Η κάθοδος του «Σισμίκ 1» προς το Αιγαίο κι ο παρ’ ολίγον ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1987
30/01/2010 |
Σχολιασμός
Η κρίση του 1987, έχει μείνει στην μνήμη των Ελλήνων, σαν ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος, που «κερδήθηκε», χωρίς να έχει γίνει καν πόλεμος. Η αιτία της κρίσης εντοπίζεται στην αμφισβήτηση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας από την Τουρκία και στην πιθανή ύπαρξη υποθαλάσσιων κοιτασμάτων πετρελαίου στις αμφισβητούμενες περιοχές.
Η διαμάχη ανάγεται στο 1973, όταν η τουρκική κυβέρνηση παραχώρησε άδεια διεξαγωγής ερευνών για πετρέλαιο σε υποθαλάσσιες περιοχές κοντά σε ελληνικά νησιά.
Με σκοπό την έρευνα για την ύπαρξη πιθανών κοιτασμάτων, το τουρκικό επιστημονικό σκάφος «Χόρα» αποπλέει στις 23 Ιουλίου του 1976 από τα στενά του Βοσπόρου για το Αιγαίο. Το βράδυ της 6ης Αυγούστου 1976 το «Χόρα» παραβιάζει για πρώτη φορά την ελληνική υφαλοκρηπίδα. Το πρωί της 7ης Αυγούστου γίνεται η δεύτερη παραβίαση. Είχε προηγηθεί, στις αρχές του χρόνου, ο εντοπισμός των κοιτασμάτων πετρελαίου στον Πρίνο. Η κυβέρνηση Καραμανλή μπροστά στην ωμή πρόκληση επιλέγει το δρόμο των διπλωματικών παρεμβάσεων. Καταθέτει προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ζητώντας την πολιτική καταδίκη της Τουρκίας και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων…
Ο μετέπειτα πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, που εκείνο το χρονικό διάστημα βρισκόταν σε περιοδεία στη Θράκη, με την ιστορική φράση «βυθίσατε το Χόρα», δείχνει τον δρόμο προς μια πιο σκληρή και αποφασιστική στάση. Η θέση αυτή, χαρακτηρίστηκε απ’ τους πολιτικούς αντιπάλους του, ως ανεύθυνη, επιπόλαιη και ένα πολιτικό λεκτικό πυροτέχνημα εντυπωσιασμού.
Το «Χόρα» τελικά ελλιμενίστηκε στη Σμύρνη στις 17 Αυγούστου. Οι προσφυγές της ελληνικής κυβέρνησης στους διεθνείς οργανισμούς έμειναν χωρίς αποτέλεσμα.
Το «Χόρα» έμελλε να είναι και πάλι η πέτρα του σκανδάλου, λίγα χρόνια αργότερα, το 1987, το οποίο είχε μετονομαστεί πλέον σε «Σισμίκ 1» (ΜΤΑ Sismik Ι). Σύμφωνα με τους τουρκικούς σχεδιασμούς, το «Σισμίκ» θα πραγματοποιούσε έρευνες σε διεθνή ύδατα στο βόρειο Αιγαίο, με σκοπό τη δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων σε σχέση με την κατανομή της υφαλοκρηπίδας. Ήταν προφανές ότι οι υπό έρευνα περιοχές εντάσσονταν στον χώρο ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. «Υπό αμφισβήτηση» κατά την ελληνική άποψη ήταν μόνο η υφαλοκρηπίδα μεταξύ των «ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των τουρκικών παραλίων της Μικράς Ασίας» σύμφωνα με τους όρους της προσφυγής της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο το 1976 για την οριοθέτησή της. Την ελληνική πρόταση για από κοινού μεταξύ των δύο χωρών προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο, που προϋπέθετε τη σύναψη συνυποσχετικού κατόπιν διαπραγματεύσεων, η Τουρκία την απέκρουε σταθερά. Αντ’ αυτής επεκαλείτο το «Πρακτικό της Βέρνης» με το όποιο η Ελλάδα και η Τουρκία το 1976 αναλάμβαναν να αποφεύγουν κάθε πρωτοβουλία σχετικά με την υφαλοκρηπίδα «… η οποία θα ηδύνατο να παρενοχλήσει την διαπραγμάτευσιν». Αφού το 1987 δεν υπήρχε διαπραγμάτευση το «Πρακτικόν» ήταν ανίσχυρο και η Ελλάδα αδέσμευτη θα ασκούσε τα δικαιώματα που της εξασφάλιζε η Σύμβαση του ΟΗΕ γα τη Θάλασσα.
Αφορμή για την Άγκυρα αποτέλεσε η αίτηση της αμερικανοκαναδικής εταιρίας «Denison» να επεκτείνει τις έρευνες της για πετρέλαιο στα 10 ν.μ. ανατολικά της Θάσου. Η κυβέρνηση Παπανδρέου πίστευε ότι δεν υπήρχε λόγος να μη γίνουν γεωτρήσεις στα 10 ν.μ. της Θάσου, ερμηνεύοντας το «Πρωτόκολλο της Βέρνης» και τα συμφωνηθέντα μεταξύ Καραμανλή-Ετζεβίτ ως ανενεργά πλέον. Το Πρωτόκολλο δέσμευε και τις δύο πλευρές να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια στην περιοχή, όσο διάστημα διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις για την υφαλοκρηπίδα. Από τη στιγμή όμως που οι διαπραγματεύσεις είχαν διακοπεί, το Πρωτόκολλο ήταν τουλάχιστον ανενεργό. Αυτή εξακολουθεί να είναι η ελληνική θέση έκτοτε.
Αρχικά, στις 19 Μαρτίου 1987, η Τουρκία έστειλε για «έρευνες» στα διεθνή ύδατα, μεταξύ Λήμνου, Σαμοθράκης και Θάσου, το ωκεανογραφικό σκάφος «Πίρι Ρέις». Η ελληνική πολεμική μηχανή αρχίζει να ενεργοποιείται και από την κυβέρνηση καθίσταται σαφές, πως οποιαδήποτε προσέγγιση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, αποτελεί αιτία πολέμου. Η κρίση δείχνει να εκτονώνεται όταν η Τουρκία δίνει εντολή στο «Πίρι Ρέις» να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Για λίγο όμως, όπως έδειξαν τα γεγονότα που ακολούθησαν…
Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, την επίμαχη εκείνη περίοδο, Νουζχέτ Καντεμίρ, με δική του πρωτοβουλία έλαβε την απόφαση να ανοιχτεί το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Σισμίκ 1» στο Αιγαίο, πυροδοτώντας και πάλι την ελληνοτουρκική κρίση στις 26 Μαρτίου 1987 …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Απ ‘ όλα τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου κόσμου -κρίσεις, αντιφάσεις, αντιθέσεις, τομές-, εκείνο που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ασημαντότητα.
Ο Poincare, ο μεγάλος Γάλλος μαθηματικός, είπε κάποτε ότι ο πόλεμος είναι πειραματική επιστήμη στην οποία δεν είναι δυνατόν να διεξαχθούν πειράματα. Τα περιθώρια για πειραματισμούς είναι ακόμα στενότερα σε χώρες όπως η Ελλάδα που, αν δούμε τα πράγματα έστω και σε μεσοπρόθεσμη απλώς ιστορική προοπτική, περπατούν πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Το λυπηρό παράδοξο σε ακροσφαλείς ιστορικές καταστάσεις συνοδευόμενες από διάχυτα παρακμιακά φαινόμενα είναι ότι η στρατηγική σκέψη θολώνει τόσο περισσότερο, όσο εντονότερα τη χρειάζεται ένα έθνος.
Κάποιοι προσπαθούν να παρασύρουν τον ελληνικό λαό στο λάθος σ’ ό,τι αφορά τον νέο νόμο περί των λαθρομεταναστών και ιθαγένειας. Είναι λάθος το αίτημα για δημοψήφισμα. Τραγικό λάθος, εφόσον μετατρέπει ένα ζήτημα σε πολιτικό, ενώ δεν είναι τέτοιο. Είναι προφανές ότι το ζήτημα δεν είναι πολιτικό. Δεν είναι πολιτικό, όσο δεν είναι πολιτικό ζήτημα και το να πάρει μια κυβέρνηση την απόφαση να χαρίσει τη Θράκη στους Τούρκους ή τη Μακεδονία στη FYROM. Για τέτοια ζητήματα έχει “αποφασίσει” το Σύνταγμα και αυτά τα ζητήματα δεν είναι πολιτικά. Δεν απαιτούν σχετικές ή απόλυτες πλειοψηφίες, προκειμένου να εφαρμοστούν υπό καθεστώς νομιμότητας. ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ρητά από το Σύνταγμα. Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες και το Σύνταγμα προστατεύει το σύνολο των ιδιοκτησιών των Ελλήνων με “όλα τα μέσα”.
Το θέμα της σχέσης που συνδέει το ελληνικό κράτος με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας έχει ένα τεράστιο ιστορικό και νομικό βάρος. Προσεγγίζοντας όμως τη σχέση μεταξύ θρησκείας-εκκλησιών-κρατικής εξουσίας, υπό την οπτική ευρωπαϊκών συνταγματικών κειμένων αναδεικνύονται οι διαστάσεις μιας ευρύτερα συγκρουσιακής σχέσης με πλούσιο παρελθόν.


