Η Ίμβρος και η Τένεδος, τα δύο νησιά που βρίσκονται στην είσοδο των Δαρδανελίων (Ελλήσποντος), το 1922 αριθμούσαν περίπου 12.000 κατοίκους, όλοι τους Έλληνες. Με την Συνθήκη της Λοζάνης, τα νησιά πέρασαν στην κυριαρχία της Τουρκίας, με ένα ειδικό καθεστώς, που προέβλεπε τοπική αυτοδιοίκηση και ειδική μεταχείριση του πληθυσμού.
Και όντως… Οι Τούρκοι επιφύλαξαν για τους Έλληνες των δυο αυτών νησιών, μια πολύ «ειδική» μεταχείριση, έτσι ώστε σήμερα, να έχουν απομείνει εκεί περί τους 200 ηλικιωμένους Έλληνες, ενώ ο συνολικός πληθυσμός «τονώθηκε» με Τούρκους και Κούρδους έποικους.
Μια τακτική, που έρχεται σε πλήρη «αρμονία» κι «αμοιβαιότητα», με την ελληνική πολιτική του «μη στάξει και μη βρέξει» του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θράκης, που η Τουρκία έχει πάρει υπό την «προστασία της», παρ’ ότι δεν πρόκειται για εθνική μειονότητα, αλλά για θρησκευτική, κι ως εκ τούτου δεν της πέφτει κανένας λόγος.
Δείτε το βίντεο, στο οποίο παρουσιάζεται το χρονικό του αφελληνισμού των δύο αυτών νησιών κι αποφασίστε μετά, ποιος θα πρέπει να είναι υποψήφιος για το βραβείο ελληνοτουρκικής «φιλίας», «Αμπντί Ιπεκτσί»…
Ξενοφοβία: Ο φόβος, η εχθρότητα προς τους ξένους ως φορείς πολιτιστικών επιδράσεων, που αντιμετωπίζονται από τους ντόπιους ως επικίνδυνες.
Το παραπάνω λήμμα προέρχεται από το λεξικό Τριανταφυλλίδη. Χωρίς να είμαι γλωσσολόγος, το θεωρώ όμως ελλιπές. Σύμφωνα και με τα σημερινά δεδομένα, δεν είναι μόνο οι πολιτιστικές επιδράσεις των μεταναστών (νομίμων και μη), που προκαλούν τον φόβο στους Έλληνες, αλλά πολύ περισσότερο η ανασφάλεια που νιώθουν, συνέπεια της έκρηξης της εγκληματικότητας, για την οποία έχουν τεράστια μερίδιο ευθύνης οι -κάθε καρυδιάς καρύδι- αλλοδαποί που έχουν κατακλύσει την Ελλάδα.
Θα πει κανείς, μα πριν το 1990 που άρχισαν να συρρέουν κατά κύματα οι αλλοδαποί στη χώρα, δεν είχαμε εγκληματικότητα; Φυσικά και είχαμε, αλλά το σημερινό χάλι και τέτοια συχνότητα των παράνομων πράξεων δεν υπήρχε. Ο Έλληνας δεν έβαζε κάγκελα στα παράθυρά του για να κοιμηθεί ήσυχος. Απεναντίας, κοιμόταν με ανοιχτό παράθυρο. Δεν τον έλουζε κρύος ιδρώτας, όταν κυκλοφορούσε μετά το βράδυ στους δρόμους, αγωνιώντας για το αν θα ξεφυτρώσει μπροστά του, στο επόμενο στενό, κάποιος κακοποιός.
Αυτό που τρομάζει όμως περισσότερο τον κόσμο, είναι η έλλειψη οποιασδήποτε αναστολής ως προς την αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής. Σκοτώνουν για 10 ευρώ, κι όποιος το αρνείται αυτό, απλά ζει σε άλλη χώρα. Πρόσφατα ανακοινώθηκε από την Αστυνομία, ο αριθμός των ενόπλων ληστειών και των διαρρήξεων, που έλαβαν χώρα κατά το 2009. Δεν θυμάμαι τον αριθμό, αλλά μου χαράχτηκε στο μυαλό, ο μέσος όρος της συχνότητας: Μία ληστεία, ανά επτά λεπτά…
Τα καθοδηγούμενα ΜΜΕ, που στην συγκεκριμένη περίπτωση, από ένα σημείο και μετά αναγκάζονται να ακολουθούν τις θλιβερές εξελίξεις, σχολιάζουν την έκρηξη τις εγκληματικότητας, αλλά αποφεύγουν επιμελώς να εστιάσουν στο πραγματικό αίτιο, το οποίο έχει όνομα.
Βγαίνει ο υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη (ποιας προστασίας και ποιου πολίτη, θα αναρωτηθείτε τώρα…), Σπύρος Βούγιας, και προκαλεί ευθέως το κοινό λαϊκό αίσθημα και την νοημοσύνη του κόσμου, εκστομίζοντας την μεγαλοπρεπή κοτσάνα «Είναι θέμα χρόνου να συνηθίσουμε τα ήθη και έθιμα τους, την μουσική τους και τις μυρωδιές τους». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς εδώ; Να αναρωτηθεί, από που προκύπτει η υποχρέωση να τα συνηθίσουμε όλα αυτά, ή, γιατί θα πρέπει να είναι είναι οι ημεδαποί που θα πρέπει να αφομοιώσουν τις συνήθειες των αλλοδαπών κι όχι το αντίστροφο που είναι και το λογικό;
Διάβασα, ότι με κρατικές επιδοτήσεις αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ (ποιος μίλησε για οικονομική κρίση;), διοργανώνονται «επιμορφωτικά» σεμινάρια, στα οποία οι «ινστρούχτουρες» (μεταξύ των οποίων και δημοσιογράφοι) καλούνται να «διαφωτίσουν» τους Έλληνες για να διώξουν από πάνω τους τον «ρατσισμό» και την «ξενοφοβία». Και καλά, όσον αφορά τον ρατσισμό, το έχουμε εμπεδώσει ότι είμαστε ρατσιστές του κερατά. Αλλά αυτή η ξενοφοβία που διακατέχει τους Έλληνες, τους διακατέχει χωρίς κανέναν λόγο; Και ποιο είναι το «γιατρικό» δηλαδή; Να λέει ο κόσμος κι ευχαριστώ από πάνω όταν τον κλέβουν και τον σκοτώνουν, μην τυχόν και τον πούνε ρατσιστή και ξενοφοβικό;
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι εδώ και να βάλουμε έναν αστερίσκο. Οι Έλληνες δεν φοβούνται και δεν κρατούν επιφυλακτική στάση σε οποιονδήποτε ξένο. Δεν φοβούνται τον Γερμανό, τον Ιταλό ή τον Ισπανό. Φοβούνται τους τριτοκοσμικούς αλλοδαπούς που έχουν πλημμυρίσει την Ελλάδα και τους φοβούνται για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Εδώ βέβαια, προκύπτει ένα ερώτημα: Γιατί δεν αντιδρά η Ευρωπαϊκή Ένωση, απ’ την στιγμή που τα σύνορα είναι κοινά, με την παράλογη (και ύποπτη) θέση και πολιτική της Ελλάδος απέναντι στο μεταναστευτικό, όταν σύντομα όλοι αυτοί θα έχουν την δυνατότητα, νομίμως και ελευθέρως, να διακινούνται εντός των ορίων της;
Θα κλείσω, με ένα βίντεο κι ένα ερώτημα: Όλοι αυτοί που επικρίνουν την -δικαιολογημένη- ξενοφοβία των Ελλήνων, θα έστελναν την γυναίκα τους ή τα παιδιά τους να διασχίσουν χωρίς συνοδεία ένα από τα γκέτο που έχουν δημιουργήσει οι αλλοδαποί; Και προσέξτε… Δεν μιλάμε για νύχτα, αλλά για μέρα μεσημέρι. Εκεί καταντήσαμε, δυστυχώς…
Έστω, ότι έχουμε μία χώρα, της οποίας οι…οξαποδώ -υποτίθεται ότι- χρωστάνε στους οξαποδώ άλλων χωρών το ποσόν των 410.000.000.000 (τετρακοσίων δέκα δισεκατομμυρίων) ευρώ.
Έστω ότι σ’ αυτή τη χώρα κατοικούν κάπου 15.000.000 (δεκαπέντε εκατομμύρια) κάτοικοι, νόμιμοι και παράνομοι, όλων των ηλικιών. Από νεογέννητα έως ετοιμοθάνατους.
Εάν, δηλαδή, ήταν να κατανεμηθεί στους κατοίκους το δημόσιο χρέος κατά κεφαλήν, τότε ο καθένας χρωστάει περίπου 27.350 (εικοσιεπτά χιλιάδες τριακόσια πενήντα) ευρώ.
Έ, λοιπόν, ηλίθιος είναι αυτός που:
α) Νομίζει πως το δημόσιο χρέος της συγκεκριμένης χώρας μπορεί ν’ αποσβεστεί με ρεφενέ, και προς τούτο ανοίγει λογαριασμό σε τράπεζα.
β) Όντας εντελώς ανίκανος να κάνει μία διαίρεση επιπέδου Δ’ Δημοτικού, νομίζει πως κάθε κάτοικος της εν λόγω χώρας έχει τουλάχιστον τόσα χρήματα στην τσέπη του. Κι όχι απλά έχει, του περισσεύουν κιόλας.
γ) Ακόμη κι αν του κάνει άλλος τη διαίρεση και του υποδείξει το «πηλίκιον», επιμένει πως ο κάθε κάτοικος της συγκεκριμένης χώρας θ’ αποχωριστεί εικοσιεφτάμιση χιλιάρικα με μέγιστη ευχαρίστηση… για να στηρίξει μία διεφθαρμένη οικονομία, την οποία αρμέγουν διαρκώς χιλιάκις διεφθαρμένα λαμόγια –και, ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να γιατρευτεί ποτέ των ποτών.
Ο πανηλίθιος, τώρα, είναι αυτός που:
Νομίζει πως ο ηλίθιος έχει απόλυτο δίκιο, και σπεύδει να συμμορφωθεί.
Πάσα ομοιότης με υπαρκτές χώρες και υπαρκτά πρόσωπα είναι ηθελημένη –και παλούκι στον άθλιο κώλο τους.
«Δανείστηκα» τον τίτλο του θέματος, από μια αποστροφή του λόγου ενός γνωστού μου, όταν μεταξύ τυριού και αχλαδιού, συζητούσαμε για την επικαιρότητα και την επικίνδυνη κατηφόρα που έχει πάρει η χώρα στις μέρες μας. Φυσικά μια τέτοια επίκληση, προκαλεί ποικίλα συναισθήματα. Για να είμαι ειλικρινής, εγώ ένιωσα έκπληξη, γιατί αυτόν που ξεστόμισε αυτή τη φράση, μόνο δεξιό, χουντικό και «εθνίκι» δεν μπορεί να τον πει κανείς. Δηλωμένος αριστερός είναι. Εξέφρασε απόψεις, που θα έκανε ακόμη και ακραιφνείς οπαδούς του Παπαδόπουλου, να νιώσουν μετριοπαθείς.
Ας σταματήσω όμως εδώ την αναφορά στα λεγόμενα του γνωστού μου, για να μην θεωρηθεί ότι «οχυρώνω» την γνώμη μου πίσω απ’ την δική του. Θα πω ευθαρσώς την δική μου άποψη…
Είναι κοινή διαπίστωση ότι πάμε κατά διαόλου. Ο απλός κόσμος, βλέπει να γίνονται πράγματα γύρω του, για τα οποία νιώθει ανίσχυρος να αντιδράσει. Ο εκφυλισμός, ο αφελληνισμός, η εγκληματικότητα, η διαφθορά και κυρίως η ατιμωρησία γνωρίζουν ημέρες «δόξας». Η ξεφτίλα και η κατρακύλα μας δεν έχει σταματημό. Δεν υπάρχει περιστατικό, κάθε μέρα που περνά, που να μην τα επιβεβαιώνει όλα αυτά. Μας κυβερνούν άνθρωποι ανίκανοι (ενίοτε κι αμόρφωτοι), άνθρωποι μαριονέτες, που φροντίζουν να διατηρούν την εξουσία τους χάρις στο αθάνατο ρουσφέτι. Η εθνική κυριαρχία χάνεται αργά, αλλά σταθερά. Πράγματα που θα φαίνονταν αδιανόητα πριν μερικές δεκαετίες, σήμερα θεωρούνται δεδομένα. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση υπνηλίας, σ’ έναν λήθαργο. Αυτό σημαίνει ότι η προπαγάνδα αποδίδει καρπούς. Στην πραγματικότητα ζούμε μια δικτατορία με τον ψευδεπίγραφο τίτλο της δημοκρατίας. Όπως όμως έχει πει και κάποιος, «Αυταπατώνται όσοι νομίζουν ότι υπάρχει δημοκρατία. Η μοναδική μέρα δημοκρατίας, είναι η μέρα των εκλογών».
Η θέση του Έλληνα πολίτη σ’ αυτή την φαρσοκωμωδία, είναι όμως σημαντική: Είναι αυτός που πληρώνει συνεχώς τον λογαριασμό. Και τον πληρώνει συνεχώς, τουλάχιστον μετά την μεταπολίτευση. Όλα τα λαμόγια που στην διάρκεια της δικτατορίας, κάναν «αντίσταση» από τις βίλες του εξωτερικού, χρίστηκαν «σωτήρες» του έθνους και της δημοκρατίας. Κι έκτοτε βαλθήκαν να μας ρουφήξουν το αίμα και να μας πηδάνε ανηλεώς, ενίοτε κι άνευ σιέλου, στο όνομα της «δημοκρατίας». Μας «έσωσαν» όμως… Μας «έσωσαν» από την δικτατορία…
Το μόνο παρήγορο σήμερα, είναι πως ο Έλληνας, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας, αρχίζει και ξυπνάει κάπως, διαπιστώνοντας πως όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια μύτη. Είναι ανίσχυρος όμως και αλυσσοδεμένος. Η «νάρκωση» είναι δυνατή. Εξακολουθεί να είναι εξαρτημένος απ’ τα παπάρια των πολιτικάντηδων. Υπάρχει βλέπετε και το -δικαιολογημένο ως ένα βαθμό- αίσθημα της αυτοσυντήρησης και επιβίωσης. Η ζωή για τους πολλούς είναι σκληρή. Ακόμη και τα 500-700 ευρώ που θα εξασφαλίσει κάποιος εργαζόμενος σε κάποιο εργοστάσιο με την παρέμβαση ενός βο(υ)λευτή, είναι ανάσα ζωής. Αυτοί είναι οι «τυχεροί». Κάποιοι άλλοι, εργάζονται και για πολύ λιγότερα. Την ίδια στιγμή, που ο ίδιος βουλευτής -που είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν έχει ιδρώσει ποτέ ο κώλος του απ’ τη δουλειά- και η «αυλή» των διάφορων παρακοιμώμενων, ζουν πλουσιοπάροχα από το υστέρημα του ελληνικού λαού, το οποίο κατασπαταλούν και καταχρώνται, δίχως να λογοδοτούν, αλόγιστα και χωρίς καμμία φειδώ. Χωρίς καμμία αναστολή. Χωρίς καμμία ντροπή.
Όταν υπήρχε η δικτατορία του Παπαδόπουλου, ήμουν παιδί. Δεν έχω μνήμες, για να πω υπεύθυνα, ότι ήταν κάτι κακό ή καλό. Στις μέρες μας όμως, μπορώ να εκφέρω γνώμη για το εξής: Η δικτατορία είναι σίγουρα υπεύθυνη για ένα πράγμα: Γέννησε έναν σωρό «αντιστασιακούς», πολιτικούς και μη, που μας κάτσαν στον σβέρκο σαν τις βδέλλες, στο όνομα της «δημοκρατίας». Κι εμείς θα πρέπει συνεχώς να τους εξαργυρώνουμε την «αντίστασή» τους. Πρέπει να τους βλέπουμε σαν «ιερά τοτέμ».
Ερχόμαστε λοιπόν μπροστά στο δίλημμα: Δικτατορία με επικάλυψη δημοκρατίας, ή αυθεντική δικτατορία; … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Τα πρώιμα χρόνια της ελληνικής Αριστεράς και η Φεντερασιόν του Αβραάμ Μπεναρόγια
Μέχρι τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα η ελληνική Αριστερά διέπονταν από την ιδεολογία της κοινωνικής απελευθέρωσης, σε συνδυασμό με το αίτημα για την απελευθέρωση των λαών που ήταν υπόδουλοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με κεντρικές μορφές, όπως ο σημαντικότερος Έλληνας σοσιαλιστής της εποχής, ο Σταύρος Καλλέργης, ο Μαρίνος Αντύπας, ο Νίκος Γιαννιός, ο Γεώργιος Σκληρός κ.ά., το σοσιαλιστικό κίνημα που κινούνταν στα όρια του ελλαδικού χώρου, θα ερχόταν αντιμέτωπο με νέα δεδομένα, όταν θα πραγματοποιούνταν η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας: Στην Βόρεια Ελλάδα, το εβραιοβουλγαρικό σοσιαλιστικό κίνημα είχε πολύ μεγαλύτερη επιρροή, σε μια βάση διαφόρων εθνοτήτων που αποτελούσαν την περίφημη «μακεδονική σαλάτα».
Όταν απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη από τον ελληνικό στρατό τον Οκτώβριο του 1912, οι μόνοι που αισθάνθηκαν απελευθερωμένοι, ήταν οι Έλληνες, οι οποίοι όμως μειοψηφούσαν σε πληθυσμό εκείνη την εποχή στην πόλη (σε σύνολο 150.000, οι Έλληνες ήταν 40.000, οι Εβραίοι 60.000, οι Τούρκοι 45.000 και οι λοιπές εθνότητες 5.000). Η μεγαλύτερη κοινότητα της Θεσσαλονίκης, η εβραϊκή, δεν είδε με καθόλου καλό μάτι την αλλαγή του καθεστώτος. Οι Εβραίοι, στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την οποία θεωρούσαν ως πατρίδα τους, έλεγχαν κάθε οικονομική δραστηριότητα. Τα νέα δεδομένα, προκαλούσαν γι’ αυτούς οικονομικές απώλειες, καθώς η αποχώρηση των ηττημένων αποτελούσε και απώλεια χρεών. Επιπλέον, τα όρια της ελληνικής επικράτειας, ήταν σαφώς πιο στενά απ’ αυτά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα οποία δρούσαν πριν εμπορικά και αυτή τη φορά έβλεπαν στα πρόσωπα των Ελλήνων τον κίνδυνο του ανταγωνισμού, τον οποίον δεν είχαν με τους μουσουλμάνους και τους Βούλγαρους, οι οποίοι περιορίζονταν στις αγροτικές ασχολίες και στο «χαμαλίκι». Εκτός όμως των οικονομικών λόγων, υπήρχε και ο φόβος των αντιποίνων, καθώς η εβραϊκή κοινότητα, όχι μόνο είχαν ενισχύσει οικονομικά τον πόλεμο των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων, πραγματοποιώντας έρανο, με το τεράστιο ποσό των 650.000 χρυσών λιρών, αλλά μέλη της είχαν δημιουργήσει στρατιωτικό σώμα εθελοντών, για να πολεμήσουν στο πλευρό των Τούρκων κι εναντίον των Ελλήνων (δημοσίευμα εφημερίδας «Εστία», 9 Οκτωβρίου 1912). Εξ άλλου, ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες από τον λιθοβολισμό Ελλήνων αιχμαλώτων, από Εβραίους στην Θεσσαλονίκη. Υπό αυτές τις συνθήκες και παρ’ ότι ο Βενιζέλος είχε φροντίσει να καθησυχάσει την εβραϊκή κοινότητα παραχωρώντας τους και ιδιαίτερα προνόμια (π.χ. εξαγορά στρατιωτικής θητείας, διατήρηση της αργίας του Σαββάτου, διατήρηση της ισπανοεβραϊκής γλώσσας στις οικονομικές συναλλαγές κ.ά.), οι Εβραίοι ξεκίνησαν προσπάθειες «διεθνοποίησης» της πόλης στέλνοντας εκκλήσεις, πότε στους Βούλγαρους για να προστατέψουν με περιπολίες τις εβραϊκές συνοικίες, πότε στους Αυστριακούς, με αίτημα αυτή τη φορά, να προσαρτήσουν την Θεσσαλονίκη και την Μακεδονία, στην Αυστρουγγαρία, και πότε αποστέλλοντας επιτροπή στο Λονδίνο με αίτημα την αυτονόμηση της Μακεδονίας.
Ένα από τα κινήματα αυτονόμησης της Μακεδονίας και της Θράκης, ήταν το εργατικό σωματείο «Εργατική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης» πιο γνωστό με τον ισπανοεβραϊκό τίτλο «Φεντερασιόν», το οποίο είχε ιδρυθεί το 1909 από τον Εβραίο τυπογράφο, βουλγαρικής καταγωγής, Αβραάμ Μπεναρόγια και τον επίσης Εβραίο Κουν Βεντούρα. Η Φεντερασιόν, που αποτελούνταν κυρίως από Εβραίους και Βούλγαρους, αρχικά ήταν ανοιχτά υπέρ των Νεότουρκων και κατά του διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η οργάνωση εκπροσωπούνταν μάλιστα από το 1910 στο οθωμανικό κοινοβούλιο, με τον Βούλγαρο Ντίμιταρ Βλάχοφ. Προσγειωμένος όμως στην ωμή πραγματικότητα της προσάρτησης της Μακεδονίας στην Ελλάδα και κάτω από την διεθνή αντίληψη που υπήρχε για το μέλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Μπεναρόγια αναπροσάρμοσε την τακτική του και κάτω από τον σοσιαλιστικό μανδύα, προπαγάνδιζε μέσα από την εφημερίδα της οργάνωσης «Αβάντι», την αυτόνομη ομοσπονδία της Μακεδονίας, ως τμήμα μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας.
Γράφει για την Φεντερασιόν, ο διατελέσας προσωρινός Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ (1925-1926) και βουλευτής (1926-28), Ελευθέριος Σταυρίδης («Τα Παρασκήνια του ΚΚΕ»): … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »