Πόσοι άνθρωποι άραγες, που έχουν επικυρώσει τον δεσμό τους με θρησκευτικό γάμο, έχουν ίσως ακούσει, ανάμεσα στα λόγια που ψάλλει ο παπάς κατά την διάρκεια τού «μυστηρίου», το όνομα «Θάμαρ»; Μάλλον ελάχιστοι, καθώς ουσιαστικά, κανείς δεν καταλαβαίνει τί ψάλλεται εκείνη την ώρα μέσα στην εκκλησία, ούτε καν κι ο ίδιος ο παπάς. Αλλά κι απ’ αυτούς που έχουν συγκρατήσει στην μνήμη τους αυτό το όνομα, πόσοι γνωρίζουν ποια ήταν η Θάμαρ;
Ας ανοίξουμε λοιπόν σ’ αυτό το σημείο μια παρένθεση κι ας την γνωρίσουμε…
Παρ’ ότι λοιπόν, στον πολύ κόσμο, το όνομα «Θάμαρ», δεν λέει απολύτως τίποτε, εν τούτοις το όνομα «Αυνάν» κάτι, ίσως, να λέει (βλέπε «αυνανισμός»).
Στην «θεόπνευστη» Βίβλο μαθαίνουμε, πως ο Αυνάν κλήθηκε, από τον πατέρα του, Ιούδα, να αντικαταστήσει τον νεκρό αδελφό του, Ηρ (τον σκότωσε ο Θεός, χωρίς να αναφέρεται ο λόγος), και να γονιμοποιήσει την -χήρα πλέον- νύφη του, έτσι ώστε να «αναστήσει» το σπέρμα τού αδελφού του. Η χήρα αυτή, είναι η Θάμαρ, η οποία μάς απασχολεί εδώ. Επειδή όμως, σύμφωνα με αυτό το εβραϊκό έθιμο, τα παιδιά που θα γεννιόταν, δεν θα θεωρούνταν παιδιά τού Αυνάν, αλλά παιδιά του νεκρού αδελφού του, Ηρ, ο Αυνάν αρνείται να εκσπερματώσει στον κόλπο της και προτιμά να «ξοδεύει» το σπέρμα του, χύνοντάς το στο έδαφος. Αυτή η άρνηση τού Αυνάν, εξοργίζει τον «πανάγαθο» Θεό και τον στέλνει στα «θυμαράκια» να κάνει «συντροφιά» στον νεκρό αδελφό του. Ίσως αξίζει να γίνει αναφορά εδώ, στην επιλεκτική οργή τού Κυρίου, καθώς στην περίπτωση τού «θεοσεβή» Λωτ, ο οποίος γκάστρωσε τις δυο του κόρες, δεν είδε και δεν άκουσε τίποτε…
Στον Ιούδα, απομένει ένας ακόμη γιος για να επιτελέσει το «ιερό καθήκον» τής «ανάστασης» τού σπέρματος τού Ηρ: Ο Σηλώμ. Είναι όμως ανήλικος και θα πρέπει πρώτα να ενηλικιωθεί για να αναλάβει αυτή την «αποστολή». Έτσι, μέχρις ότου γίνει αυτό, ο Ιούδας στέλνει την Θάμαρ να μείνει στο πατρικό της. Μετά από μερικές ημέρες, ο Ιούδας χάνει και την γυναίκα του, Σουά, και για να γεμίσει λίγο τη ζωή του, μεταβαίνει στην Θαμνά, για να επιβλέψει την κουρά τών προβάτων του. Η Θάμαρ πληροφορείται αυτή την μετάβαση τού πεθερού της και τότε…
Εισαγωγή
Πολλοί αφελείς ή αδαείς Χριστιανοί πιστοί ή στρατευμένοι εκκλησιαστικοί προπαγανδιστές και απολογητές δηλώνουν και ισχυρίζονται ότι στο Βυζάντιο και στην Ανατολική Ορθόδοξο Εκκλησία δεν υπήρχε Ιερά Eξέτασις. Μας λέγουν ότι η Ιερά Εξέτασις είναι δημιούργημα των Παπικών (Καθολικών) και αργότερα των Προτεσταντών (Διαμαρτυρομένων) και ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε χρησιμοποίησε βία και Ιεράν Εξέτασιν. Ουδέν ψευδότερον τούτου, όπως θα αποδείξομε στο παρόν άρθρο περιληπτικώς!
Πρώτα απ’ όλα, η ωμή βία, ο φόβος και τρόμος, η Ιερά Εξέτασις, και όλα αυτά τα παρεμφερή θεμελιώνονται θεολογικώς και πρακτικώς σε πολυάριθμα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, των Ιερών Ευαγγελίων του Ιησού Χριστού, των Επιστολών του Παύλου, των Πράξεων και Επιστολών των Αποστόλων, των γραπτών και λόγων των Εκκλησιαστικών Πατέρων, και σε αποφάσεις συνόδων. (Όλα αυτά τα στοιχεία και τις αναφορές τα έχομε καταγράψει στο άρθρο μας: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν». Μελετήστε το άλλη μια φορά.).
Όπως δε θα αναλύσομε εν συνεχεία, ιστορικώς η παντός είδους βία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ήταν πολύ σκληρότερη εν συνόλω από τη βία της Δυτικής Εκκλησίας κατά τους αιώνες κοινής ή παραλλήλου δράσεως. Ακόμα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Eκκλησία, είτε Δυτική είτε Ανατολική, ήταν de facto μία Εκκλησία, η Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, μέχρι του Ιερού Φωτίου (+820-891, 9ος αιών) και de juro μέχρι το +1054, το έτος δηλαδή που υπεγράφη οριστικά το σχίσμα μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας. … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Στο βιβλίο της «Wozu brauche ich einen Gott?» (περίπου: Σε τι χρειάζομαι έναν θεό;) παρουσιάζει η παιδαγωγός Dr. Fiona Lorenz, συνομιλίες με συμπολίτες, διαφόρων ηλικιών, επαγγελμάτων και εθνικοτήτων —κυρίως γερμανόφωνων, βέβαια—, οι οποίοι δηλώθηκαν αυθόρμητα σε πρόσκληση για συμμετοχή σε μια εκ του μακρόθεν συζήτηση, πότε, πως και γιατί έπαψαν να είναι πιστοί σε κάποια θρησκεία και αν υπήρχε κάποιο χαρακτηριστικό γεγονός που τους οδήγησε σ’ αυτή την επιλογή.
Κύριος στόχος αυτής της μελέτης ήταν η διερεύνηση των λόγων για την επιλεγμένη αθεΐα, η οποία συνήθως αποσιωπάται στο δημόσιο λόγο, σε αντίθεση με περιγραφές και διηγήσεις διαφόρων για την ευχαρίστηση που νιώθουν να πιστεύουν στον ένα ή στον άλλο θεό και τον/τους προφήτες του.
Για τον εαυτό της γράφει η κ. Lorenz ότι είναι η ίδια άθεη και διαχώρισε τη θέση της από τον (προτεσταντικό) εκκλησιαστικό μηχανισμό την εποχή που ενηλικιώθηκε και άρχισε να εργάζεται (τώρα είναι 48 ετών), οπότε έπρεπε να πληρώνει «εκκλησιαστικό φόρο».
Στην πορεία αναρωτήθηκε η κ. Lorenz, αν αυτός ο διαχωρισμός από την «προτεσταντική εκκλησία» ήταν μια τυπική ενέργεια και μήπως πριν πίστευε σε οτιδήποτε σχετικό. Η ίδια γράφει επ’ αυτού τα εξής, τα οποία αποδίδω εδώ κάπως ελεύθερα, αλλά στο πνεύμα της συγγραφέως:
Δεν μπορώ να θυμηθώ αν και τι πίστευα πριν από την αποχώρησή μου από την Εκκλησία. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ήμουν από μικρή άθεη, χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει· εκφράστηκε αυτό τη στιγμή που έπρεπε να πληρώσω για κάτι που δεν με ενδιέφερε.
Μπορώ να πω μάλιστα ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται άθεοι και αργότερα μέσω των γονέων, δασκάλων, συγγενών και φίλων προσαρμόζονται στη θρησκεία της οικογένειας, της κοινότητας, της πόλης ή του κράτους.
Μικρή, σε ηλικία 13-14 ετών, έτυχε να διαβάσω κάποια θρησκευτικά βιβλία, για τον Δαυίδ, για τον Ιησού, για τον Παύλο, και διαπίστωσα ότι όλα αυτά που αναφέρονταν εκεί, μου ήταν τελείως αδιάφορα· δεν μπορούσα να προσαρμοστώ στις ιδέες που περιέχονταν σ’ αυτά, δεν είχαν σχέση με τη ζωή μου. Και αργότερα δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι μου λείπει κάτι. Πέρα απ’ αυτά δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ να πάρω μέρος σε συζητήσεις, αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός, με ενδιέφεραν τελείως άλλα πράγματα.
Οι επαφές μου με την Εκκλησία ήταν κατά τις επισκέψεις μου στο κατηχητικό, στο οποίο με έστελνε ο πατέρας μου. Έμαθα τα διάφορα θρησκευτικά τραγούδια και τα τραγούδαγα από στήθους, χωρίς να διαβάζω τους στίχους ή τις νότες, αλλά τίποτα από αυτά δεν έμεινε στη συνείδησή μου.
Στο σπίτι δεν κάναμε προσευχές και θρησκευτικές συζητήσεις, κάποτε πηγαίναμε τα Χριστούγεννα στην εκκλησία, μέχρι που έγινα έφηβη και δεν ενδιαφερόμουν πια. Αυτό σημαίνει ότι δεν είχα από την οικογένειά μου πίεση προσαρμογής σε θρησκευτικές δοξασίες και τελετές.
Αν και ξέρω ότι κάποιοι έγιναν πιστοί, επειδή είχαν διάφορα δυσάρεστα επεισόδια στη ζωή τους, εγώ έτυχε να περάσω ασθένειες καρκίνου, αλλά δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή να απευθυνθώ σε κάποιο θεό ή σε οποιαδήποτε ανώτερη δύναμη. Ήξερα ότι είμαι θνητή και το επιβεβαίωσα πολύ έντονα κατά την ασθένειά μου, αλλά αυτό με ενίσχυσε να ασχοληθώ περισσότερο με τη ζωή, την οικογένεια και τη ζωή μου, όσο έχω καιρό και όσο έχω δυνάμεις.
Προσωπικά έχω έντονο το συναίσθημα του αυτοπροσδιορισμού και της υπευθυνότητας να πετύχω τους στόχους που έχω βάλει αυτή την περίοδο της ζωής μου. Θρησκείες και άλλα συστήματα ολοκληρωτικού ελέγχου της προσωπικότητας δίνουν επίσης προσανατολισμό στη ζωή, έτσι ώστε να μην χρειάζεται κάποιος να κάνει δικό του προγραμματισμό και δικές του ιδιαίτερες σκέψεις. Σε κάθε ενδιαφερόμενο προσφέρεται όμως ένα προκαθορισμένο σύστημα ενεργειών, τι πρέπει να σκεφτεί, να αισθανθεί, να πράξει και, αν αυτός αποκλίνει, υπάρχει κατάλογος ποινών!
Και υπεύθυνος για όλα αυτά είναι κάποιος απροσδιόριστος θεός, με αντιφατικές ιδιότητες, για τον οποίο ούτε οι σοφότεροι πιστοί του γνωρίζουν κάτι. Αυτός ο «θεός» λοιπόν προκαθορίζει όλα αυτά που προορίζονται για τους πιστούς του και κανείς από αυτούς δεν μπορεί ή δεν τολμάει να ρωτήσει, για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και γιατί πρέπει να κάνουν οι πιστοί το ένα ή το άλλο! Ο Θεός, αυτός που είναι άγνωστος και απροσδιόριστος, ξέρει!
Παράλληλα με τις ποινές υπάρχει και η προσδοκία ενός «Παραδείσου», στον οποίο επιδιώκουν κυρίως να εγκατασταθούν όσοι δεν περνούν καλά στη ζωή τους. Για να πετύχεις όμως την είσοδό σου σ’ αυτόν το άγνωστο και ακαθόριστο «Παράδεισο», πρέπει να απαρνηθείς πολλές, ίσως όλες τις χαρές της γήινης ζωής.
Η κ. Lorenz αποφάσισε λοιπόν να δημοσιεύσει την περιγραφή διαφόρων συμπολιτών για τη διαφοροποίησή τους από τον εκκλησιαστικό μηχανισμό και τη θρησκεία, όπως έκανε η ίδια για τον εαυτό της και μετέφερα εγώ συνοπτικά στα προηγούμενα.
Για το σκοπό αυτό ανέβασε η ερευνήτρια μηνύματα στο Internet και ζητούσε ενδιαφερόμενους που θα ήθελαν να δηλώσουν άθεοι και να περιγράψουν τη διαδρομή σ’ αυτή την επιλογή τους. Τελικά δηλώθηκαν πάρα πολλοί άνθρωποι, κυρίως από το γερμανόφωνο χώρο (Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Λουξεμβούργο), αλλά και άθεοι από το Ιράν και το Αφγανιστάν –αυτοί ανώνυμα για πολύ κατανοητούς λόγους.
Από τις αφηγήσεις των τέως πιστών χριστιανών (καθολικών, προτεσταντών, ορθοδόξων και μορμόνων), Εβραίων και μωαμεθανών, με ηλικίες από 9 μέχρι 86 ετών επελέγησαν τελικά 70 κείμενα (56 άνδρες, 14 γυναίκες) για να δημοσιευτούν στο προαναφερόμενο βιβλίο (εκδόσεις rororo, 2009).
Ο Τζορντάνο Μπρούνο (1548-1600) δίκαια και τιμητικά θεωρείται ο μάρτυρας της επιστήμης. Η εκτέλεσή του στην πυρά από την Ιερά Εξέταση είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της πιο άμεσης σύγκρουσης της σκοταδιστικής Εκκλησίας της θεοπληξίας και της αμάθειας απέναντι στην επιστήμη. Το δειλό εξουσιαστικό ιερατείο ενάντια μιας μεγάλης επιστημονικής μορφής.
Δέχτηκε την καταδίκη του με θάρρος υπερασπιζόμενος τις ιδέες του χωρίς να λυγίσει απορρίπτοντας κάθε πρόταση για δήλωση μετανοίας όπως αναγκάστηκαν να κάνουν συνάδελφοι του όπως ο Γαλιλαίος κ.α.
Η τρομοκρατία ήταν το κλίμα που επικρατούσε σε όλη την Ευρώπη του Μεσαίωνα, έχοντας ως συνέπεια να κρατάει απομονωμένους τους επιστήμονες της εποχής και να εμποδίζει ταυτόχρονα την δημοσίευση και διάδοση κάθε επιστημονικής μελέτης, έτσι κάθε μελέτη για να περάσει στα χέρια των άλλων χρειαζόταν δεκαετίες. Κάθε προσπάθεια δημιουργίας συνδέσμου ή σωματείου μεταξύ των επιστημόνων στα μέσα το 16ου αιώνα κυνηγήθηκε από την Ιερά Εξέταση.
Παρ’ όλες τις δυσκολίες οι ερευνητές και διανοούμενοι αναζητούσαν με κάθε τρόπο διέξοδο στους περιορισμούς των σκοταδιστών και με μικρά βήματα κατάφερναν να προωθούν τις ιδέες τους, άλλοτε εύκολα, άλλοτε δύσκολα.
Ανάμεσα στους μεγάλους επιστήμονες αυτής της εποχής, ιδιαίτερα τιμητική θέση κατέχει ο Ιταλός Τζορντάνο Μπρούνο.
Περιληπτικά, το 1563 εισήλθε σε ένα τάγμα μοναχών των Δομικανών, αλλά στην πορεία του δέχτηκε μεγάλη επίδραση από τους Ουμανιστές της εποχής του και άρχισε να μελετάει και σιγά – σιγά να αποδέχεται με μικρές παρεκκλίσεις τις θεωρίες του Κοπέρνικου. Στη συνέχεια ακολούθησε η εξαγγελία και αποδοχή του συστήματος αυτού, διαφώνησε με την Καθολική Εκκλησία, παράτησε τον βίο του μοναχού και έφυγε από την Ιταλία.
Κυνηγημένος, κατέφυγε στην Ελβετία, Γαλλία, Αγγλία και Γερμανία.
Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια ξαναγύρισε στην Ιταλία αναπτύσσοντας έντονη φιλοσοφική προπαγανδιστική δραστηριότητα όπου του δημιούργησε πολλούς εχθρούς ανάμεσα στους κληρικούς και στους σχολαστικιστές οι ιδέες των οποίων χρησιμοποιήθηκαν από τους ιεροεξεταστές, σαν χαλί, σαν επιχείρημα εναντίων όλων των υποστηρικτών του ηλιοκεντρικού συστήματος.
Ο Μπρούνο τελικά έπεσε στα χέρια της Ιερής Εξέτασης, κατόπιν προδοσίας από έναν προσποιούμενο μαθητή του, τον Τζοβάνι Μοτσενίγκο, ο οποίος δεν τον συμπαθούσε για τις αντιλήψεις του … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »