Ο Θεός σιωπά. Η «σιωπή του Θεού» είναι το βασικό μοτίβο όλης της υπαρξιακής φιλοσοφίας –αλλά και θεολογίας– του περασμένου αιώνα. Ο Θεός σώπασε στο Άουσβιτς και στην Ρουάντα, στην Καμπότζη και την Σερμπρένιτσα. Άφησε να εκτυλιχτούν απύθμενες βαρβαρότητες, χωρίς ποτέ να μας δώσει ούτε «ένα σημείον».
Ο Θεός σωπαίνει όχι μόνο στις μεγάλες δημόσιες τραγωδίες αλλά και στις μικρές ιδιωτικές. Η μάνα που σπαράζει για τον χαμό του παιδιού της δεν παίρνει απάντηση.
Ο Θεός σωπαίνει –είτε λέγεται Θεός, είτε Αλλάχ, είτε Ιεχωβάς, είτε αποκαλείται με άλλο όνομα από τα πολλά που του δίνουν οι άνθρωποι. Βλέπει το κακό να συμβαίνει και όχι μόνο δεν το σταματάει (αυτός ο παντοδύναμος) αλλά ούτε καν αντιδρά είτε για να το δικαιολογήσει είτε για να εκφράζει την συμπαράστασή του.
Κι όμως στην χριστιανική θρησκεία τα κύρια επίθετα του Θεού είναι πανάγαθος, ελεήμων και φιλάνθρωπος και στην μουσουλμανική «Αλ Ραχμάν» (ο οικτίρμων) και Αλ Ραχίμ (ο συμπονετικός).
Αντίθετα με τον Θεό που σιωπά, οι προπαγανδιστές και απολογητές του υπήρξαν ανέκαθεν λαλίστατοι. Ιδρυτές θρησκειών, απόστολοι, προφήτες, ιερείς και αρχιερείς, μοναχοί και θεολόγοι, μας έχουν φιλοδωρήσει με χιλιάδες –ίσως και εκατομμύρια σελίδες κειμένων.
Κοινό στοιχείο όλων αυτών των λόγων είναι η προσπάθεια «να δικαιολογήσουν τους τρόπους του Θεού στους ανθρώπους» για να χρησιμοποιήσω τον περίφημο στίχο του Μίλτωνα: «to justify the ways of God to Men».
Ισχυρίζονται μερικοί ότι η τέχνη (και τεχνική) της προπαγάνδας, δημιουργήθηκε και άκμασε στον εικοστό αιώνα. Ξεχνώντας ότι η καταγωγή της λέξης είναι από τα εκκλησιαστικά λατινικά, και ότι επιτροπή «για την προπαγάνδα (διάδοση) της πίστης» (de propaganda fide) υπήρχε στην Καθολική Εκκλησία εδώ και πολλούς αιώνες. … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Είναι γνωστό ότι η συντριπτική πλειοψηφία χριστιανών δεν έχουν διαβάσει τίποτα ή σχεδόν τίποτα από όσα γράφουν τα ιερά βιβλία τους. Μερικοί που έχουν διαβάσει ή ακούσει κάτι λίγα δεν έχουν κατορθώσει να καταλάβουν την ολική εικόνα ή και τίποτα. Είναι παπαγάλοι ολίγων και ειδικά επιλεγμένων μερών. Όσοι πάλι έχουν διαβάσει και καταλάβει τις ιερές εβραιογνωστικοχριστιανικές γραφές και συνεχίζουν να τις ασπάζονται προκαλούν την έντονη απορία αυτών που τις απορρίπτουν! Πώς είναι δυνατόν να διαβάζουν τέτοια πράγματα και μετά να τα δέχονται και να ισχυρίζονται ότι τα έδωσε ο θεός ο πάνσοφος, ο δίκαιος ο πανάγαθος, αντί να τα στείλουν στην έρημο και άβυσσο από την οποία προήλθαν. Αλλ’ εάν τις παραδέχονται και πιστεύουν ότι τις εντέλλεται ο θεός τους, τότε να είναι συνεπείς και να τις εφαρμόζουν στη ζωή τους για να απολαύουν την γλύκα.
Πολλοί άθρησκοι που αγωνίζονται εναντίον δεισιδαιμονιών και βλακειών γνωρίζουν καλλίτερα τα ιερά βιβλία των χριστιανών και άλλων θρησκειών από τους οπαδούς των. Γράφομε λοιπόν αυτό το αρθράκι για όσους είναι χριστιανοί και έχουν μεσάνυχτα από τις ιερές γραφές τους ή έχουν ακούσει σποραδικά, κομματιαστά, από ‘δω και από ‘κει ολίγα ειδικά επιλεγμένα τεμάχια. Τους συστήνομε λοιπόν να διαβάσουν αυτά εδώ και να τα εφαρμόσουν στη ζωή τους, εφ’ όσον ομολογούν ότι είναι πιστοί χριστιανοί και αυτά παραγγέλλει ο Ιησούς Χριστός Θεός. Αλλιώς πως θα τα αποκάνουν με την αιώνια κόλαση;
Πέραν της τεραστίας πληθώρας των γνωστών φυσικών και μεταφυσικών εκφοβισμών, απειλών, τιμωριών, υποσχέσεων, απολαβών, κλπ., εδώ παραθέτομε μερικούς συμπληρωματικούς στίχους της Καινής Διαθήκης που μας δηλώνουν πως πρέπει δρα ο σωστός χριστιανός κατά την χριστιανική του ζωή και δράση. Δεν βάλαμε μέσα και την Παλαιά διά να μην μακρηγορήσομε και να μην αηδιάσομε με αυτή την κόπρον του Αυγείου. Μόνη της η Καινή αρκεί. Τους παραθέτομε ως έχουν και ‘σεις βρείτε την μετάφραση και την έννοιά τους είτε μόνοι σας είτε με την βοήθεια άλλων που κατέχουν το ζήτημα. Βλέπετε, δεν θέλομε να μας κατηγορήσουν ότι τους παραφράσαμε. Μερικούς στίχους που παραθέτομε μόνους, έχουν λεχθεί ως συμπεράσματα ορισμένων μερών του αρχικού κειμένου και ίσως χρειαστείτε να τους εξετάσετε με τα σχετικά κείμενα του πρωτοτύπου. Όλοι οι στίχοι επ’ αυτού του θέματος είναι πολύ περισσότεροι απ’ αυτούς εδώ, αλλά αυτοί που αναγράφομε αρκούν για να δειχθεί αυτό που εδώ ισχυριζόμαστε. Δηλαδή:
Βλέπομε ότι όσον αφορά την χριστιανική πίστη, δεν πρέπει να προβάλλεται: Ουδεμία αντίρρηση, ουδεμία ερώτηση, ουδέν επιχείρημα, ουδεμία σοφία, αλλά πρέπει να ισχύει η εκ προοιμίου ανεξέταστη αποδοχή της, ασυζητητί και πτωχία στο πνεύμα. Σε όλα τα πράγματα επικρατεί η τυφλή πίστη μόνο. Όχι γνώση, όχι ελεγξιμότητα. Ζήτω ο τυφλοσουρτισμός!
Βλέπομε επίσης, πως πρέπει να εκτελούνται: Η απολογητική, ο επιβεβλημένος φανατικός ζηλωτικός ακτιβισμός, ο επιβεβλημένος προσηλυτισμός, τα μαρτύρια, η ιερά εξέταση, η γλωσσολαλιά (άκου ‘κεί, γλωσσολαλιά και ποιος ξέρει πόσες άλλες σαχλαμάρες!) και η επεξήγησή της, η προφητεία, η αποφυγή και αποστροφή αντιρρησιών, όσων έχουν απορίες, απίστων, κλπ.
Εν κατακλείδι, βλέπομε την εκ προοιμίου επιβεβλημένη πλήρη υποταγή χωρίς αντίρρηση, συζήτηση ή απορία, δηλαδή την ασταμάτητη αποβλάκωση.
Με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, η οποία ήταν η χαριστική βολή των Οθωμανών στο ήδη αποδεκατισμένο και διαλυμένο βυζαντινό κράτος, η Εκκλησία ήταν ένας από τους μεγάλους κερδισμένους τής υπόθεσης αυτής. Ο ρόλος της στην κατάκτηση της Πόλης ήταν καθοριστικός κι αυτό το αναγνώρισε εμπράκτως ο Μωάμεθ ο Πορθητής, χρίζοντας πατριάρχη τον Γεννάδιο, ο οποίος μέχρι τότε φρόντιζε να καλλιεργεί την διχόνοια και κλίμα ηττοπάθειας στο βυζαντινό στρατόπεδο, λόγω της αντίθεσής του στην ένωση των Εκκλησιών (κάτι που θα σήμαινε απώλεια πολλών προνομίων που διατηρούσε μέχρι τότε η ορθόδοξη Εκκλησία). Είναι γνωστό άλλωστε το περίφημο «φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων, ή καλύπτραν λατινικήν» του Νοταρά. Γνωστά πράγματα, παρ’ όλο που η Εκκλησία προσπαθεί να καλύψει τις αμαρτίες της με το παραμυθάκι της Κερκόπορτας.
Η προνομιακή μεταχείριση των παπάδων, δεν αποτελούσε όμως μόνο απλά την αναγνώριση εκ μέρους των Τούρκων, των πολύτιμων υπηρεσιών των ρασοφόρων. Οι Οθωμανοί δεν ήταν ηλίθιοι, ούτε και άσχετοι με την διοίκηση. Αφ’ ενός δεν επιθυμούσαν τον καθολικό εξισλαμισμό των νέων υπηκόων, γιατί έτσι θα περιόριζαν τα εισοδήματα από την βαρύτατη φορολογία, την οποία επέβαλαν στους «άπιστους» κι αφ’ ετέρου ήθελαν μία κατά το δυνατόν ομαλή καθυποταγή τους. Αντιλαμβάνονταν, πως σε ένα ήδη θεοκρατικό καθεστώς, όπου ο σκοταδισμός και η τυφλή θρησκευτική πίστη βασίλευαν, το ιερατείο ήταν ένας πολύτιμος βραχίονας διοίκησης και επιβολής εξουσίας. Η πίστη, ήταν το όπλο στα χέρια του πατριαρχείου, με το οποίο μπορούσε να καθηλώσει υπό την σκέπη του ολόκληρο το ορθόδοξο ποίμνιο, ανεξαρτήτου εθνικότητας. Ο επίσκοπος Ευβοίας, Άνθιμος, σε επιστολή του, που είχε παραλήπτη τον βασιλιά Όθωνα, το 1835, ομολογεί σε μια κρίση ειλικρίνειας: «Οι σουλτάνοι εγνώρισαν από την πείραν ότι, διά να τυραννούν ευκόλως τον ελληνικόν λαόν, είχον ανάγκην από την συνδρομήν της θρησκείας του. Σέβας εις τους πατριάρχας μας, υπεράσπισιν εις την Εκκλησίας και προνόμια εις τους αρχιερείς της επρόσφερον αδιακόπως η τουρκική κυβέρνησις».
Η Εκκλησία λοιπόν, όχι μόνο δεν βγήκε χαμένη από αυτή την ιστορία, αλλά απεναντίας βγήκε και περισσότερο ενισχυμένη από πριν. Ο πατριάρχης, αποκτώντας τον τίτλο του πασά, στην τουρκική ιεραρχία και μάλιστα με τρεις ουρές αλόγου στην σημαία του, όχι μόνο κατόρθωσε να διατηρήσει τα κεκτημένα της Εκκλησίας, αλλά ορίστηκε από τον σουλτάνο, να είναι στην ουσία το εκτελεστικό του όργανο, με εξουσίες όχι μόνο πάνω στον ελληνικό χριστιανικό πληθυσμό, αλλά σχεδόν σε όλους τους χριστιανούς της οθωμανικής πλέον επικράτειας. Η ασυδοσία των ρασοφόρων, όχι μόνο δεν περιορίστηκε, αλλά αντιθέτως ενισχύθηκε υπό την κάλυψη της οθωμανικής εξουσίας.
Ο ραγιάς, πέρα από τον αβάσταχτο κεφαλικό φόρο, που έπρεπε να πληρώνει ετησίως στους Οθωμανούς, για να «έχει την άδειαν να φέρη επί εν έτος την κεφαλήν επί των ώμων του», είχε πλέον να αντιμετωπίσει, και τα -κατά την καθομιλουμένη- «γαμισιάδικα» του εκάστοτε πατριάρχη και των επισκόπων, οι οποίοι επιδίδονταν σε έναν απίστευτο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την απόκτηση των ιερατικών θρόνων. Ο «ανώνυμος» της «Ελληνικής Νομαρχίας», μας περιγράφει τον τρόπο που χρίζονταν πατριάρχες και επίσκοποι και τι επίπτωση είχε αυτό στον υπόδουλο χριστιανικό πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
H θρησκευτική ηθική
“Θρησκευτική ηθική” στην παρούσα συζήτηση σημαίνει οποιονδήποτε κώδικα αξιών ο οποίος ανάγεται στις υποτιθέμενες εντολές κάποιου υπερφυσικού όντος. Aυτή η άποψη για την ηθική παρουσιάζεται καθαρά στη Bίβλο (π.χ. Δέκα Eντολές) και γενικά χαρακτηρίζει κάθε θρησκεία εξ αποκαλύψεως.
H θρησκευτική ηθική κατά βάση υπερασπίζεται μια οικουμενική ηθική τάξη που έχει καθιερωθεί από τον θεό και υφίσταται ανεξάρτητα από τον άνθρωπο. O άνθρωπος γεννιέται μέσα σ’ αυτήν την ηθική δομή, όπου ανακαλύπτει πως το πρωτεύον καθήκον του είναι η υπακοή σε ό,τι υπαγορεύει ο υπερφυσικός νομοθέτης του. H ηθική, σύμφωνα με την άποψη αυτή, υπηρετεί τους σκοπούς του θεού, όχι του ανθρώπου, και ο άνθρωπος οφείλει να υποτάσσεται στον ηθικό κώδικα. H βασικότερη αρετή είναι η υπακοή και το βασικότερο παράπτωμα η ανυπακοή.
Tο προφανέστερο χαρακτηριστικό της θρησκευτικής ηθικής είναι η αυταρχική της φύση. Aπό τη στιγμή που το “καλό” ή το “ηθικό” ορίζονται με αναφορά στο θείο θέλημα, πρόκειται για μια θεωρία θεμελιωμένη σε εξουσιαστική σχέση. Kαι όπου έχουμε εξουσία, έχουμε κυρώσεις -και όπου έχουμε κυρώσεις έχουμε ηθικούς κανόνες. Oι κανόνες, όπως θα δούμε, είναι βασικής σημασίας για τη μεταηθική της θρησκευτικής ηθικής. Oι κανόνες είναι για τη θρησκευτική ηθική ότι τα πρότυπα για την ορθολογική ηθική. … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
(Ι) Ας υποθέσομε ότι το μεσημέρι μιας συγκεκριμένης μέρας κάποιος ρωτάει: Μπορεί ο Θεός αυτή τη στιγμή να γνωρίζει τι θα συμβεί αύριο;
Αφού είναι παντοδύναμος, μπορεί, αλλά πιθανόν να μην επιλέγει να το κάνει. Αλλά επειδή είναι παντογνώστης τότε γνωρίζει τα πάντα που θα συμβούν αύριο όπως και οποιονδήποτε άλλο καιρό. (Εάν δεν μπορεί να γνωρίζει, τότε δεν είναι παντοδύναμος και εάν δεν γνωρίζει τα πάντα που έχουν συμβεί ή θα συμβούν, τότε δεν είναι παντογνώστης, αντίθετο προς την υπόθεση μας!).
(ΙΙ) Αργότερα την ίδια μέρα στις 6 το απόγευμα κάποιος ρωτάει: Μπορεί ο Θεός να αλλάξει ή να εμποδίσει να γίνει κάτι που, όπως καλά γνώριζε και ακριβώς πως το μεσημέρι, πρόκειται να συμβεί αύριο;
Εάν η απάντηση είναι όχι, τότε δεν είναι παντοδύναμος.
Εάν η απάντηση είναι ναι, τότε ως παντογνώστης γνωρίζει κατά τον χρόνο τις ερωτήσεως (6μμ) τις αλλαγές που θα έκανε, κ.λπ. Αλλά το μεσημέρι δεν τις ήξερε διότι τότε γνώριζε τα πάντα κατά τον ακριβή τρόπο που επρόκειτο να συμβούν προτού αλλάξει οτιδήποτε. Επομένως σε τέτοια περίπτωση δεν είναι παντογνώστης.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η υπόθεση, «Ο Θεός είναι παντοδύναμος και παντογνώστης», οδηγεί σε αντίφαση!
Πορίσματα: (α) Εάν προσεύχεσαι στον Θεό για να κάνει κάτι που το έχει ήδη αποφασίσει ή το γνωρίζει τότε η προσευχή σου είναι παραπανίσια. Μπορείς κάλλιστα να την παραλείψεις. (β) Εάν προσεύχεσαι στον Θεό για να αλλάξει κάτι που ήδη έχει αποφασίσει ή γνωρίζει, τότε η προσευχή σου δεν θα κάνει τίποτα, διότι αλλιώς θα δημιουργήσει αντίφαση στην παντογνωσία και στη θέλησή του. (γ) (α) + (β) συνεπάγονται ότι καλόν είναι να μην προσεύχεσαι γιατί αλλιώς χάνεις τον πολύτιμο καιρό σου. (δ) Το να αλλάζει ο Θεός την σκέψη του ή θέλησή του προξενεί αντιφάσεις στην παντοδυναμία του ή στην παντογνωσία του. Εάν δεν μπορεί να αλλάξει την βούλησή του τότε δεν είναι παντοδύναμος και εάν μπορεί τότε δεν είναι παντογνώστης.