δι’ αυτόν, επειδή του δίνει την ευκαιρία να κατηγορήση τον νεωτεριστήν ως άθρησκον και μ’ εκείνο να δείξη αφοσίωσιν εις τα θεία.
Έτσι, αν είναι τοκογλύφος, ρίχτει πέπλον παχυλόν απάνου στα στραγγαλίσματα που κάνει στους αφειλέτας του. Αν είναι τραπεζορρίχτης, ξαναποχτά εμπιστοσύνην και νέα κεφάλαια παρακαταθήκης. Αν κερδοσκοπή απάνου στας ψήφους των χυδαίων, αποκτά ύπόληφιν μέσα στον όχλο, γίνεται κομματάρχης και λαβαίνει θέσιν σπουδαίου ανδρός εις την κοινωνίαν.
Ο θεομπαίχτης επιθυμεί να προβαίνουνε κάθε τόσο νεωιερισταί και αλλόθρησκοι στην κοινωνίαν, επειδή τούτοι τοϋ δίνουνε δουλειά και ωφέλειες. Καθένας από τούτους είναι μία αβαρία, της οποίας εκείνος αυτοδικαίως γίνεται πρόξενος και την διεξάγει εις όλην ώφέλειάν του.
Είναι δε ο θεομπαίχτης φρόνιμος άνθρωπος. Συνήθως αποφεύγει τους θορύβους και τας συζητήσεις και ευχαριστείται μόνον εις την εν ασφαλεία διαβολήν και συκοφαντίαν.
Άλλως, εντυπώνεται βαθέως εις την ενυπάρχουσαν διαφθοράν των ηθών, και την αψηφησίαν των παλαιών εθίμων. Είναι τακτικός εις την εκκλησίαν του, και δεν λείπει από κανένα από τα έθιμα του τόπου.
Ο θεομπαίχτης πασχίζει να συσταίνεται, και πραγματικώς συσταίνεται, κοντά στους απλούς ανθρώπους διά του εισδύοντος πονηρού εξωτερικού του. Αλλ’ είναι αποτρόπαιος άνθρωπος και κάθε νοήμων και τίμιος συμπολίτης του τον συχαίνεται και τον αποφεύγει. Οι μόνοι ανόητοι τον υπολήπτονται και εκείνοι είναι τα μπαίγνιά του, και στην περίσταση τα θύματά του.
Πηγή: «Ιδού ο άνθρωπος» (Ανδρέας Λασκαράτος)

Τα επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του Θεού συστηματοποιούνταν για αιώνες από τους θεολόγους, ενώ κάποιοι άλλοι, συμπεριλαμβανομένων διάφορων γυρολόγων τής κακώς εννοούμενης «κοινής λογικής», προσέθεσαν και μερικά συμπληρωματικά.
Κανένα σύστημα δεν μπορεί να επιβιώσει αν δεν έχει μηχανισμούς της αναπαραγωγής του. Ο Χριστιανισμός ως ένα συγκροτημένο επίγειο σύστημα, έχει ασφαλώς ανάγκη των μηχανισμών της αναπαραγωγής του, διότι οι υποτιθέμενες θείες αλήθειες, δεν είναι ικανές από μόνες τους να διαιωνίζονται στη μνήμη του ποιμνίου. Γι’ αυτό, στήθηκε εξ’ αρχής μια καλή μηχανή προσηλυτισμού και κατόπιν ένας μηχανισμός διοικήσεως του ποιμνίου, κάτω από την οργανωμένη ποιμαντορία. Ουδεμία επιχείρηση στον κόσμο και ουδένα πολιτικό σύστημα έχει τόσο οργανωμένη μηχανή αναπαραγωγής του όσο η χριστιανική Εκκλησία, η οποία έχει κατορθώσει επί 1600 χρόνια να κυριαρχεί, παρ’ όλη την υποβίβαση του ανθρώπου σε ποίμνιο.
Ο χριστιανός, που κήρυσσε από άμβωνος στο παλαιό παρεκκλήσι του σχολείου μου, άφηνε να διαφανεί μια αμυδρή εκτίμηση για τους άθεους. Τουλάχιστον, αυτοί είχαν το θάρρος να παραδέχονται τις πεπλανημένες αντιλήψεις τους. Εκείνους όμως που δεν μπορούσε καθόλου να ανεχτεί ο ιεροκήρυκας, ήταν οι αγνωστικιστές: Σαχλοί αισθηματίες, σαν άνοστος χυλός, νερόβραστοι, αδύναμοι, ξέθωρες φιγούρες που μασούσαν τα λόγια τους. Είχε εν μέρει δίκιο, αλλά για εντελώς λανθασμένους λόγους…
Μία θρησκεία διαφέρει από μία κοσμική φιλοσοφία, μεταξύ άλλων, γιατί δίνει εξηγήσεις για τον μετά τον θάνατο κόσμο, υπόσχεται μεταθανάτια ζωή και οι υποσχέσεις αυτές είναι πίστη για πολλούς ανθρώπους. Η Χριστιανισμός πήρε από την Ελλάδα την πλατωνική αντίληψη περί ψυχής, αλλά την μετέτρεψε για να ταιριάζει στην ιουδαϊκή παράδοση. Η ψυχή, κατά τον Πλάτωνα, είναι αυθύπαρκτη και αιώνια και σ’ αυτή τη ζωή αναμιμνήσκεται μέρος της αλήθειας από τον προηγούμενο κόσμο των ιδεών, ενώ για τους χριστιανούς γεννιέται κατά την σύλληψη και δεν έχει καμμιά μνήμη από κανένα βασίλειο ιδεών. Η ψυχή του χριστιανού δεν μπορούσε ποτέ να φτάσει στο ύψος του Θεού και να γίνει θεός, αφού ήταν φτιαγμένοι από διαφορετικές ποιότητες, και ο άνθρωπος παρέμενε αιωνίως δούλος κάτω από το φοβερό σχέδιο τρόμου προς συνετισμό των πιστών. Για τους Έλληνες, η ψυχή μπορούσε, διά ανθρωπίνων ηρωικών πράξεων, να θεοποιηθεί, ο άνθρωπος μπορούσε να γίνει ημίθεος και θεός, διότι, θεοί και άνθρωποι αποτελούντο εκ της ιδίας ουσίας. Πήραν επίσης την ορφική αντίληψη περί του Άδη, που τον θεωρούσε σαν έναν ενδιάμεσο σταθμό της ψυχής μέχρι να ξαναγεννηθεί, και έβαλαν εκεί τους κοιμούμενους νεκρούς, οι οποίοι βρίσκονται σ’ ένα μεταβατικό στάδιο αναμένοντες την νεκρανάσταση. Τέλος δε, τα Ηλύσια Πεδία των αρχαίων μετατράπηκαν σε Παράδεισο και ο Χάρος αντικαταστάθηκε με τον αρχάγγελο Μιχαήλ. Αφού λοιπόν σχημάτισαν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο περί ψυχής με ελληνικά στοιχεία, τα προσάρμοσαν στην ιουδαϊκή κοσμοαντίληψη με προσθήκη νέων χριστιανικών αντιλήψεων.


