Κοσμάς ο Αιτωλός – Ο «άγιος» ανθέλληνας και φιλότουρκος σκοταδιστής καλόγερος
30/07/2009 |
Σχολιασμός
«Και εγώ αδελφοί μου, όπου αξιώθηκα και εστάθηκα εις αυτόν τον άγιον τόπον τον αποστολικόν, δια την ευσπλαχνίαν του Χριστού μας, εξέταξα πρώτον δια λόγου σας και έμαθα πώς με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού, δεν είσθενε Έλληνες, δεν είσθενε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είσθενε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί…».
«Τριακόσιους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού μας έστειλεν ο Θεός τον άγιον Κωνσταντίνον και εστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν· και το είχαν χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τούς χριστιανούς και έφερε τον Τούρκον και του το έδωσε (το Βυζάντιο) δια ιδικόν μας καλόν, και το έχει ο Τούρκος 320 χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλο γένος; Δια ιδικόν μας συμφέρον· διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπτον εις την πίστιν, ο δε Τούρκος άσπρα (χρήματα) άμα του δώσης κάμνεις ο,τι θέλεις. Και δια να μη κολασθώμεν, το έδωσε του Τούρκου, και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάει».
Αποσπάσματα από ομιλίες του Κοσμά του Αιτωλού.
Ο Κοσμάς ο Αιτωλός έδρασε στον ελληνικό χώρο υπό την καθοδήγηση των οικουμενικών πατριαρχών Σεραφείμ Β΄ (1757-1761) και Σωφρονίου Β΄ (1774-1780). Το κήρυγμά του δεν είχε καμμία σχέση με την ελληνική παράδοση, το αντίθετο μάλιστα, ονομάστηκε όμως από το ορθόδοξο κατεστημένο ως ο «μεγαλύτερος μετά την άλωση Έλληνας», «Πατέρας του Νεώτερου Ελληνισμού», «Πατροκοσμάς», «Μεγάλος Διδάχος», «Προφήτης του Γένους» κι ανακηρύχτηκε άγιος το 1961.
Η πάλαι ποτέ υπερήφανη Ελλάδα των φιλοσόφων, των ποιητών και των επιστημόνων κατάντησε να θεωρεί σήμερα τον εικονιζόμενο περιφερόμενο μοναχό ως τον «μεγαλύτερο των Ελλήνων» και διδάσκαλο του Γένους, που δίδασκε: «Άκουσε, παιδί μου, να σου ειπώ. Η τελεία αγάπη είναι να πουλήσης όλα σου τα πράγματα, να τα δώσης ελεημοσύνη και να πηγαίνης και εσύ να εύρης κανένα αυθέντη να πουληθής σκλάβος. Και όσα πάρης, να τα δώσης όλα. Να μην κρατήσης ένα άσπρο (νόμισμα). Ημπορείς να το κάμης αυτό, να γίνης τέλειος;».
Ο Κοσμάς γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Αιτωλίας στις αρχές του 18ου αιώνα. Οι απόψεις για τον ακριβή τόπο και χρόνο της γεννήσεώς του διίστανται. Ο πρώτος βιογράφος και σύγχρονός του ήταν ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης. Την πρώτη του στοιχειώδη «μόρφωση» την πήρε από έναν ιεροδιάκονο, τον Γεράσιμο Λίτσικα στη Σιγδίτσα Παρνασσίδας, ενώ στα είκοσί του χρόνια «άρχισε να διδάσκεται τα γραμματικά» από έναν άλλο ιεροδιάκονο, τον Ανανία Δερβισάνο (Κ. Σάθα, «Νεοελληνική Φιλολογία» και «Νέον Μαρτυρολόγιον», σελ. 201.) Μερικά χρόνια αργότερα πήγε στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους, όπου έγινε μοναχός κι «έκλαιγε για τις αμαρτίες του δεκαεπτά χρόνους».
Σχετικά με την μόρφωση, που απέκτησε στο Άγιο Όρος, ο ίδιος ο Κοσμάς λέει το εξής ακατανόητο: «Εγώ από το σχολείο έμαθα τα 24 γράμματα, έμαθα και 5-6 Ελληνικά και έμαθα πολλών λογιών γράμματα, εβραϊκά, τουρκικά, φράγκικα» (Χειρόγραφο 29 Φιλοσοφικής Θεσσαλονίκης, σελ. 262.) Από το κήρυγμά του διαφαίνεται, πως είχε μελετήσει την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τους Πατέρες, τα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, απ’ όπου δανείστηκε τα παραδείγματα της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, της αγίας Παρασκευής, των αγίων Ανδρονίκου κι Αθανασίας καθώς και τα Συναξάρια των αγίων. Η «παιδεία» που έλαβε περιελάμβανε λοιπόν όλα αυτά που πρέπει να ξέρει ένας καλός χριστιανός και τίποτε άλλο. Όλα τα παραδείγματα, που ανέφερε στις διδαχές του ήταν παρμένα από την εβραϊκή –χριστιανική– παράδοση κι όχι από την ελληνική. Τα πρόσωπα που μνημόνευε ήταν οι απόστολοι, ο Αβραάμ, άλλες βιβλικές φυσιογνωμίες κ.λ.π.. Ποτέ του δεν έκανε ουδεμία αναφορά στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη, στους Τραγικούς ή σε ο,τιδήποτε ελληνικό. Αντιθέτως, όποτε μιλούσε για Ελλάδα ή για Έλληνες, εκφραζόταν πάντοτε υποτιμητικά …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Οι υπαίθριοι αγώνες πάλης των «μπεχλιβάνηδων» (παλαιστών), η οποία δεν είναι τίποτα άλλο από την πάλη, όπως αυτή τελούνταν από την αρχαιότητα μέχρι και τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, αποτελούν σήμερα τουριστικό αξιοθέατο στην Τουρκία και την Βουλγαρία. Η διαφορά της παραδοσιακής πάλης με την αντίστοιχη ολυμπιακή μορφή, όπως έχει διαμορφωθεί, είναι, ότι η πρώτη ακολουθεί ένα διαφορετικό τελετουργικό τόσο ως προς τους κανονισμούς (είναι περισσότερο ελεύθερη και διατηρεί πασιφανέστατα πολλά στοιχεία από το αρχαίο παγκράτιο), όσο και προς τη γενικότερη διαδικασία τέλεσης του αγωνίσματος.
Το Βυζάντιο, που δεν ήταν παρά η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, καθιέρωσε με ωμή βία τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Ο χριστιανικός κόσμος ποτέ δε θέλησε να παραδεχτεί το βίαιον της υπόθεσης, παρ’ όλο που ατέλειωτες ιστορικές μαρτυρίες, γραπτές και αρχαιολογικές, βοούν προς αυτή την κατεύθυνση. Υπάρχουν όμως κι έντιμοι χριστιανοί οι οποίοι το αναγνωρίζουν. Θα αναφέρουμε μια τέτοια περίπτωση:
O Γάλλος φιλόλογος και ιστορικός Κ. Φωριέλ, στο βιβλίο του «τα δημοτικά τραγούδια της νεωτέρας Ελλάδος», διασώζει κάτι το εξαιρετικό, που αξίζει να διαβαστεί (από το περιοδικό «Γνώσεις», εκδ. 1953).
Στη Βίβλο ο αετός εκφράζει τη θεϊκή δύναμη, την εξουσία και την προστασία, που παρέχει ο Θεός στον αγαπημένο του εβραϊκό λαό: «Διεμέριζεν ο Ύψιστος έθνη, ως διέσπειρεν υιούς Αδάμ, έστησεν όρια εθνών κατά αριθμόν αγγέλων Θεού, και εγεννήθη μερίς Κυρίου, λαός αυτού Ιακώβ, σχοίνισμα κληρονομίας αυτού Ισραήλ. Αυτάρκησεν αυτόν εν γη ερήμω, εν δίψει καύματος, εν γη ανύδρω· εκύκλωσεν αυτόν και επαίδευσεν αυτόν και διεφύλαξεν αυτόν ως κόρην οφθαλμού, ως αετός σκεπάσαι νοσσιάν αυτού και επί τοις νεοσσοίς αυτού επεπόθησε, διείς τας πτέρυγας αυτού εδέξατο αυτούς και ανέλαβεν αυτούς επί των μεταφρένων αυτού». («Δευτερονόμιον», λβ΄ 8-11.)
Ο δικέφαλος αετός σε κίτρινο «φόντο» καθιερώθηκε στην βυζαντινή σημαία από τον –μη Έλληνα– αυτοκράτορα Ισαάκ Κομνηνό (1.057-1.059), ο οποίος ήθελε να κυβερνήσει «υπό την ηθική του προστασία». Το ίδιο ακριβώς έμβλημα χρησιμοποίησε και το Πατριαρχείο (προσθέτοντάς του μία ποιμαντορική ράβδο στο αριστερό πόδι κι ένα αυτοκρατορικό σκήπτρο στο δεξί) κι ο –επίσης μη Έλλην– Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρις (1.204-1.222) στο Δεσποτάτο της Νικαίας. Αργότερα προστέθηκε μία ρομφαία στο δεξί πόδι και μία υδρόγειος με σταυρό στο αριστερό, ενώ παράλληλα μεγάλωσαν οι πτέρυγες, άνοιξαν τα ράμφη, με τη γλώσσα να κρέμεται, σημάδι απειλητικότητας. Η σημαία αυτή διατηρήθηκε μέχρι το 1261, οπότε προστέθηκε και μία κορώνα επάνω από τα δύο κεφάλια.


