Δεν είναι μόνο πρότυπο γαστρονομικής συμπεριφοράς να ταιριάζεις το κόκκινο κρασί με το κόκκινο κρέας και όχι με το ψάρι. Υπάρχει και επιστημονική εξήγηση.
Οι οινολόγοι έβγαλαν αυτόν τον κανόνα επειδή το κόκκινο κρασί ενισχύει τη γεύση της…ψαρίλας. Μέχρι τώρα κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει ποια κρασιά αντιδρούν γευστικά με το ψάρι και γιατί.
Όπως έδειξαν έρευνες, όσο περισσότερο σίδηρο περιέχει ένα κρασί, τόσο πιο έντονη είναι η επίγευση της ψαρίλας και τόσο πιο πικρή και «μεταλλική» η αίσθηση που μένει στο στόμα. Αντίθετα, κρασιά με χαμηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο ταιριάζουν με τα θαλασσινά.
Η ποσότητα σιδήρου σε ένα κρασί εξαρτάται από τη σύνθεση του εδάφους όπου καλλιεργήθηκε το αμπέλι, από τη σκόνη πάνω στα σταφύλια, από την πιθανή μόλυνση κατά τον τρύγο, την μεταφορά και την σύνθλιψη, καθώς και από τις συνθήκες κατά τη ζύμωση.
Ένας άλλος παράγοντας που κάνει το κόκκινο κρασί και τα ψάρια…αταίριαστο ζευγάρι, είναι ότι η ισχυρή γεύση που παράγεται από τις τανίνες στη φλούδα του σταφυλιού, «σκεπάζει» τη ντελικάτη γεύση του ψαριού και των άλλων θαλασσινών.
Η λέξη «φελέκι» προέρχεται απ’ το τουρκικό felek που σημαίνει τύχη, μοίρα, πεπρωμένο, ριζικό (η λέξη felek προέρχεται με την σειρά της από το αραβικό falak που σημαίνει «ουράνια σφαίρα»).
Επομένως, όταν χρησιμοποιούμε την έκφραση-βλασφημία «γαμώ το φελέκι μου» (εναλλακτικά: «το φελέκι μου», ή «το φελέκι μου μέσα»), στην ουσία τα βάζουμε με την μοίρα μας, την κακοτυχία μας. Ανάλογη έκφραση χρησιμοποιούν και οι Τούρκοι, απ’ τους οποίους «δανειστήκαμε» αυτή τη λέξη: «Kahpe felek» (πουτάνα τύχη).
Η μπούρμπερη (ή μπούλμπερη, ή πούλβερη), είναι η σκόνη, ο κονιορτός.
Η χρήση της λέξης συναντάται μόνο στην έκφραση «στάχτη και μπούρμπερη» που δηλώνει την μεγάλη καταστροφή (συνήθως από πυρκαγιά), ή «στάχτη και μπούρμπερη να γίνει» που αποτελεί μια ευχή…καταστροφής.
Πρόκειται για μια μεσαιωνική λέξη που ετυμολογείται από το λατινικό pulvis (=κόνις), pulveris (=κονιορτός).
Μπούρμπερη λεγόταν και το τριμμένο μπαρούτι με το οποίο γέμιζαν παλαιότερα τα όπλα από την κάνη κι από κει φαίνεται να καθιερώθηκε και η φράση.
Παρ’ ότι η λέξη «ντούγκλα» (ή ντούγλα), σε συνδυασμό με τα συμφραζόμενα (δηλαδή το μουστάκι), αλλά και ηχητικά, δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για μπούκλα, δηλαδή παραπέμπει σε (στριφο)γυριστό μουστάκι, εν τούτοις η πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς έτσι. Η ντούγκλα αποτελεί λάθος προφορά τής αγγλικής λέξης «Douglas», η οποία κανονικά προφέρεται «Ντάγκλας».
Πριν μερικές δεκαετίες, που ήταν τής μόδας το στριφογυριστό («τσιγκελωτό») μουστάκι, οι άντρες χρησιμοποιούσαν κερί για να μπορέσουν να επιτύχουν και να κρατήσουν το σχήμα που ήθελαν. Ένα απ’ τα πιο δημοφιλή κεριά, ήταν το «Douglas», αμερικανικής προελεύσεως. Καθώς όμως για τον μέσο Έλληνα τής εποχής εκείνης, η γνώση τής αγγλικής γλώσσας και γενικότερα η φωνητική απόδοση ξενικών όρων, δεν ήταν και «στα πάνω της», το «Ντάγκλας» έγινε «Ντούγκλας», για να καταλήξει στο «ντούγκλα» (ή ντούγλα).
Κατά μία άλλη εκδοχή, ο όρος οφείλεται στον Αμερικανό ηθοποιό Douglas Fairbanks (1883-1939), ο οποίος είχε δημιουργήσει μόδα με το λεπτό μουστάκι του κι όταν κάποιος ήθελε να αναφερθεί σε τέτοιο μουστάκι, έλεγε «αυτός έχει μουστάκι (α λα) Ντούγκλας».
Για την ιστορία, ο Καπετανάκης «που ‘χει ντούγκλα στο μουστάκι» όπως αναφέρεται στο γνωστό τραγούδι (ερμηνευτής ο Πάνος Μιχαλόπουλος), ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν ακόλουθος του Ελευθέριου Βενιζέλου και κατά την δεκαετία τού 1930, διετέλεσε διευθυντής των φυλακών της Παλαιάς Στρατώνας στο Μοναστηράκι. Ήταν ιδιαίτερα αυστηρός και επιβλητικός. Το μουστάκι του ήταν περιβόητο. Του έκανε ιδιαίτερη περιποίηση και το πρόσεχε σαν τα μάτια του, καθώς όταν κοιμόταν το έβαζε σε…μυστακοθήκη.
Ο τεμαχισμός ενός κρεμμυδιού απελευθερώνει ένα ένζυμο που λέγεται «συνθάση δακρυγόνου παράγοντα». Αυτό ξεκινάει την διαδικασία που μάς κάνει να δακρύζουμε. Το ένζυμο αυτό αντιδρά με τα αμινοξέα τού κρεμμυδιού κι αυτά με τη σειρά τους μετατρέπονται σε σουλφονικά οξέα. Τα σουλφονικά οξέα αναδιατάσσονται αυτόματα για να σχηματίσουν ένα, πλούσιο σε θείο, πτητικό έλαιο (Syn-propanethial-S-oxide). Το χημικό αυτό φτάνει στα μάτια και λόγω τής επαφής με τις νευρικές ίνες του κερατοειδούς, ενεργοποιούνται οι δακρυϊκοί αδένες. Έτσι αρχίζει η δακρύρροια.
Για να περιορίσουμε τα δάκρυα υπάρχουν διάφορες «τεχνικές»:
1. Καθαρίζουμε τα κρεμμύδια μπροστά σε μια ανοιχτή βρύση με κρύο νερό.
2. Αφήνουμε τα κρεμμύδια στο ψυγείο για αρκετή ώρα, πριν τα καθαρίσουμε.
3. Τα ραντίζουμε με ξύδι πριν τα καθαρίσουμε.
4. Φοράμε προστατευτικά γυαλιά.
5. Καθώς η μεγαλύτερη ποσότητα αμινοξέων βρίσκεται προς τη βάση του κρεμμυδιού (δηλαδή προς το κοτσάνι), καλό θα είναι να ξεκινάμε το καθάρισμα απ’ την κορυφή, για να μη μάς παίρνουν απότομα τα «ζουμιά».
Βασικό είναι επίσης, να μην προσπαθούμε να σκουπίσουμε τα δάκρυά μας με τα χέρια (αφού μ’ αυτά πιάνουμε τα κρεμμύδια), καθώς έτσι το μόνο που καταφέρνουμε, είναι να επιδεινώνουμε την κατάσταση.