Ελληνισμός και Χριστιανισμός: Από που κι ως που «χέρι-χέρι»; – Η προπαγάνδα της Εκκλησίας και το ιστορικό ψεύδος της ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
09/04/2009 |
Σχολιασμός
«(Ο Μέγας Κωνσταντίνος) τα ιερά και πάντας τους ναούς των Ελλήνων κατέστρεψε…
[…] Τους δε ναούς των Ελλήνων, πάντας κατέστρεψε έως εδάφους ο αυτός Θεοδόσιος βασιλεύς… Πολλά δε ιερά (των Ελλήνων) εποιήσεν (χριστιανικές) εκκλησίας και ηυξήθην τα των χριστιανών πλέον επί της βασιλείας αυτού… Τον δε ναό της Αρτέμιδος εποίησεν ταβλοπαρόχιον τοις κιττίζουσιν…τον δεν της Αφροδίτης ναόν εποίησεν καρουχαρείον του επάρχου των πραιτωρίων, κτίσας πέριξ οσπήτια και κελεύσας δωρεάν μένειν εν αυτοίς τα πάνυ πενιχράς πόρνας…
[…] Διωγμὸς γέγονεν Ελλήνων μέγας, και πολλοί εδημεύθησαν…και εκ τούτου πολύς φόβος γέγονεν. Εθέσπισε δε ο αυτός βασιλεύς (Ιουστινιανός) ώστε μη πολιτεύεσθαι τους ελληνίζοντας, τους δε των άλλων αιρέσεων όντας αφανείς γενέσθαι της Ρωμαϊκής πολιτείας, προθεσμίαν τριών μηνών λαβόντας εις το γενέσθαι αυτοὺς κοινωνούς της ορθοδόξου πίστεως… Επί δε της υπατείας τού αυτού Δεκίου, ο αυτός βασιλεύς θεσπίσας πρόσταξιν έπεμψεν εν Αθήναις, κελεύσας μηδένα διδάσκειν φιλοσοφίαν μήτε νόμιμα εξηγείσθαι… Συσχεθέντες Έλληνες περιεβωμίσθησαν και τα βιβλία αυτών κατεκαύθη…και εικόνες των μυσερών θεών αυτών και αγάλματα».
Ιωάννης Μαλάλας («Χρονογραφία», Λόγος 13ος & 18ος)
Λένε ότι «λαός που δεν γνωρίζει την ιστορία του, είναι καταδικασμένος σε αφανισμό». Αυτό εν μέρει ακούγεται λογικό. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση, που την ιστορία που μαθαίνει ο λαός, είτε τη μαθαίνει μισή, είτε δεν είναι η πραγματική, ή είναι «φτιασιδωμένη»;
Πριν λίγα χρόνια, προκλήθηκε σάλος με το βιβλίο της Μαρίας Ρεπούση και των συνεργατών της, το οποίο πρόλαβε για κάποιο χρονικό διάστημα να διδαχτεί στις ελληνικές σχολικές αίθουσες. Κατηγορήθηκε -και σωστά- για ισοπέδωση και διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων. Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, το κράτος έχει χρέος να διαμορφώνει εθνική συνείδηση (με την καλή έννοια και όχι φυσικά την ακραία του εθνικισμού) και η εθνική συνείδηση διαμορφώνεται όταν τα παιδιά μπορούν να νιώσουν υπερήφανα για κάτι. Αυτό το βιβλίο σίγουρα δεν ήταν κατάλληλο για κάτι τέτοιο (εκτός των άλλων που κατηγορήθηκε). Από την άλλη όμως, είναι λυπηρό αυτό που συμβαίνει ακόμα και στις μέρες μας, καθώς με την συνδρομή της Εκκλησίας και την ανοχή της ελληνικής Πολιτείας τα παιδιά ουσιαστικά καλούνται να αποκτήσουν μέσα στα σχολεία και θρησκευτική συνείδηση. Και η διαμόρφωση αυτή που ξεκινά με την γέννησή του και το απαράδεκτο φαινόμενο του νηπιοβαπτισμού συνεχίζεται με την σχολική εκπαίδευση, όπου η ιστορία που αφορά την κεφάλαιο Εκκλησία, όχι απλώς διαστρεβλώνεται, αλλά κακοποιείται βάναυσα, παρουσιάζοντας το άσπρο μαύρο, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της προπαγάνδας.
Τα Ελληνόπουλα μεγαλώνουν, διδασκόμενα μισές αλήθειες και ιστορικά ψεύδη, τα οποία ουσιαστικά υπαγορεύτηκαν στα νεότερα χρόνια του ελληνικού κράτους από το «κράτος» της Εκκλησίας, η οποία από κει που ήταν ένας ακόμα δυνάστης και τύραννος για το υπόδουλο ελληνικό έθνος, αίφνης με την απελευθέρωση και την δημιουργία του ελληνικού κράτους μετά την Επανάσταση του 1821, γυρνά έναν διακόπτη και μεταμορφώνεται σε προστάτης των ελληνικών ιδεωδών και θεματοφύλακας του ελληνικού γένους. Την περίοδο, κατά την οποία οργίαζε με την ασυδοσία της και τον σατραπισμό της, δηλαδή την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κατάφερε να την ταυτίσει με τον ελληνισμό. Έτσι, αυτό που μαθαίνουν εν τέλει οι Έλληνες μαθητές σήμερα, είναι ότι ο χριστιανισμός υιοθετήθηκε προθύμως απ’ τους Έλληνες και πως στην ουσία ελληνισμός και χριστιανισμός είναι δυο έννοιες συνυφασμένες. Το δε Βυζάντιο ουσιαστικά παρουσιάζεται σαν Ελληνική Αυτοκρατορία. Μέγα ιστορικό ψεύδος και απάτη!
Το Βυζάντιο δεν υπήρξε ποτέ ελληνικό ούτε φιλελληνικό. Ούτε καν ανεκτικό προς την Ελληνικότητα. Το Βυζάντιο δεν ονομάστηκε ποτέ «Ελλάς», ούτε «Νέα Ελλάς», ούτε «Νέαι Αθήναι» ούτε καν Βυζάντιο (ο συμβατικός όρος «Βυζάντιο» επινοήθηκε το 1557 απ’ τον Γερμανό ιστορικό Hieronymus Wolf). Το συνηθισμένο όνομα, αυτό που απαντάται στα επίσημα κείμενα της Αυτοκρατορίας, στους χρονικογράφους και τους ιστορικούς της εποχής είναι «το Κράτος», «Η Βασιλεία των Ρωμαίων», «Το Χριστιανικό Κράτος», «Το Ορθόδοξον Βασίλειον», «η Ρωμανία». Έτσι επευφημούσε το κράτος του ο λαός της Κωνσταντινούπολης κατά τον 10ο αιώνα, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος. Για τον ίδιο συγγραφέα–αυτοκράτορα οι Βυζαντινοί είναι «εκλεκτόν γένος», «Αγία Σιών», «Νέα Ιερουσαλήμ», «λαός ως αληθώς περιούσιος».
Το όνομα «Έλλην» αντικαταστάθηκε από το «Ρωμιός» και για αιώνες ήταν απαγορευμένο επί ποινή θανάτου και συνώνυμο του «ειδωλολάτρη». Σαν «Έλληνες» θεωρούνταν πλέον, αυτοί που δεν ασπάστηκαν τον χριστιανισμό αλλά συνέχιζαν να εξασκούν την ελληνική πολυθεϊστική θρησκεία και να διαβάζουν και να μελετούν αρχαία κείμενα φιλοσόφων. Γενικότερα, όσοι στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία εξακολουθούσαν να αρνούνται τον Χριστιανισμό και έμεναν προσκολλημένοι στις θρησκείες τους, ονομάζονταν και «Εθνικοί», ανεξαρτήτως εθνικότητας.
Σχεδόν κανένας από τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου δεν υπήρξε Έλληνας (και η καταγωγή μερικών εξ αυτών που θεωρούνται Έλληνες, είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμη). Ο Κωνσταντίνος ο επονομαζόμενος Μέγας δεν γνώριζε ούτε καν ελληνικά. Ο Θεοδόσιος ήταν Ισπανός, «ευγενής εξ Ιβήρων» σύμφωνα με τον Λέοντα τον Γραμματικό. Ο Ιουστινιανός ήταν Ιλλυριός (το πραγματικό του όνομα ήταν Γιουτπράδα), ο Ηράκλειος ήταν Καππαδόκης, ο Βασίλειος ο ιδρυτής της Μακεδονικής Δυναστείας ήταν Αρμένιος, ο Ιωάννης Τσιμισκής ήταν Αρμένιος (το πραγματικό του όνομα ήταν Τσεμίσκε) και ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου (ο Έλληνας μαρμαρωμένος βασιλιάς, όπως τον αποκαλούν οι ελληνορθόδοξοι χριστιανοί) Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν Σέρβος στην καταγωγή (το πραγματικό του όνομα ήταν Κονσταντίν Ντράγκατς) από την πλευρά της μητέρας του, ενώ απ’ την πλευρά του πατέρα του υπάρχει ένα χάος, καθώς προέρχεται από ένα συνονθύλευμα πρόσμιξης εθνοτήτων.
Ο συνεκτικός κρίκος του Βυζαντινού κράτους ήταν η «ορθοδοξία». Οι υπήκοοι του δεν ήταν όλοι Έλληνες. Τα ξένα στοιχεία (Σλάβοι ή Αρμένιοι) ήταν πιο πολυάριθμα και πολύ πιο ισχυρά. Κατά την Βυζαντινή περίοδο ο Ελληνισμός απλά επιβίωνε χωρίς εθνική υπόσταση, διωκόμενος ανηλεώς ως έθνος και ως πολιτισμός. Είναι ψέμα ότι το Βυζάντιο διέσωσε την ελληνική γλώσσα. Αναγκάστηκε να την χρησιμοποιήσει γιατί ολόκληρη η Ασία και η Αίγυπτος ομιλούσαν Ελληνικά από την εποχή του Μ Αλεξάνδρου.
Το Βυζάντιο σφράγισε τις φιλοσοφικές σχολές και στη θέση τους ίδρυσε εκκλησιαστικές σχολές για την προώθηση της χριστιανικής θρησκείας.
Το Βυζάντιο έκαψε τα φιλοσοφικά συγγράμματα και στη θέση τους διέδωσε τον Σχολαστικισμό: Δηλαδή την υποταγή της φιλοσοφίας στη θρησκεία.
Το Βυζάντιο αντικατέστησε την επιστήμη του Ασκληπιού με τις προσευχές, το Ολυμπιακό Πνεύμα με την υποταγή και την υπακοή, τα Λουτρά και τις εορτές με την κακοποίηση του σώματος, την απληστία, τις πολυήμερες νηστείες.
Αντικατέστησε την χαρά και το φως της Αρχαίας Ελλάδος με το σκοτάδι της φρίκης, του θανάτου, του ολέθρου. Θεμέλιο του Βυζαντίου υπήρξε το Δόγμα και οι ρήσεις των Πατέρων της Εκκλησίας. Ο συγγραφέας Τζόζεφ Μακ Κέιμπ παραδέχθηκε: «Το Βυζάντιο επί δέκα ολόκληρους αιώνες δεν κατόρθωσε να παράγει ούτε ένα βιβλίο που να διαβάζεται σήμερα από έναν καλλιεργημένο άνθρωπο».
Δεν κατανοούμε αυτά που συμβαίνουν στο παρόν γιατί δεν γνωρίζουμε αυτά που συνέβησαν στο παρελθόν. Και δεν μπορούμε να προβλέψουμε και να πορευθούμε με σιγουριά στο αύριο, αν δεν έχουμε κατανοήσει τι έγινε χθες και τι γίνεται σήμερα.
Ποιος επωφελείται από την ταύτιση Ελλάδος–Βυζαντίου; Ασφαλώς το αδύναμο πολιτισμικά και ιδεολογικά Βυζάντιο και όχι η Ελλάς. Αν αρνηθούμε να αποδώσουμε στο Βυζάντιο τον χαρακτήρα του κληρονόμου της Ελλάδος, θα καταρρεύσει το ψευδεπίγραφο κύρος του και μαζί μ’ αυτό το δόγμα «εξ Ανατολών το φως» που τόση σύγχυση επιφέρει στους Έλληνες σήμερα. Η ανθρωπότητα ανά τους αιώνες βυθίστηκε πολλές φορές στο σκοτάδι της αμάθειας και της δεισιδαιμονίας από τους δυνάστες που την επιβουλεύτηκαν.
Στην συνέχεια του κειμένου, θα γίνουν αναφορές στα κυριότερα σημεία της παράλληλης πορείας χριστιανισμού και ελληνισμού, για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο οι Έλληνες «αγκάλιασαν» τη θρησκεία της «αγάπης» κι επειδή τα «γραπτά μένουν», προς το τέλος παρατίθενται και μερικά αποσπάσματα από τον Θεοδοσιανό και τον Ιουστινιάνειο Κώδικα που αποτυπώνουν γλαφυρά την «καλοπέραση» των Ελλήνων και κατ’ επέκταση των Εθνικών, στα χέρια των χριστιανών-Βυζαντινών ομοεθνών τους και μη, όταν τολμούσαν να «διαπράττουν την ασέβεια του Ελληνισμού»!
Φυσικά, αυτά δεν διδάσκονται στα ελληνικά σχολεία, γιατί εκεί η ιστορία σταματάει μέχρι το σημείο που οι κακοί Ρωμαίοι καταδιώκουν τους αγαθούς χριστιανούς. Η ιστορία που αφορά τους κακούς χριστιανούς στον ρόλο αυτή τη φορά του διώκτη των Ελλήνων και γενικά των αλλόθρησκων, αποσιωπάται… Όπως αποσιωπάται για παράδειγμα, το αίσχος της Σκυθόπολης. Καθώς φαίνεται εξακολουθούν να μας θεωρούν «κρετίνους» (Κρετίνος: από την γαλλική λέξη «κρετίν» (cretin) που σημαίνει «αφελής», «αγαθός», «ανόητος» και προέρχεται από την λέξη chretien=χριστιανός) …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

«Θα πολεμήσω τον Ιμπραήμ και θα πεθάνω ή θα νικήσω…».
Σύμφωνα με την ιστορία που διδάσκεται σήμερα, ο τελευταίος χρησμός που δόθηκε από το Μαντείο των Δελφών, διά στόματος Πυθίας, συνέβη το 362 μ.Χ. και αποδέκτης ήταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο οποίος όταν αποφάσισε να εκστρατεύσει κατά των Περσών έστειλε ανθρώπους να ρωτήσουν στο μαντείο των Δελφών αν θα έπρεπε να κάνει αυτή την εκστρατεία. Ο χρησμός αυτός που σήμερα όλοι γνωρίζουμε, είναι ο εξής:


