Ένας απ’ τους πιο ατιμωτικούς θανάτους κατά την αρχαιότητα, ήταν ο κατακρημνισμός σε βάραθρο. Εφαρμοζόταν στην Αθήνα, στην Κόρινθο, στους Δελφούς, στη Θεσσαλία κι αλλού και αφορούσε τους αιχμαλώτους, εγκληματίες, ιερόσυλους και προδότες. Εκτός από το αυτονόητο μαρτύριο, η ποινή εμπεριείχε και μεταφυσικές προεκτάσεις, καθώς το σώμα παρέμενε άταφο και η ψυχή αδυνατούσε να λυτρωθεί. «Κόρακες» ονομαζόταν ο τόπος τιμωρίας στη Θεσσαλία, «βάραθρο» ή «όρυγμα» στην Αθήνα, όπου πάντως μετά το 406 π.Χ. φαίνεται πως η τιμωρία παύει να εφαρμόζεται, «Καιάδας» στη Σπάρτη. Ο τελευταίος είναι και ο πιο διάσημος, καθώς είναι ευρέως διαδεδομένη σήμερα η φήμη, πως εκεί έριχναν οι Σπαρτιάτες, εκτός από αιχμαλώτους και κατάδικους, τα ανάπηρα και ασθενικά βρέφη ή παιδιά της Σπάρτης. Ο Καιάδας, που ο Στράβων τον αποκαλεί «δεσμωτήριον το παρά Λακεδαιμονίους σπήλαιο τι», ταυτίζεται σήμερα με το σπηλαιοβάραθρο του χωριού Τρύπη (10 χλμ. βορειοδυτικά της Σπάρτης), βάσει των περιγραφών του αρχαίου περιηγητή Παυσανία (τον αποκαλεί «απότομο και βαθύ βάραθρο»), του Πλούταρχου κ.ά., καθώς και του σύγχρονου Γάλλου περιηγητή O. Rayet, ο οποίος το επισκέφτηκε το 1879.
Κατά ιστορικές αναφορές, στον Καιάδα ρίχτηκαν από τους Σπαρτιάτες ο ήρωας του Β΄ Πελοποννησιακού πολέμου ο Αριστομένης ο Ανδανιεύς μαζί με 50 αιχμαλώτους Μεσσηνίους. Επίσης στον Καιάδα οι Σπαρτιάτες κατακρήμνισαν και το νεκρό σώμα του βασιλέως των Παυσανία που είχε καταδικαστεί σε θάνατο επί προδοσία. Οι αρχαίες αναφορές (Θουκ. 1.134, Παυσαν. 4.18, Στράβ. Η 376) καθιστούν σαφές ότι στον Καιάδα απορρίπτονταν «…οι επί μεγίστοις τιμωρούμενοι» και οι αιχμάλωτοι πολέμου.
Ο αμφιλεγόμενος ρόλος του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Μικρασιατικό Ζήτημα, πριν αλλά και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, θα συνεχιστεί, όταν αποφεύγοντας να εκμεταλλευτεί την συνεργασία των αντικεμαλικών κινημάτων (ισλαμιστές, Αρμένιοι, Κούρδοι κ.ά.), που θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμοποιήσει ενδεχομένως ως μοχλό πίεσης για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων απέναντι στον Κεμάλ, ξεκίνησε μια «επίθεση» φιλίας απέναντι στην Τουρκία, τον μέχρι προ ολίγου δηλαδή, δήμιο των Ελλήνων, αλλά και των άλλων μη χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, στα πλαίσια της εθνοκαθαρτικής πολιτικής των Νεότουρκων. Η «φιλία» αυτή επισημοποιήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1930, όταν υπογράφτηκε στην Άγκυρα το Σύμφωνο Ελληνοτουρκικής Φιλίας.
Το Σύμφωνο αυτό, θα σχολιάσει με αιχμηρότατο τρόπο, ο εκδότης της Καθημερινής, Γεώργιος Βλάχος, με κύριο άρθρο στην εφημερίδα του (αντιτιθέμενος, όχι τόσο ως προς την υλοποίησή του, αλλά ως προς τις χρονικές συγκυρίες), «ερεθισμένος» από αποστροφές λόγων του Βενιζέλου, όπως «Τίποτα πλέον δεν χωρίζει τους δύο λαούς» και «Η επί εξ αιώνας συμβίωσις των Ελλήνων και Τούρκων επί των αυτών εδαφών επέτρεψε να γνωρισθούν και να εκτιμηθούν αμοιβαίως». Δεν θα αποφύγει δε, να σχολιάσει σε υπόστυλο της ίδιας έκδοσης και τις υπερβολές που δημιούργησε αυτό το κλίμα «φιλίας» που υποστήριζε με κάθε τρόπο ο Βενιζέλος: «Μεταξύ των ολίγων οι οποίοι εχειροκρότουν κατά παραγγελίαν εις την χθεσινήν συγκέντρωσιν του Συντάγματος, υπήρχον και ελάχιστοι «θερμόαιμοι» οι οποίοι ώθησαν τον ενθουσιασμόν των μέχρι των άκρων. Ούτω κατά τινάς στιγμήν εικούστηκαν μερικοί εξ αυτών κραυγάζοντες: “Ζήτω η Τουρκία”. Και εις απλοϊκός άνθρωπος του λαού, εψιθύρισε: “Ολίγον εάν ενθουσιαστούν ακόμη και θα φωνάξουν: “Κάτω η Ελλάς!”».
Το επικριτικό άρθρο του Γεωργίου Βλάχου, με ημερομηνία δημοσίευσης 30 Νοεμβρίου 1930, έχει ως εξής: … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Είναι γνωστόν, πως κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι ρασοφόροι λειτούργησαν ως πέμπτη φάλαγγα, καλλιεργώντας είτε κλίμα ηττοπάθειας -αντιτιθέμενοι στην ένωση των Εκκλησιών- λέγοντας πως «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει», είτε ερχόμενοι και σε απευθείας συνομιλίες με τους Οθωμανούς. Τις προδοσίες των ρασοφόρων, προσπαθεί μέχρι και σήμερα η Εκκλησία να καλύψει με το παραμυθάκι της ξεχασμένης Κερκόπορτας (λες και επρόκειτο για μια απλή πόρτα που έκλεινε με ένα απλό πόμολο που δεν ασφάλισε καλά). Βεβαίως, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, ακόμη κι αν παρακάμψουμε το γεγονός, πως τουλάχιστον 30.000 ρασοφόροι «πέρδονταν κι έθρεφαν πρωκτό» (κατά την έκφραση του Δημήτρη Λιαντίνη) στα πάμπολλα μοναστήρια και τις εκκλησιές της περιοχής της Κωνσταντινούπολης (μόνο εντός της πόλεως υπήρχαν, όπως λέγεται, 300 μοναστήρια με 10.000 καλόγερους, ενώ διάφορες αναφορές και εκτιμήσεις ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό έως και 300.000), όταν την ίδια στιγμή, την άμυνα της πόλης προσπαθούσαν να κρατήσουν μετά βίας 10.000 άνδρες, απέναντι στους 150.000 περίπου Οθωμανούς πολιορκητές, δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε και να παραγνωρίσουμε το γεγονός πως στο πλάι των ρασοφόρων αυτών συντάχθηκαν και πολλοί κοσμικοί, που βλέποντας το τέλος να πλησιάζει προσπάθησαν να περισώσουν ότι μπορούσαν.
Η Κερκόπορτα -που αξίζει να σημειωθεί ότι χρησιμοποιούνταν κυρίως από μοναχούς-, ότι κι αν συνέβη, δεν απέφερε το αποφασιστικό πλήγμα στην ήδη παραπαίουσα Κωνσταντινούπολη. Στην πραγματικότητα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε πάψει εκ των πραγμάτων να υφίσταται, αρκετά χρόνια πριν, και είχε περιοριστεί στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης. Οι Οθωμανοί είχαν ήδη κατακυριεύσει την άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία και το μόνο που έμενε ήταν η χαριστική βολή· το κερασάκι στην τούρτα: Η τυπική κατάληψη της πρωτεύουσας. Και λέμε τυπική, γιατί ουσιαστικά η Κωνσταντινούπολη είχε υποταχθεί, όταν πλήρωνε φόρο υποτέλειας στον Σουλτάνο. Η Κωνσταντινούπολη έπαψε να έχει τον έλεγχο των Στενών, απ’ την στιγμή που οι Τούρκοι ευθαρσώς έχτισαν δίπλα στην Πόλη, στον Βόσπορο, το κάστρο «Ρούμελη Χισάρ» και φορολογούσαν τα διερχόμενα πλοία.
Η Κερκόπορτα (που παρεμπιπτόντως, δεν μνημονεύεται ούτε στο χρονικό του Φραντζή, ούτε του Μπαρμπάρο), είτε «ξεχάστηκε» ανοικτή, είτε -το πιθανότερον- την άνοιξαν κάποιοι από μέσα, δεν συνέβαλε αποφασιστικά στην κατάληψη της πόλης. Άλλωστε οι Τούρκοι είχαν ήδη σκαρφαλώσει στα μισογκρεμισμένα τείχη και εισέβαλαν στην πόλη. Επέφερε όμως ένα άλλο πλήγμα: Συνέβαλε στον εγκλωβισμό και στην παρεμπόδιση διαφυγής των αλλοφρονούντων κατοίκων. Όχι όλων βέβαια, γιατί πολλοί -και κυρίως οι ανθενωτικοί- κλειστήκαν στις εκκλησιές και το άβουλο και φανατισμένο θρησκευτικά πλήθος έψελνε μοιρολατρικά «Κύριε ελέησον» και περίμενε βοήθεια απ’ τον…ουρανό. Το άνοιγμα της Κερκόπορτας όμως, εξυπηρετούσε έναν πολύ πιο ουσιαστικό σκοπό. Το Κοράνι προβλέπει την προστασία των «απίστων» κατοίκων μιας πόλης που παραδίδονται οικειοθελώς. Εκεί λοιπόν θα πρέπει να αναζητηθούν τα βασικά κίνητρα αυτών που άνοιξαν την Κερκόπορτα, είτε ρασοφόρων, είτε κοσμικών, είτε και των δυο μαζί. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως η περιοχή όπου βρίσκονταν η Κερκόπορτα -όπως και αρκετές ακόμη- δεν πειράχτηκε απ’ τους Τούρκους.
Τα παραπάνω ενισχύει κι ένα έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως» και το οποίο συνέταξε η Θεοδώρα Φραντζή, κόρη του πρωτοβεστιάριου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Γεωργίου Φραντζή. Η Θεοδώρα Φραντζή ήταν σύζυγος του στρατιωτικού σύμβουλου του αυτοκράτορα, Εδουάρδου Ντε Ριστόν. Το έγγραφο εκδόθηκε στην Αγγλία το 1454, όπου είχαν καταφύγει και οι δύο μετά την Άλωση. Στο έγγραφο αυτό, περιγράφεται, μεταξύ άλλων και μια περίπτωση συνδιαλλαγής ρασοφόρων και κοσμικών με τον εκπρόσωπο του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή, Ρεσίτ Πασά της Ανδριανούπολης, λίγες ημέρες πριν την κατάληψη της πόλης. Οι συναντήσεις γινόταν -κρυφά και νύχτα φυσικά- στο μοναστήρι της Αγίας Ευθυμίας και κατά τύχην υπέπεσαν στην αντίληψη του Εδουάρδου Ντε Ριστόν. Από πλευράς των ρασοφόρων, στις διαπραγματεύσεις αυτές έλαβε μέρος ο ιεροκήρυκας της Αγίας Σοφίας, Ιωάσαφ, κι από πλευράς των κοσμικών ο Μέγας Δούκας Λεόντιος και ο αρχιναύαρχος Νεόφυτος. Παρατίθεται ο διάλογος μεταξύ των δωσίλογων και του Ρεσίτ Πασά, έτσι όπως διασώθηκε και δημοσιεύθηκε («Δαυλός», Μάρτιος 1993): … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Τον Απρίλιο του 1849, μια απαγόρευση τελέσεως ενός χριστιανικού πασχαλιάτικου εθίμου, θα γινόταν η αιτία (ή η αφορμή) για να ακολουθήσουν μια σειρά από γεγονότα εντελώς δυσανάλογης σημασίας με τα γεγονότα που προκλήθηκαν από την απαγόρευση του εθίμου, τα οποία έπληξαν και πλήγωσαν το γόητρο και την κρατική υπόσταση της νεογέννητης και αδύναμης Ελλάδος κι απ΄την άλλη κατέδειξαν τον βαθμό παρεμβατικότητας των ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας.
Στην Αθήνα, στην περιοχή του Ψυρρή και πιο συγκεκριμένα στον ναό του Αγίου Φιλίππου, υπήρχε το έθιμο (που εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα σε μερικές περιοχές της Ελλάδος) της καύσεως του αχυρένιου ομοιώματος του Ιούδα (ή κάψιμο του Εβραίου), μετά την περιφορά του Επιταφίου, την Μεγάλη Παρασκευή. Για πρώτη φορά, την χρονιά εκείνη, η ελληνική κυβέρνηση, απαγόρευσε εκτάκτως την τέλεση αυτού του εθίμου στους κατοίκους της Αθήνας. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, το έθιμο δεν απαγορεύτηκε, αλλά μετατέθηκε, για την Δευτέρα του Πάσχα, στην Πλατεία Ηρώων του Ψυρρή. Το βασικό αιτιολογικό και στις δυο εκδοχές, ήταν η επίσκεψη στην Ελλάδα του Γαλλοεβραίου μεγαλοτραπεζίτη Ρότσιλντ, κατά την διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας και δεν θέλησαν να προκαλέσουν με ένα έθιμο το οποίο θεωρείται αντιιουδαϊκό.
Ο κόσμος αγνόησε την απαγόρευση και προσπάθησε να τελέσει το έθιμο της καύσεως του ομοιώματος του Ιούδα. Επενέβη όμως η αστυνομία και διέκοψε το τελετουργικό. Το πλήθος τότε εξεμάνη και σύσσωμο εστράφη και εκτόνωσε την οργή του στο σπίτι του Πορτογαλοεβραίου Δον Πασίφικο (ή Πατσίφικο), το οποίο βρισκόταν κοντά στον ναό και μάλιστα σε δρόμο απ’ όπου περνούσε και ο Επιτάφιος (οδός Καραϊσκάκη). Ο Πασίφικο (που όπως λέγεται προκαλούσε τον κόσμο από το μπαλκόνι του), μόλις που γλύτωσε και κατάφερε να διαφύγει στην αγγλική πρεσβεία ως Άγγλος υπήκοος (κατείχε και την αγγλική υπηκοότητα), ενώ το σπίτι του λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από τους εξαγριωμένους κατοίκους. Ως κύριοι υπαίτιοι των καταστροφών αυτών, θεωρήθηκαν απ’ τους Άγγλους, οι γιοι του Σουλιώτη αγωνιστή και υπουργού Στρατιωτικών, Κίτσου Τζαβέλα.