Εισαγωγή
Ο πλατωνικός διάλογος «Νόμοι» αποτελείται από δώδεκα βιβλία (κεφάλαια). Είναι ο μοναδικός διάλογος στον οποίο δεν εμφανίζεται ο Σωκράτης. Και εύλογα. Διότι, σύμφωνα με όσα μας έχουν παραδοθεί, ήταν μετρημένες οι φορές που ο Σωκράτης εξήλθε των Αθηνών. Και σίγουρα, δεν μετέβη στην Κρήτη όπου εκτυλίσσεται ο διάλογος. Στους «Νόμους», λοιπόν, συμμετέχουν τρία πρόσωπα. Είναι ο Αθηναίος ξένος (Έλληνας, δηλαδή, άλλης πόλης) που δεν κατονομάζεται, ο Κλεινίας από την Κνωσό και ο Μέγιλλος από την Σπάρτη. Η συζήτηση λαμβάνει χώρα κατά τη πορεία των τριών αυτών ανδρών, από την Κνωσό προς στο Όρος του Διός. Εκεί, όπου κατά την παράδοση, ο βασιλιάς και νομοθέτης Μίνωας ανέβαινε κάθε εννέα χρόνια.
Θα επικεντρωθούμε στο δέκατο βιβλίο. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο κεφάλαιο αυτό, αναφέρεται δεκαεπτά φορές η λέξη «πειθώ» και τα παράγωγά της. Έξι φορές η λέξη «πάθος» και μια φορά η λέξη «νόσος». Προκειμένου να κατανοηθεί ορθά το κείμενο, πρέπει να έχουμε υπόψη μας την πληροφορία του Διογένη του Λαερτίου, ότι ο Πλάτων «ονόμασι κέχρηται ποικίλοις προς το μη ευσύνοπτον είναι τοις αμαθέσι την πραγματείαν» (Βίοι φιλοσόφων, Γ΄ 63). Δηλαδή, χρησιμοποιεί διάφορα ονόματα και λέξεις με σκοπό να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο κατανοητός στους αμαθείς.
Σήμερα, την εποχή της ισοπέδωσης, αυτό ίσως να φαίνεται εγωιστικό. Όμως, για εκείνη την μακρινή εποχή, ήταν απόλυτα λογικό και σύμφωνο με τις φιλοσοφικές αρχές, ότι δεν θα έπρεπε να είναι τα πάντα για τους πάντες ρητά. Έπρεπε πρώτα ο ίδιος ο άνθρωπος να καταστήσει τον εαυτό του άξιο και ικανό. Κάτι που προϋποθέτει σοβαρότητα και υπευθυνότητα, πνεύμα ελεύθερο με έρωτα προς το Όμορφο το Ευγενές και Αγαθό. Είναι ζήτημα προαιρέσεως. Εκτός όμως από αυτό, η ακριβής σημασία των φιλοσοφικών όρων άλλαζε από σχολή σε σχολή. Για αυτόν τον λόγο, ο Σπεύσιππος έγραψε τους «Όρους», όπου επεξηγούνται οι πλατωνικοί όροι … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Στην προηγούμενη δημοσίευση κάναμε μια συνολική σύγκριση των αξιών του Βυζαντίου και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στο οποίο φάνηκε το πολιτισμικό χάος που υπήρξε ανάμεσά τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός απέπνεε ελευθερία, χαρά, λατρεία για το ωραίο και υγιές, και διάθεση για γνώση. Ο βυζαντινός πολιτισμός σε αντίθεση την πίστη και την υποταγή. Μας έμεινε μια εκκρεμότητα για κάποιες περιπτώσεις δίωξης συγκεκριμένων φιλοσόφων στην αρχαιότητα που πρέπει να δούμε αναλυτικότερα, γιατί κάποιοι νέο-απολογητές κάνουν την τρίχα τριχιά.
Όταν καταλαβαίνεις ότι υποστηρίζεις ένα ολοκληρωτικό σύστημα όπως ήταν το Βυζάντιο αλλά κυρίως το εκκλησιαστικό κατεστημένο του και την ιδεολογία του, και όταν διαπιστώνεις ότι ο θεώρησή σου αυτή κατηγορείται για την απηνή δίωξη της άλλης άποψης, τότε και εφόσον είσαι υποκριτής, ψάχνεις να βρεις όσα ψήγματα αντίστοιχης μεταχείρισης μπορείς στους προηγούμενους, μεγαλύνοντας τα και θεωρώντας ότι έτσι οι θεωρίες σου και οι απορρέουσες πράξεις που οδήγησαν σε καταστροφές των “άλλων” καθαγιάζονται. Έτσι σήμερα υπάρχουν Νεοέλληνες χριστιανοί απολογητές που κατηγορούν την αρχαία Ελλάδα για σκοταδισμό και μια ενδεικτική μόνο σελίδα είναι εδώ.
Μια λοιπόν από αυτές τις σοφιστείες είναι ότι η αρχαία ελληνική θρησκεία και αρχαία ελληνική κοινωνία ήταν σκοταδιστική και καταδικαστική για την ελεύθερη σκέψη και ειδικά για τους φιλοσόφους και για να το δικαιολογήσουν αυτό, απαριθμούν κάποιους από αυτούς τους σοφούς που διώχθηκαν. Έτσι σήμερα θα ασχοληθούμε με το θέμα αυτό και θα κάνουμε φυσικά και αντίστοιχη σύγκριση με το Βυζάντιο … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Σε αυτή και σε επόμενη παρουσίαση, θα δούμε κατά πόσον και για ποιον λόγο έχει εξιδανικευτεί η ελληνική αρχαιότητα, αν αυτό τελικά το αξίζει, αλλά και την αντιστοιχία με το Βυζάντιο. Ειδικά στην επόμενη, θα γίνει μια εξειδίκευση στις διώξεις κάποιων αρχαίων φιλοσόφων, που σύγχρονοι απολογητές τις φέρουν σαν ένδειξη σκοταδισμού της ελληνικής αρχαιότητας.
Ένα από τα θέματα που θέλω να ξεκαθαρίσω, αφορά τους φανατικούς αρχαιόπληκτους που θαυμάζουν το αρχαίο ελληνικό κλέος, αλλά δεν έχουν ιδέα για ποιον λόγο θαυμάζεται ο Ελληνισμός. Εντυπωσιάζονται από τα ηρωικά κατορθώματα των Ελλήνων και ταυτόχρονα αγνοούν, ή θέλουν να αγνοήσουν, ότι πάρα πολλές χώρες και εθνότητες έχουν εμφανίσει και ήρωες και κατορθώματα. Εντυπωσιάζονται από φιλοσοφικά τσιτάτα (αληθή ή ψευδή) που κυκλοφορούν στα ΜΚΔ, αλλά αγνοούν την ουσία και την χρησιμότητα των ιδεών αυτών, ή σημασία της ουσίας και της πολυμορφίας της σκέψης τους. Έτσι, θα γίνει μια πρόχειρη προσπάθεια ξεκαθαρίσματος των εννοιών και της συμβολικότητας που απέκτησαν … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ο Διογένης Λαέρτιος αφιερώνει σε μια σοφή Ρωμαία μια πραγματεία με τον τίτλο «Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων και των εκάστη αιρέσει αρεσκόντων εν επιτόμω συναγωγή». Εικάζεται ότι γράφτηκε είτε για την Ιουλία Δόμνα, είτε για την ανιψιά της, την Αρία. Γράφει στην παραλήπτρια: «Φιλοπλάτωνι δε σοι δικαίως υπαρχούση και παρ’ οντίνουν τα του φιλοσόφου δόγματα φιλοτίμως ζητούση αναγκαίον ηγησάμην υπογράψαι και την φύσιν των λόγων και την τάξιν των διαλόγων και την έφοδον της επαγωγής, ως οίον τε στοιχειωδώς και επί κεφαλαίων, προς το μη αμοιρείν αυτού των δογμάτων την περί του βίου συναγωγήν» (Γ΄47).
Αν και η παραλήπτρια χαρακτηρίζεται ως «φιλοπλατωνική» και ο Διογένης αφιερώνει ολόκληρο το τρίτο βιβλίο στο βίο και τα δόγματα του μεγάλου φιλοσόφου, ωστόσο αυτό δεν τον εμποδίζει να συμπεριλάβει στο έργο του και άλλους. Και μάλιστα, φιλοσόφους που όχι μόνο είχαν διαφορετικούς φιλοσοφικούς προσανατολισμούς, αλλά και που δεν ήταν φιλικά διακείμενοι προς τον Πλάτωνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την πρώτη περίπτωση, ότι αφιερώνει επίσης ένα ολόκληρο βιβλίο (το τελευταίο του έργου) στον Επίκουρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την δεύτερη, ότι αφιερώνει αρκετό χώρο στο σύγγραμμά του για τον φιλόσοφο Αρίστιππο, στο δεύτερο βιβλίο. Γράφει ο Διογένης: «Είχε δε φιλέχθρως ο Πλάτων και προς Αρίστιππον. Εν γουν τω Περί ψυχής διαβάλλων αυτόν φησίν ότι ου παρεγένετο Σωκράτει τελευτώτι, αλλ’ εν Αιγίνη ην και σύνεγγυς» (Γ΄36).
Νομίζω ότι δύο πράγματα μπορούμε να πάρουμε από τα παραπάνω. Το πρώτο είναι ότι ο κάθε φιλόσοφος έχει την αξία του. Ότι η φιλοσοφία τελικά είναι κάτι ευρύτερο και δεν θα έπρεπε να μπαίνουν όρια και κατηγοροποιήσεις, όπως βάζουν αρκετοί σύγχρονοι ακαδημαϊκοί μελετητές της. Βεβαίως υπάρχουν και διαφορές μεταξύ των φιλοσοφιών. Και αντιθέσεις μερικές φορές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κρατούμε τη μια και πετάμε την άλλη ολοκληρωτικά. Απεναντίας, κρατάει ο καθένας κάθε φορά αυτό που του ταιριάζει, αυτό που μέσα του τον ικανοποιεί. Με αυτή τη λογική, θα μπορούσε ο Επίκουρος να σταθεί δίπλα στον Πλάτωνα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Πυθαγορείου Απολλώνιου Τυανέως, ο οποίος (όπως αναφέρεται στον βίο του) αν και είχε παρακολουθήσει όλες τις φιλοσοφικές κατευθύνσεις της εποχής του (και την επικούρεια διδασκαλία), προτίμησε αυτήν του Πυθαγόρα, χωρίς να απορρίψει τις άλλες. Θα έλεγα, ότι αν η φιλοσοφία είναι το φως, οι επιμέρους κατευθύνσεις της είναι τα χρώματα της ίριδος στα οποία αναλύεται το φως. Κοντολογίς, το «διαφωνώ» δεν θα έπρεπε να σημαίνει «απορρίπτω», «μισώ», «μισαλλοδοξώ» … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Τί είναι η ελίτ ή άλλως η αριστοκρατία; Ένας ορισμός της είναι: Μια άτυπη ομάδα κοινής ιδεολογίας και πολιτισμικής κατανόησης αλλά και συμφερόντων, που ξεχωρίζει σε μια κοινωνία για αυτό το κοινό χαρακτηριστικό της. Είναι μια έννοια λάστιχο που μπορεί να έχει εφαρμογή από μια απλή ομάδα ανθρώπων (π.χ. έναν αθλητικό σύλλογο) μέχρι κράτη ή και ομάδες κρατών.
Σύμφωνα με την ελληνική wiki: είναι μια μικρή ομάδα ισχυρών ατόμων που κατέχουν ένα δυσανάλογο μερίδιο πλούτου, προνομίων, πολιτικής εξουσίας ή ικανότητας σε μια κοινωνία. Το “ισχυρών” κρατήστε το εν μέρει σε εισαγωγικά, γιατί δεν είναι πάντα ισχυροί, απλά ξεχωρίζουν και μπορεί να ξεχωρίζουν όπως αναφέρει αυτός ο ορισμός για μια ιδιότητα και αυτό δεν συνάδει απαραίτητα με την εξουσία, αλλά μπορούν όντως να έχουν άλλης μορφής εξουσία. Λέμε για παράδειγμα η “πνευματική αριστοκρατία του τόπου”, και μέσα σε αυτήν άνετα μπορούν να περιλαμβάνονται άνθρωποι όχι πλούσιοι ή με ιδιαίτερη δύναμη, αλλά με τη γνώμη τους να καθορίζουν τις πνευματικές εξελίξεις, ακόμα και αν οι ίδιοι δεν ωφελούνται άμεσα. Δεν σημαίνει ότι όλες οι ελίτ έχουν δύναμη και εξουσιάζουν, αλλά πάντα ο κάθε τόπος ελέγχεται από μια κύρια ελίτ που αυτή όντως έχει την εξουσία και τη δύναμη και περισσότερο πλούτο. Αυτό συμβαίνει και σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα που άμεσα ή έμμεσα ελέγχετε από μία ελίτ.
Στην πραγματικότητα όλοι μας δουλεύουμε, υποστηρίζουμε, αντιμετωπίζουμε, ελπίζουμε και μισούμε, ενίοτε συμμετέχουμε σε μία ή περισσότερες ελίτ, ακόμα και αν αυτό δεν είναι ξεκάθαρα προφανές. Ελίτ είναι το συνδικαλιστικό κατεστημένο και οι συντεχνίες, ελίτ κυριαρχούν στην διανομή αγαθών, ακόμα και τέχνης ή βιβλίων, υπάρχει το πανεπιστημιακό κατεστημένο και γενικά πάντα υπάρχει ένα κατεστημένο κατά τόπους και σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα πάνω στην οποία κυριαρχεί ή έχει τα περισσότερα οφέλη από αυτήν και όλοι μας έχουμε ρόλο σε όλα αυτά. Ακόμα και στην κάθε πόλη η χωριό κάποιες οικογένειες ξεχωρίζουν και νέμονται τα περισσότερα. Η έννοια “κατεστημένο” παραπέμπει αμέσως και σε μια ελίτ, ή και σε μία κλίκα, λέξεις που ενίοτε ταυτίζονται.