Συνειδησιακή καθυπόταξη: Από Έλληνας…Ρωμιός
14/01/2025 |
Σχολιασμός
Φρονώ ότι μέσα στα πλαίσια της συνειδησιακής καθυπόταξης μέσω των λέξεων, ανήκει και η μετονομασία του Έλληνος σε Ρωμιό. Μετά από αιώνες πλύσης εγκεφάλου, είναι κάπως δύσκολο να το συνειδητοποιήσουμε, αλλά θα άξιζε την προσπάθεια. Ο ελληνικός πολιτισμός αντιπροσωπεύει μια σειρά αξιών που κάποτε είχαν επηρεάσει ολόκληρο τον κόσμο. Μάλιστα από την αλεξανδρινή εποχή και μετά (και μέχρι σήμερα), εμφανίστηκαν οι λεγόμενοι «ελληνιστές». Λόγιοι δηλαδή της εποχής που μιλούσαν την ελληνική και ήταν μέτοχοι της ελληνικής παιδείας, χωρίς να είναι Έλληνες την καταγωγή. Αυτό δεν συνέβη με κανέναν άλλο πολιτισμό, όσο μεγάλος και αν ήταν. Ακόμα και μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους, κατά τη Ρωμαιοκρατία, ο ποιητής Οράτιος έγραφε ότι, «η ηττημένη Ελλάδα υπέταξε τον σκληρό κατακτητή και εισήγαγε τις τέχνες στο Λάτιο». Λίγο αργότερα και σταδιακά, θα επιχειρούνταν να δοθεί το όνομα «Ρωμαίος» ή «Ρωμιός» στον Έλληνα, σε μια προσπάθεια αποσυνδέσεώς του με τις προγονικές του ρίζες, σε μια βίαιη αλλοίωση της ταυτότητάς του. Όπως θα δούμε παρακάτω, αυτό που θα έπρεπε να αμαυρωθεί είναι η θρησκεία του, για αυτό και ο Ελληνισμός ταυτίστηκε με την υποτιθέμενη «ειδωλολατρία».
Σήμερα θέλουν να μας πείσουν ότι ο Έλληνας πρέπει να προσδιορίζεται ως «Ρωμιός», και ότι αυτός ο όρος συμπεριλαμβάνει την ενότητα και τη συνέχεια του Ελληνισμού μέσω του Χριστιανισμού. Ισχυρίζονται ότι υπήρχε εποχή κατά την οποία το όνομα «Έλλην» και τα παράγωγά του σήμαιναν το οτιδήποτε άλλο εκτός από τον…Έλληνα στην καταγωγή. Συνεπώς, σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, οι όσες πλείστες υβριστικές και υποτιμητικές αναφορές στα συγγράμματα των εκκλησιαστικών πατέρων και συγγραφέων, αφορούν τους «ειδωλολάτρες» και όχι τους Έλληνες. Αυτός ο εξωφρενικά αναληθής ισχυρισμός, που σήμερα έχει εδραιωθεί στις συνειδήσεις μέσω της προπαγάνδας (μην λησμονούμε ότι σύμφωνα με το σύνταγμα η «παιδεία» που παρέχει το κράτος είναι «ελληνοχριστιανικής» κατευθύνσεως), δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τις πηγές. Αλλά ας τα πάρουμε κατά σειρά και τάξη …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Το μηνιαίο περιοδικό «Δαυλός», εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1982, από τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Δημήτρη Λάμπρου. Η θεματολογία του, θα μπορούσε να συνοψιστεί κυρίως σε ελληνοκεντρική και αντιχριστιανική (και γενικότερα αντιθρησκευτική).
Μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με την ήττα των Γερμανών, οι νικητές σύμμαχοι συγκρότησαν ειδικό δικαστήριο, στο εδώλιο του οποίου οδηγήθηκαν και δικάστηκαν μερικές από τις ηγετικές μορφές του ναζιστικού καθεστώτος. Η δίκη που έλαβε χώρα στην γερμανική πόλη Νυρεμβέργη, ξεκίνησε στις 20 Νοεμβρίου 1945 και τελείωσε την 1η Οκτωβρίου 1946. Οι περισσότεροι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και όσοι καταδικάστηκαν σε θάνατο, οδηγήθηκαν στην αγχόνη στις 16 Οκτωβρίου 1946 (αν και ο σημαντικότερος κατηγορούμενος Χέρμαν Γκέρινγκ, πρόλαβε κι αυτοκτόνησε με υδροκυάνιο, μία ημέρα πριν τον απαγχονισμό του). Ωστόσο, η δίκη αυτή, η οποία έμεινε στη ιστορία ως «Η δίκη της Νυρεμβέργης», παρ’ ότι φαινομενικά ικανοποιούσε το «περί δικαίου αίσθημα» και ειδικά το αίσθημα όσων δεινοπάθησαν από τους ναζί, στη βάση της αμφισβητήθηκε έντονα.
Το «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ», γράφτηκε κατά την δεκαετία 1958-1968 κι εκδόθηκε για πρώτη φορά, το 1973, από τον Ρώσο συγγραφέα, Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, ο οποίος γνώρισε κι ίδιος τη φρίκη των γκούλαγκ. Ο Σολζενίτσιν συνελήφθη ενώ πολεμούσε κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον Κόκκινο Στρατό, επειδή σε αλληλογραφία του, τόλμησε να ειρωνευτεί τον Στάλιν. Ως «εχθρός του λαού» πλέον, πήρε τον δρόμο για τα περιώνυμα γκούλαγκ. Η λέξη «γκούλαγκ» αποτελεί αρκτικόλεξο των ρωσικών λέξεων «Γκλάβνογιε Ουπραβλένιγιε Λαγκερέι» (Γενική Διοίκηση Στρατοπέδων). Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, τα γκούλαγκ ως στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και εξόντωσης πολιτικών αντιφρονούντων («ζεκ»), δεν ξεκίνησαν να λειτουργούν ως τέτοια επί Στάλιν, αλλά επί Λένιν. Επί Στάλιν όμως γνώρισαν τρομερή «άνθιση», ενώ δεν σταμάτησαν να λειτουργούν και τυπικά, παρά μόνο το 1989, επί «περεστρόικα» του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.



