Όταν φτάνει η συζήτηση, στην απαράδεκτη μισθοδοσία τών κληρικών από τα ταμεία τού Κράτους, όπου ένας σκληρά εργαζόμενος, που ιδρώνει ο κώλος του για να κερδίσει το ψωμί του, υποχρεώνεται να πληρώνει από το υστέρημά του, τούς κατ’ επάγγελμαν 11.000(!) αργόσχολους ρασοφόρους ψυχοσώστες, οι οποίοι πουλάνε «αγάπη» με το κιλό και φληναφήματα τού τύπου «προσδοκώ ανάσταση νεκρών», η μόνιμη επωδός όσων, είτε από συμπάθεια προς το «λειτούργημα» τού παπά είτε από καθαρό συμφέρον, θέλουν να δικαιολογήσουν αυτή την αργομισθία, είναι η παραπομπή στην σύμβαση τού 1952, μεταξύ Κράτους κι Εκκλησίας.
Κατ’ αυτούς λοιπόν και σύμφωνα και με την «θεοσεβή» ΟΟΔΕ, «Με την από 18/9/1952 “Σύμβαση περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Εκκλησίας προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων”, η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος το 80% της καλλιεργούμενης ή καλλιεργίσιμης αγροτικής περιουσίας της με αντάλλαγμα να λάβει κάποια αστικά ακίνητα και 45.000.000 δραχμές νέας (τότε) εκδόσεως. Στη σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακύρηξη του κράτους ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον, ενώ υπάρχει και η δέσμευση ότι η Πολιτεία θα παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να μπορέσει να αξιοποιήσει την εναπομείνουσα περιουσία της. Στην ίδια σύμβαση καθιερώθηκε και η “μισθοδοσία” των κληρικών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό -του δε Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών από το έτος 1980- ως υποχρέωσις του Κράτους έναντι των μεγάλων παραχωρήσεων γης στις οποίες είχε προβεί η Εκκλησία της Ελλάδος κατά την δεκαετία 1922-32. Δηλαδή, επειδή το Κράτος αδυνατούσε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο -όπως προέβλεπε ο νόμος του 1932- συνεφωνήθη να μισθοδοτούνται επ’ άπειρον οι κληρικοί και το Κράτος δεσμεύθηκε επ’ αυτού».
Βεβαίως, η σύμβαση μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός, από την οποία σύμβαση, η Εκκλησία μόνο χαμένη δεν βγήκε… Εν προκειμένω όμως, το θέμα όμως δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι αν αληθεύει ο ισχυρισμός τών υποστηρικτών αυτής τής θέσης.
Όχι πιστέ μου, μην κολάζεις το μυαλό σου. Αυτό που βλέπεις είναι μια οφθαλμαπάτη, μια φενάκη! Έργο του «πονηρού» να σε βάλει να αμφισβητήσεις την πίστη σου.
Είναι στιγμές, που όσο νηφάλιος κι αν θες να παραμείνεις, εν τούτοις δεν σ’ αφήνουν ν’ «αγιάσεις». Όταν το θράσος, τεντώνει στα άκρα την μέση ανθρώπινη ανοχή, δεν μπορείς να παραμένεις απαθής. Όταν αυτοί που πουλάνε «αγάπη» στο «ποίμνιο», όπως οι ρασοφόροι ψυχοσώστες, είναι ικανοί να εκμεταλλευτούν την τυχόν ανθρώπινη αδυναμία, προϊόν θρησκευτικού ψυχαναγκασμού, με σκοπό να τούς χειραγωγήσουν, δεν μπορείς να προσποιείσαι πως δεν είδες ή δεν άκουσες, ή δεν «κατάλαβες».
Εν ολίγοις, είναι στιγμές, που θέλεις να βουτήξεις μερικά ρασοφόρα καθίκια και να τα κρεμάσεις ανάποδα απ’ τ’ ατροφικά αρχίδια τους στο πλησιέστερο καμπαναριό…
Το ότι η Βίβλος είναι ένα «θεόπνευστο» και «ιερό» βιβλίο, είναι «αδιαμφισβήτητο» και περί τούτου δεν χωρεί αμφιβολία…
Βεβαίως, υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις, όπου οι υπερβολικές δόσεις «θεοπνευστίας» δημιουργούν κωμικές καταστάσεις, που αυθορμήτως φέρνουν το μειδίαμα στα χείλη τού ευσεβούς αναγνώστη.
Μία από αυτές τις περιπτώσεις, συναντούμε στο «ιστορικό» βιβλίο τής Παλαιάς Διαθήκης, «Βασιλέων Α’» (ή «Βασιλέων Γ’» στους O’), όπου γίνεται αναφορά σε έναν από τούς βασιλιάδες τού Ιούδα, τον Αβιάμ.
«Νήφε και μέμνησο απιστείν» (Να παραμένεις νηφάλιος και να θυμάσαι να δυσπιστείς). Επίρμαχος
Συχνά, τόσο οι απολογητές, όσο και αρκετοί πιστοί, αμφισβητούν την ύπαρξη τής δογματικής έκφρασης -και ταυτόσημης τής τυφλής πίστης- «Πίστευε και μη ερεύνα», στα «ιερά» κείμενα τού Χριστιανισμού. Ο δε θεολόγος και καθηγητής Φιλοσοφίας, Χρήστος Γιανναράς, υποστηρίζει πως η συγκεκριμένη έκφραση αποτελεί «ένα σύνθημα άγνωστης προέλευσης» (Αλφαβητάρι τής πίστης, σελ. 25).
Επειδή λοιπόν, οι Ιουδαιοχριστιανοί στην προσπάθειά τους να θολώσουν τα νερά, όταν δεν παίζουν με τα κόμματα για να δώσουν το επιθυμητό σ’ αυτούς νόημα («Πίστευε και μη, ερεύνα»*), αντιπαραβάλλουν την ρήση «Ερευνάτε τας γραφάς»** (Κατά Ιωάννην, 5: 39), ως ακλόνητο θεολογικό επιχείρημα προτροπής προς στην έρευνα (λες και η εβραϊκή Βίβλος είναι το μοναδικό πεδίο έρευνας στον κόσμο), θα κάνουμε αυτό ακριβώς που προτείνουν: Θα ερευνήσουμε «τας γραφάς» και τα «πατερικά» κείμενα (εκτός κι αν τα «πατερικά» κείμενα απορρίπτονται κατά περίπτωση), για να δούμε αν τεκμηριώνεται ή όχι το «Πίστευε και μη ερεύνα» … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »