Πολιτική – Σελίδα 21 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Αρχεία της κατηγορίας «Πολιτική»

Θέματα πολιτικής.

Η κάθοδος του «Σισμίκ 1» προς το Αιγαίο κι ο παρ’ ολίγον ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1987

  30/01/2010 | Σχολιασμός

Το πλοίο «Σισμίκ» (πρώην «Χόρα»)Η κρίση του 1987, έχει μείνει στην μνήμη των Ελλήνων, σαν ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος, που «κερδήθηκε», χωρίς να έχει γίνει καν πόλεμος. Η αιτία της κρίσης εντοπίζεται στην αμφισβήτηση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας από την Τουρκία και στην πιθανή ύπαρξη υποθαλάσσιων κοιτασμάτων πετρελαίου στις αμφισβητούμενες περιοχές.

Η διαμάχη ανάγεται στο 1973, όταν η τουρκική κυβέρνηση παραχώρησε άδεια διεξαγωγής ερευνών για πετρέλαιο σε υποθαλάσσιες περιοχές κοντά σε ελληνικά νησιά.

Με σκοπό την έρευνα για την ύπαρξη πιθανών κοιτασμάτων, το τουρκικό επιστημονικό σκάφος «Χόρα» αποπλέει στις 23 Ιουλίου του 1976 από τα στενά του Βοσπόρου για το Αιγαίο. Το βράδυ της 6ης Αυγούστου 1976 το «Χόρα» παραβιάζει για πρώτη φορά την ελληνική υφαλοκρηπίδα. Το πρωί της 7ης Αυγούστου γίνεται η δεύτερη παραβίαση. Είχε προηγηθεί, στις αρχές του χρόνου, ο εντοπισμός των κοιτασμάτων πετρελαίου στον Πρίνο. Η κυβέρνηση Καραμανλή μπροστά στην ωμή πρόκληση επιλέγει το δρόμο των διπλωματικών παρεμβάσεων. Καταθέτει προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ζητώντας την πολιτική καταδίκη της Τουρκίας και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων…

Ο μετέπειτα πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, που εκείνο το χρονικό διάστημα βρισκόταν σε περιοδεία στη Θράκη, με την ιστορική φράση «βυθίσατε το Χόρα», δείχνει τον δρόμο προς μια πιο σκληρή και αποφασιστική στάση. Η θέση αυτή, χαρακτηρίστηκε απ’ τους πολιτικούς αντιπάλους του, ως ανεύθυνη, επιπόλαιη και ένα πολιτικό λεκτικό πυροτέχνημα εντυπωσιασμού.

Το «Χόρα» τελικά ελλιμενίστηκε στη Σμύρνη στις 17 Αυγούστου. Οι προσφυγές της ελληνικής κυβέρνησης στους διεθνείς οργανισμούς έμειναν χωρίς αποτέλεσμα.

Το «Χόρα» έμελλε να είναι και πάλι η πέτρα του σκανδάλου, λίγα χρόνια αργότερα, το 1987, το οποίο είχε μετονομαστεί πλέον σε «Σισμίκ 1» (ΜΤΑ Sismik Ι). Σύμφωνα με τους τουρκικούς σχεδιασμούς, το «Σισμίκ» θα πραγματοποιούσε έρευνες σε διεθνή ύδατα στο βόρειο Αιγαίο, με σκοπό τη δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων σε σχέση με την κατανομή της υφαλοκρηπίδας. Ήταν προφανές ότι οι υπό έρευνα περιοχές εντάσσονταν στον χώρο ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. «Υπό αμφισβήτηση» κατά την ελληνική άποψη ήταν μόνο η υφαλοκρηπίδα μεταξύ των «ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των τουρκικών παραλίων της Μικράς Ασίας» σύμφωνα με τους όρους της προσφυγής της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο το 1976 για την οριοθέτησή της. Την ελληνική πρόταση για από κοινού μεταξύ των δύο χωρών προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο, που προϋπέθετε τη σύναψη συνυποσχετικού κατόπιν διαπραγματεύσεων, η Τουρκία την απέκρουε σταθερά. Αντ’ αυτής επεκαλείτο το «Πρακτικό της Βέρνης» με το όποιο η Ελλάδα και η Τουρκία το 1976 αναλάμβαναν να αποφεύγουν κάθε πρωτοβουλία σχετικά με την υφαλοκρηπίδα «… η οποία θα ηδύνατο να παρενοχλήσει την διαπραγμάτευσιν». Αφού το 1987 δεν υπήρχε διαπραγμάτευση το «Πρακτικόν» ήταν ανίσχυρο και η Ελλάδα αδέσμευτη θα ασκούσε τα δικαιώματα που της εξασφάλιζε η Σύμβαση του ΟΗΕ γα τη Θάλασσα.

Αφορμή για την Άγκυρα αποτέλεσε η αίτηση της αμερικανοκαναδικής εταιρίας «Denison» να επεκτείνει τις έρευνες της για πετρέλαιο στα 10 ν.μ. ανατολικά της Θάσου. Η κυβέρνηση Παπανδρέου πίστευε ότι δεν υπήρχε λόγος να μη γίνουν γεωτρήσεις στα 10 ν.μ. της Θάσου, ερμηνεύοντας το «Πρωτόκολλο της Βέρνης» και τα συμφωνηθέντα μεταξύ Καραμανλή-Ετζεβίτ ως ανενεργά πλέον. Το Πρωτόκολλο δέσμευε και τις δύο πλευρές να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια στην περιοχή, όσο διάστημα διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις για την υφαλοκρηπίδα. Από τη στιγμή όμως που οι διαπραγματεύσεις είχαν διακοπεί, το Πρωτόκολλο ήταν τουλάχιστον ανενεργό. Αυτή εξακολουθεί να είναι η ελληνική θέση έκτοτε.

Αρχικά, στις 19 Μαρτίου 1987, η Τουρκία έστειλε για «έρευνες» στα διεθνή ύδατα, μεταξύ Λήμνου, Σαμοθράκης και Θάσου, το ωκεανογραφικό σκάφος «Πίρι Ρέις». Η ελληνική πολεμική μηχανή αρχίζει να ενεργοποιείται και από την κυβέρνηση καθίσταται σαφές, πως οποιαδήποτε προσέγγιση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, αποτελεί αιτία πολέμου. Η κρίση δείχνει να εκτονώνεται όταν η Τουρκία δίνει εντολή στο «Πίρι Ρέις» να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Για λίγο όμως, όπως έδειξαν τα γεγονότα που ακολούθησαν…

Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, την επίμαχη εκείνη περίοδο, Νουζχέτ Καντεμίρ, με δική του πρωτοβουλία έλαβε την απόφαση να ανοιχτεί το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Σισμίκ 1» στο Αιγαίο, πυροδοτώντας και πάλι την ελληνοτουρκική κρίση στις 26 Μαρτίου 1987
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Υστερόγραφο στην ασημαντότητα (Κορνήλιος Καστοριάδης)

  23/01/2010 | Σχολιασμός

Κορνήλιος ΚαστοριάδηςΑπ ‘ όλα τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου κόσμου -κρίσεις, αντιφάσεις, αντιθέσεις, τομές-, εκείνο που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ασημαντότητα.

Ας πάρουμε τη διαμάχη ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Στις ημέρες μας έχει χάσει το νόημα της. Όχι επειδή δεν υπάρχει υλικό, για να τροφοδοτηθεί μια πολιτική διαμάχη, και μάλιστα μια πολύ σοβαρή διαμάχη. Αλλά επειδή τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά, λίγο έως πολύ, λένε τα ίδια πράγματα. […]

Οι πολιτικοί είναι ανίσχυροι. Αυτό είναι βέβαιο. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να «πηγαίνουν με το ρεύμα», δηλαδή να εφαρμόζουν μια υπερ-φιλελεύθερη πολιτική, η οποία είναι της μόδας. Κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται για πολιτικούς αλλά για μικροπολιτικούς που επιδίδονται σε ψηφοθηρία με οποιοδήποτε μέσον, με το marketing, κ.λπ. Ουσιαστικά, αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα πρόγραμμα. Στόχος τους είναι: είτε η παραμονή τους στην εξουσία, είτε η επιστροφή τους σ’ αυτήν. Και για να τον πετύχουν, είναι ικανοί για όλα. […]

Οπωσδήποτε, υπάρχει ενδογενής σχέση ανάμεσα στη μηδαμινή πολιτική αυτού του είδους -ουσιαστικά, πρόκειται για το μη γίγνεσθαι της πολιτικής- και στην ασημαντότητα που χαρακτηρίζει τους άλλους τομείς· την ασημαντότητα στις τέχνες, στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνία. Είναι το πνεύμα του καιρού μας. Όλα συνεργούν προς αυτήν την κατεύθυνση, προς τα ίδια αποτελέσματα. Όλα οδηγούν στην ασημαντότητα.

Περίεργο επάγγελμα η πολιτική, ακόμη κι αυτή εδώ η μηδαμινή πολιτική. Γιατί; Διότι προϋποθέτει δύο ικανότητες που δεν συνδυάζονται μεταξύ τους.
Η πρώτη ικανότητα είναι η κατάκτηση της εξουσίας (μπορεί να έχει κανείς τις καλύτερες ιδέες, αλλά αυτό δεν χρησιμεύει, εάν δεν έχει κατακτήσει την εξουσία).
Η δεύτερη είναι, μετά την κατάκτηση της εξουσίας, να την αξιοποιήσει κανείς, δηλαδή να κυβερνήσει.

Τίποτα όμως δεν εγγυάται ότι κάποιος που είναι ικανός να κυβερνήσει, είναι επίσης ικανός να ανέβει στην εξουσία. Στο παρελθόν, στις απόλυτες μοναρχίες, η άνοδος στην εξουσία προϋπέθετε να κολακεύει κανείς τον βασιλιά ή να είναι ευνοούμενος της Μαντάμ Πομπαντούρ. Σήμερα, στις ψευδο-δημοκρατίες μας, η άνοδος στην εξουσία προϋποθέτει να κολακεύει κανείς την κοινή γνώμη ή να έχει τηλεοπτική φωτογένεια. Χρησιμοποίησα τον όρο «ψευδο-δημοκρατία», διότι ανέκαθεν πίστευα και πιστεύω ότι η λεγόμενη «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» δεν είναι αληθινή δημοκρατία. Οι αντιπρόσωποι της ελάχιστα αντιπροσωπεύουν τους εκλογείς. Κατά κύριο λόγο, αντιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, ιδιαίτερα συμφέροντα, λόμπι, κ.λπ.

Όταν λέμε ότι κάποιος με αντιπροσωπεύει για τέσσερα χρόνια, χωρίς να έχω τη δυνατότητα ανάκλησης του, αυτό σημαίνει ότι απεκδύομαι της κυριαρχίας μου. (Ο Ζαν Ζακ Ρουσό το έχει πολύ καλά διατυπώσει: «Οι Άγγλοι νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι, επειδή εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους κάθε πέντε χρόνια, πλην όμως είναι ελεύθεροι μόνον μία ημέρα κάθε πέντε χρόνια· την ημέρα των εκλογών».) Το πρόβλημα δεν είναι μήπως στις εκλογές γίνει νοθεία και αλλοιωθούν τα αποτελέσματα. Αλλού έγκειται το πρόβλημα. Οι εκλογές είναι υπονομευμένες, διότι οι επιλογές των ψηφοφόρων έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων.

Θα σας θυμήσω μια φράση του Αριστοτέλη: «Ποιος είναι πολίτης; Πολίτης είναι ο ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί». Στη Γαλλία, υπάρχουν τριάντα εκατομμύρια πολίτες. Γιατί δεν είναι ικανοί να κυβερνήσουν; Διότι όλη η πολιτική ζωή στοχεύει ακριβώς στο να μη μαθαίνουν οι πολίτες πώς να κυβερνούν και, τελικά, να εμπιστεύονται στους ειδικούς το έργο της διακυβέρνησης. Υπάρχει δηλαδή μια αντι-πολιτική εκπαίδευση. Ενώ οι άνθρωποι έπρεπε να αναλαμβάνουν όλων των ειδών τις πολιτικές ευθύνες και να παίρνουν ανάλογες πρωτοβουλίες, τελικά, εθίζονται στο να ακολουθούν και να ψηφίζουν τις πολιτικές επιλογές που άλλοι τους παρουσιάζουν έτοιμες. Στις νεωτερικές κοινωνίες -ας πούμε από την εποχή της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης έως περίπου τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο· υπήρχαν φλέγουσες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις. Αυτούς τους δύο αιώνες τους σημάδεψαν σημαντικοί αγώνες. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν διαδηλώσεις. Όμως δεν διαδήλωναν απλώς για μια σιδηροδρομική γραμμή (χωρίς αυτό να είναι περιφρονητέο), αλλά για μεγάλα πολιτικά ιδεώδη. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν απεργίες. Όμως δεν απεργούσαν απλώς για τα μικρά συντεχνιακά συμφέροντα τους, αλλά για μεγάλα ζητήματα που αφορούσαν όλους τους μισθωτούς.

Σήμερα, παρατηρείται σαφής υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας. Όσο οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την πολιτική δραστηριότητα και αποσύρονται στην ιδιωτική τους σφαίρα, τόσο οι γραφειοκράτες και οι μικροπολιτικοί προελαύνουν. Και οι τελευταίοι έχουν για δικαιολογία ότι «ο κόσμος δεν κάνει τίποτα… γι’ αυτόν τον λόγο αναλαμβάνουμε εμείς πρωτοβουλίες…». Με τη σειρά του ο κόσμος λέει ότι «δεν αξίζει τον κόπο να ανακατευόμαστε… φθάνουν τόσοι που ασχολούνται, στο κάτω κάτω τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;…». Και έτσι δημιουργείται φαύλος κύκλος. Η υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας συνδέεται και με την κατάρρευση των μεγάλοι πολιτικών ιδεολογιών, είτε επαναστατικών είτε ρεφορμιστικών, οι οποίες ήθελαν πραγματικά να αλλάξουν την κοινωνία. Για χίλιους δυο λόγους, αυτές οι ιδεολογίες έχασαν το κύρος τους· έπαψαν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών, στις προσδοκίες των ανθρώπων, στην κατάσταση της κοινωνίας, στην ιστορική εμπειρία.

Η κατάρρευση του Κομμουνισμού και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είναι ένα κεφαλαιώδες γεγονός. Κατονομάστε μου όμως έστω έναν πολιτικό -για να μην πω πολιτικάντη- της Αριστεράς, ο οποίος πράγματι να συλλογίστηκε τι συνέβη και γιατί. Ποιος πολιτικός της Αριστεράς αποκόμισε κάποια διδάγματα από τα γεγονότα αυτά; Κι όμως η πορεία του Κομμουνισμού -η πορεία προς τη θηριωδία, τον ολοκληρωτισμό, τα Γκουλάγκ έως την κατάρρευση- απαιτεί οπωσδήποτε πολύ βαθύ στοχασμό και συναγωγή συμπερασμάτων. Στοχασμό, για το τι ένα κίνημα -που θέλει να αλλάξει την κοινωνία- μπορεί ή δεν μπορεί, πρέπει ή δεν πρέπει, οφείλει ή δεν οφείλει να κάνει. Στην προκειμένη περίπτωση οι κύριοι της Αριστεράς παίρνουν ένα ολοστρόγγυλο μηδέν
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Η θεωρία του πολέμου, ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία

  23/01/2010 | Σχολιασμός

Ο Poincare, ο μεγάλος Γάλλος μαθηματικός, είπε κάποτε ότι ο πόλεμος είναι πειραματική επιστήμη στην οποία δεν είναι δυνατόν να διεξαχθούν πειράματα. Τα περιθώρια για πειραματισμούς είναι ακόμα στενότερα σε χώρες όπως η Ελλάδα που, αν δούμε τα πράγματα έστω και σε μεσοπρόθεσμη απλώς ιστορική προοπτική, περπατούν πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Το λυπηρό παράδοξο σε ακροσφαλείς ιστορικές καταστάσεις συνοδευόμενες από διάχυτα παρακμιακά φαινόμενα είναι ότι η στρατηγική σκέψη θολώνει τόσο περισσότερο, όσο εντονότερα τη χρειάζεται ένα έθνος.

Όπως ο βαριά άρρωστος δεν αναρωτιέται τί θα κάμει σε δέκα χρόνια, αλλά αν θα βγάλει τη νύχτα, έτσι ο ιστορικά ανίσχυρος χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μακρόπνοων συλλήψεων και την προσήλωση στα άμεσα δεδομένα· η διαφορά ανάμεσα σ’ όποιον χαροπαλεύει βιολογικά και σ’ όποιον αποσυντίθεται ιστορικά είναι βέβαια ότι η προσήλωση του πρώτου στα άμεσα δεδομένα εμφανίζεται ως προσπάθεια υπέρβασης ενός πόνου, ενώ του δεύτερου ως κοντόθωρη ευδαιμονιστική επιδίωξη. Η τάση άρνησης ή απώθησης των μακροπρόθεσμων παραγόντων και εξελίξεων, δηλαδή των δεδομένων της πολιτικής υπό την αντικειμενική έννοια του όρου, δυναμώνει όταν τα δεδομένα αυτά θίγουν νευραλγικά ψυχολογικά σημεία, με άλλα λόγια τις εθνικές αυταρέσκειες και ψευδαισθήσεις. Υπό την επήρειά τους συνήθως υπερτιμάται η σημασία των τομέων, στους οποίους υπερέχει πραγματικά ή φανταστικά η Ελλάδα (π .χ. θεωρείται ουσιώδες πολιτικό και ιστορικό πλεονέκτημα ότι η Ελλάδα είναι χώρα «ευρωπαϊκή» και «δημοκρατική», ενώ η Τουρκία «οθωμανική», «βάρβαρη», «φασιστική» κ.τ.λ.), και ταυτόχρονα η ισχύς ή οι επιτυχίες της άλλης πλευράς αποδίδονται κατά σύστημα στην εύνοια των Μεγάλων, στον ανθελληνισμό της Δύσης κ.ο.κ.
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Γιατί είναι ΛΑΘΟΣ το αίτημα δημοψηφίσματος για το μεταναστευτικό

  13/01/2010 | Σχολιασμός

Κάποιοι προσπαθούν να παρασύρουν τον ελληνικό λαό στο λάθος σ’ ό,τι αφορά τον νέο νόμο περί των λαθρομεταναστών και ιθαγένειας. Είναι λάθος το αίτημα για δημοψήφισμα. Τραγικό λάθος, εφόσον μετατρέπει ένα ζήτημα σε πολιτικό, ενώ δεν είναι τέτοιο. Είναι προφανές ότι το ζήτημα δεν είναι πολιτικό. Δεν είναι πολιτικό, όσο δεν είναι πολιτικό ζήτημα και το να πάρει μια κυβέρνηση την απόφαση να χαρίσει τη Θράκη στους Τούρκους ή τη Μακεδονία στη FYROM. Για τέτοια ζητήματα έχει “αποφασίσει” το Σύνταγμα και αυτά τα ζητήματα δεν είναι πολιτικά. Δεν απαιτούν σχετικές ή απόλυτες πλειοψηφίες, προκειμένου να εφαρμοστούν υπό καθεστώς νομιμότητας. ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ρητά από το Σύνταγμα. Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες και το Σύνταγμα προστατεύει το σύνολο των ιδιοκτησιών των Ελλήνων με “όλα τα μέσα”.

Μόνον τα πολιτικά ζητήματα βρίσκουν λύσεις μέσω δημοψηφισμάτων. Τα ζητήματα, όπου οι πλειοψηφίες, μέσω των δημοψηφισμάτων αυτών, έχουν ένα ισχυρό μέσο να εκφραστούν και να δηλώσουν τις αντιθέσεις τους ως προς τις μεθοδεύσεις της κεντρικής πολιτικής εξουσίας. Τα πολιτικά ζητήματα ανήκουν στη σφαίρα του υποκειμενικού και γι’ αυτόν το λόγο επιλύονται ακόμα και με τη μέθοδο των δημοψηφισμάτων. Πολίτες, οι οποίοι έχουν διαφορετικές αντιλήψεις και πρέπει αναγκαστικά να συνυπάρξουν μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας, αποφαίνονται μέσω δημοψηφισμάτων, προκειμένου να ισχύσει η αρχή της πλειοψηφίας. Μια πλειοψηφία, η οποία, εξαιτίας του υποκειμενικού που χαρακτηρίζει το όποιο πολιτικό θέμα, μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει.

Οι κυβερνήσεις έχουν τη δικαιοδοσία από το Σύνταγμα να επιλύουν τέτοιου είδους ζητήματα. Να τα επιλύουν με βάση τη δική τους υποκειμενική αντίληψη και βέβαια βάση της επίσης υποκειμενικής αντίληψης αυτών που τις ψήφισαν. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλές φορές η μία κυβέρνηση λειτουργεί ακυρωτικά σ’ ό,τι αφορά τις πολιτικές μιας άλλης. Γι’ αυτόν τον λόγο μια επόμενη κυβέρνηση μπορεί να ακυρώσει τις πολιτικές “σημαίες” της προηγούμενης. Κάτι ανάλογο μ’ αυτό που συμβαίνει σήμερα, όπου από τη μία πλευρά ένας αφελής Γιωργάκης μιλάει για προεκλογικές δεσμεύσεις σ’ ό,τι αφορά το θέμα της παροχής ιθαγένειας στους λαθρομετανάστες και ο Σαμαράς από την άλλη “απαντά” με τις απειλές της ακύρωσης των συγκεκριμένων πολιτικών.

Όλα αυτά είναι εκ του πονηρού. Κάποιοι προσπαθούν με ύπουλο τρόπο να
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη

  10/01/2010 | Σχολιασμός

Το θέμα της σχέσης που συνδέει το ελληνικό κράτος με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας έχει ένα τεράστιο ιστορικό και νομικό βάρος. Προσεγγίζοντας όμως τη σχέση μεταξύ θρησκείας-εκκλησιών-κρατικής εξουσίας, υπό την οπτική ευρωπαϊκών συνταγματικών κειμένων αναδεικνύονται οι διαστάσεις μιας ευρύτερα συγκρουσιακής σχέσης με πλούσιο παρελθόν.

Κοινό χαρακτηριστικό των δύο πόλων του ζεύγματος εκκλησία και κράτος είναι η εξουσία και κοινό πεδίο διεκδίκησης ο δημόσιος χώρος. Από τη στιγμή που ανετράπη η ενότητα εκκλησιαστικής και κρατικής εξουσίας, η αποσύνδεση του κράτους από την εκκλησία σε επίπεδο συνταγματικών προβλέψεων αλλά και στο επίπεδο της εφαρμογής τους στην πράξη δεν υπήρξε ούτε απλή ούτε αναίμακτη· οι λόγοι είναι αρκετοί, με σημαντικότερους τους εξής:

Πρώτος λόγος είναι η εξ ορισμού διαφορετικότητα μεταξύ των δύο. Το κράτος στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία από την οποία απορρέει η σχετικότητα της αλήθειας, ενώ οι θρησκείες στηρίζονται στην αλήθεια της θείας αποκάλυψης. Παρατηρείται, συνεπώς, αφ’ ενός η υιοθέτηση διαφορετικών αξιών από τμήματα της κοινωνίας με τη στήριξη του κράτους, αφ’ ετέρου εκδηλώσεις μη σεβασμού της διαφορετικής άποψης με τη στήριξη της εκκλησιαστικής πλευράς. Κλασικά παραδείγματα τέτοιων συγκρούσεων είναι η θεολογική ερμηνεία της εξέλιξης του κόσμου και του ανθρώπινου γένους, και το ζήτημα της άμβλωσης.

Δεύτερος λόγος είναι η διαφορά του σκοπού στη δράση των δύο. Κάθε θρησκεία στοχεύει στη διατήρηση και αύξηση των πιστών της και στην προστασία των δογμάτων της, ενώ το σύγχρονο κράτος έχει σκοπό να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας συνείδησης των πολιτών του σε συνδυασμό με την ανοχή, που υπαγορεύεται και από τις νέες δομές των πολυ-πολιτισμικών ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Κράτη με επίσημη εκκλησία
Χαρακτηριστικό των κρατών αυτής της κατηγορίας είναι η αναγωγή μίας εκκλησίας ως επίσημης σε συνδυασμό με τον εθνικό της χαρακτήρα. Εδώ υπάγονται η Δανία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ελλάδα
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής