Ο παπάς (Ανδρέας Λασκαράτος)
27/04/2012 |
Σχολιασμός
Ο παπάς, οποίος είναι σήμερα, είναι μία ειδεχθής παραμόρφωση του ιερέως.
Η διαγωγή του μέσα στα ράσσα εϊν’ εκείνη που ήτο και πριν της μεταμφιέσεώς του. Ο παπάς τούτος εξακολουθεί να κλέφτη, να ψευδομαρτυρή, ν’ αφορκίζη, να είναι πόρνος, μέθυσος, χαρτοπαίκτης, βλάσφημος, κάποτε δε και πλήκτης, και πλαστογράφος…και να κάνη σαρακοστάδες.
Εκτελεί τις εκκλησιαστικές υπηρεσίες του κατά συνήθειαν, χωρίς να βάνη σ’ αυτές νόημα άλλο, εκτός εκείνου της εξασκήσεως έργου, αλλά έργου ακαταλήπτου δι’ αυτόν, ως και διά τους λοιπούς εκκλησιαζομένους άλλους.
Είναι άνθρωπος της υστέρας κοινωνικής τάξεως, εις την οποίαν στρατολογείται η παπαδουλιά μας, και είναι κάκιστης αναθροφής, κάκιστης διαγωγής, αμαθέστατος, γλιδής, βρόμιος και φιλάργυρος.
Το επάγγελμά του όθεν είναι μάταιο, αναξιότιμο, καταφρονεμένο. Όσοι το ορέγονται, θα είναι άξιοι διά αυτό· ανίκανοι δε και διά τις υποδεέστερες εκείνες εργασίες της ιδίας των τάξεως.
Ο άνθρωπος τούτος, ενδυμένος την παπαδοσύνη, μπαίνει μέλος εις σε μία φυλή η οποία ζη μέσα στην κοινωνία, αλλά χωρισμένη από την κοινωνία, με φορεσιά ιδιαίτερη, με συμφέροντα ιδιαίτερα, και με χαρακτήρα ιδιαίτερον ιδικόν της. Η φορεσιά του τον χωρίζει οφθαλμοφανώς από τη λοιπή κοινωνία. Τα συμφέροντά του είναι εναντία της πνευματικής αναπτύξεως και προόδου της κοινωνίας. Και ο χαρακτήρας του είναι εγωιστικός και αφιλάνθρωπος.
Χαίρεται παρομοίως όταν γεννιέται, όταν υπανδρεύεται, και όταν αποθνήσκη άνθρωπος. Όχι διότι γεννιέται, υπανδρεύεται, ή αποθνήσκει, αλλά διότι σ’ όλες τις περιστάσεις πιάνει χρήματα. Τα καλά και τα κακά της κοινωνίας, του είναι παρομοίως αδιάφορα.
Αλλά η παπαδοσύνη σήμερα είναι και αυτή έργον σαν όλα τ’ άλλα έργα· και ο παπαδωνόμενος εκλέγει στον παπαδισμόν του το έργον όπου του είναι καταλληλότερο, ζητώντας εις αυτό τη μεγαλύτερή του ωφέλεια, το μεγαλύτερό του συμφέρον.
«Ναν το πάρη ο Διάολος το έργο πόπιασα. Καλύτερο ήτανε το πρώτο μου», έλεγ’ ένας παπάς, πρώην ταμπακάς.
Ιδού ο παπάς μας οποίος είναι.
Πηγή: «Ιδού ο άνθρωπος» (Ανδρέας Λασκαράτος)

Το μακάριο και άφθαρτο ον, ούτε το ίδιο έχει προβλήματα ούτε και σε άλλους προκαλεί· έτσι δεν οργίζεται με κανέναν και δεν χαρίζεται σε κανέναν. Γιατί όλα αυτά είναι γνωρίσματα των αδύναμων όντων.
Τυχαίο, τύχη, σύμπτωση, θαύμα. Τί ακριβώς εννοούμε με τη λέξη «θαύματα»; Η θέση μου είναι ότι τα γεγονότα, που συνήθως αποκαλούμε θαύματα, δεν είναι υπερφυσικά, αλλά εμπίπτουν σε ένα φάσμα περισσότερο ή λιγότερο απίθανων φυσικών γεγονότων. Ένα θαύμα, με άλλα λόγια, αν συμβεί, είναι απλώς ένα γεγονός που οφείλεται σε καταπληκτική εύνοια της τύχης. Δεν ισχύει η διάκριση: Φυσικά γεγονότα εναντίον θαυμάτων.
Σε κάποια φάση ο πρωτόγονος άνθρωπος γνώρισε τον θάνατο. Σαν μηχανισμό άμυνας γέννησε την θρησκεία η οποία του πρόσφερε ένα ελκυστικό πακέτο προσφορών. Σαν κι αυτά που βλέπουμε στις διαφημίσεις τύπου «γίνε τώρα μέλος για να κερδίσεις το δώρο μας». Το δώρο στην προκειμένη περίπτωση είναι η αθανασία. Σκεφτείτε το μόνο. Γίνεται μια ανταλλαγή αναγκών όπως σε κάθε σχέση μάρκετινγκ μεταξύ εμάς και ανώτερων μεταφυσικών όντων. Τι σημαίνει όμως αθανασία; Αν το σκεφτείτε λιγάκι, δεν διαφέρει από μια εξιδανικευμένη κοινωνία στην οποία λειτουργούν όλα όσα στερούμαστε ή έχουμε σε ανεπάρκεια τώρα. Μια κατάσταση που διαφέρει εντελώς από την σημερινή. Με άλλα λόγια μια προέκταση του ψυχισμού μας και μια έκφραση της αφέλειας μας και της άρνησής μας να αποδεχτούμε το αναπόφευκτο. Το βασικό στήριγμα μιας θρησκείας είναι η επένδυση που κάνει στην ιδέα μιας ζωής μετά την ύλη. Χωρίς αυτή την γοητευτική υπόσχεση δεν μπορεί να λειτουργήσει πλέον. Χάνει την υπόστασή της.
Ημερομηνίες αναστάσεως του έθνους και δημιουργίας κράτους


