Αλέκος Κιτσάκης – Το αηδόνι της Ηπείρου
14/04/2009 |
Σχολιασμός
«Το Δημοτικό τραγούδι, αλλά και γενικά κάθε τραγούδι θέλει ψυχή. Ο τραγουδιστής πρέπει να έχει ίσκιο. Να σε γοητεύει».
Αλέκος Κιτσάκης.
Τον αποκάλεσαν Καζαντζίδη του δημοτικού τραγουδιού εξαιτίας της τεράστιας έκτασης της φωνής του και των μελωδικών γυρισμάτων του αλλά και της σχέσης που είχε με τους μετανάστες. Είναι ο άνθρωπος, που το 1983 τραγούδησε στη Μελβούρνη, μπροστά σε 120.000 κόσμο και ανάγκασε μια εφημερίδα της ομογένειας να γράψει «Η επίσκεψη του μεγάλου Έλληνα τραγουδιστή Αλέκου Κιτσάκη στην Αυστραλία, επισκίασε και αυτή του Κωνσταντίνου Καραμανλή» (έναν χρόνο πριν είχαν σπεύσει να ακούσουν τον Καραμανλή μόνο 70.000).
Ο Αλέκος Κιτσάκης γεννήθηκε το 1934, στο Ριζοβούνι Πρέβεζας, το οποίο είναι γνωστό κι ως «Λάκκα Σούλι».
Σε ηλικία οκτώ μηνών ορφάνεψε από μητέρα, και ένα χρόνο αργότερα, και από πατέρα. Τον μικρό Αλέκο και τον μεγαλύτερο αδελφό του Σταύρο τους μεγάλωσε ο θείος τους Γιώργος Γιαννακάκης. Θα μείνει και δεύτερη φορά ορφανός, καθώς σύντομα πέθανε και η μητριά-θεία του. Σε ηλικία έξι χρόνων ο θείος του «σκάρισε» με την στάνη. Ο μικρός Αλέκος, όλη την μέρα που έβοσκε τα πρόβατα ήταν με το τραγούδι στο στόμα, κάτι που έκανε τους συγχωριανούς του να καταλάβουν ότι έχει ταλέντο στο τραγούδι. Μάλιστα τον έπαιρναν στο καφενείο, τον κερνούσαν λουκούμι, και τον έβαζαν να τραγουδήσει. Ο μικρός Αλέκος, δεν τραγουδούσε πάντα, από ευχαρίστηση και μόνο:
«Θυμάμαι μια φορά, παιδάκι τότε εγώ, γινόταν ένας γάμος στο Γαλατά. Φύλαγα τα πρόβατα κοντά, πιάνω ένα τραγούδι και σταμάτησε ο γάμος… Από πού έρχεται αυτή η φωνή; είπαν, λες και ήταν ένα σπάνιο αηδόνι. “Ο Αλέξης, ο Αλέξης”, φώναξαν. Και μπας και με ακούσουν και με καλέσουν στο γάμο να μου δώσουν και μένα ένα πιάτο φαΐ. Δύσκολες εποχές, πετσί και κόκαλο ήμουνα… Μια μέρα, θυμάμαι, με έβαλε ένας άνθρωπος, Δόσης λεγότανε, να τραγουδάω για να μου δώσει ένα πορτοκάλι. Τραγουδούσα όλη μέρα, με πέθανε. Όλη μέρα για ένα πορτοκάλι…».
Την πρώτη του εμφάνιση σε κοινό, ο νεαρός Κιτσάκης την πραγματοποίησε σε έναν γάμο, όπως θυμάται ο ίδιος:
«Εγώ βοσκούσα τα πρόβατα κι όταν πέρασε από μπροστά μου ο κόσμος άρχισα να τραγουδάω. Αμέσως σταμάτησε ο γάμος και όλοι έκαναν σιωπή να με ακούσουν. Εγώ τραγούδησα μήπως και με ακούσει κανείς και του αρέσω και με καλέσει στη συνέχεια στο γάμο να τραγουδήσω και να φάω ένα κομμάτι ψωμί. Είχα φτώχεια και ορφάνια. Η ενέργειά μου αυτή είχε αποτέλεσμα και με κάλεσαν στο γάμο. Τραγούδησα όλο το βράδυ, αλλά το σημαντικότερο για μένα ήταν ότι έφαγα καλό φαγητό. Αυτή ήταν και η πρώτη παρουσία μου ως τραγουδιστής μπροστά σε κοινό».
Ένας μακρινός του συγγενής ο Νίκος Σουλιώτης με δυσκολία τον πήρε από τον θείο του και τον πήγε στην Αθήνα, δήθεν για καλύτερα, αλλά εκεί τον βρήκαν τα χειρότερα. Όταν πήγε στην Αθήνα, κοιμόταν σε γκαράζ: «Πατησίων 1, στο πάτωμα, σε μια βελέντζα· προίκα της μάνας μου», όπως περιέγραφε ο ίδιος. Από τσοπάνος γιδιών στα βουνά της Ηπείρου, έγινε φύλακας γουρουνιών στο Γουδί. Ο μικρός Αλέκος διαμαρτυρήθηκε και απείλησε τον συγγενή του ότι θα ξαναπάει στο χωριό αν δε του έβρισκε άλλη δουλειά, και ο Σουλιώτης, τον Δεκέμβριο το 1946, τον γνώρισε στον πρόεδρο της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας, που τον καλούσε να τραγουδάει σε κάθε εκδήλωση της. Ο Γενικός Γραμματέας, και ταμίας της Πανηπειρωτικής είχαν πιστέψει στο ταλέντο του Κιτσάκη, και αποφάσισαν να τον παρουσιάσουν στο θέατρο της Κυβέλης. Έτσι, σε ηλικία 12 ετών, ο Αλέκος Κιτσάκης ντυμένος τσολιάς βγαίνει στη σκηνή και τραγουδάει την «Τζαβέλαινα», κατενθουσιάζοντας όλο το ακροατήριο. Η στιγμή αυτή, ήταν φυσικά αξέχαστη για τον Αλέκο Κιτσάκη:
«Ήτανε 11 Ιανουαρίου του 1947 στο θέατρο της Αλίκης. Φαντάσου τότε, 11 χρονών παιδί, να βγει με καμάρι και να τραγουδάει για πρώτη φορά σε θέατρο. Στο πρόγραμμα που βγάλανε τότε λέγανε ότι τραγουδάει και ο μικρός Αλέξης. Ήμουν, που λες, συμπαθητικό παιδάκι. Γεννήθηκα έτσι. Είχα ίσκιο. Όποιος με γνώριζε ήθελε να με κάνει παιδί του.
Με ντύσανε με φουστανέλα και μου βάλανε και μια κορδέλα που έλεγε “Σούλι”. Εγώ τότε δεν ήξερα τι εστί Πανηπειρωτική, τι εστί θέατρο. Τραγούδησα λοιπόν την «Τζαβέλαινα». Την εποχή εκείνη ο κόσμος ήταν πολύ πονεμένος και μόλις με άκουσε τρελάθηκε. Κλαίγανε. Μόλις τελείωσα όλοι μου έδωσαν ένα θεόρατο χειροκρότημα. «Γεια σου λεβέντη μου, γεια σου Αλέκο μου, γεια σου Αλέξη μου» μου φωνάζανε. Χαμός έγινε. Και εκεί βγήκε ο Αχιλλέας ο Ζώης και είπε ότι αυτό το παιδί το αναλαμβάνει η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία υπό την προστασία της. Τον είχα σαν πατέρα μου αυτόν τον άνθρωπο.
Μετά την κοπή της πίτας με παίρνει ο Ζώης λοιπόν και με πάει στο Μινιόν. Τότε φορούσα ένα τραγίσιο κοντό παντελόνι, σκληρό Παναγιά μου, μου έτρωγε τα γόνατα και μου τα μάτωνε. Και με παίρνει λοιπόν, να είναι καλά εκεί που είναι τώρα ο άνθρωπος, για να μου βγάλει μια φωτογραφία για να θυμάμαι, μου λέει, που ήμουνα και πώς ξεκίνησα …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »



Μόλις η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, κάποιος Θεόδωρος Καρράς έφτιαξε μια συμμορία κακοποιών, που ρήμαζαν τα σπίτια και τα μαγαζιά. Η αστυνομία τούς κυνηγούσε να τους πιάσει, μα ποτέ δεν το κατόρθωνε. Ο Καρράς είχε γίνει αληθινό φόβητρο των κατοίκων. Την εποχή εκείνη στην Κολοκυνθού των Αθηνών κατοικούσε ο παπά-Μελέτης, που έλεγαν ότι είχε φλουριά με το τσουβάλι.
«Στο βιβλίο αυτό βρίσκαμε επί τέλους την αλήθεια για την καταστροφή της Σμύρνης και για τη σφαγή μεγάλου μέρους απ’ τους κατοίκους της, γραμμένη από έναν αυτόπτη μάρτυρα. Ο συγγραφέας των σελίδων πού ακολουθούν, είναι ευτυχώς ένας άνθρωπος πού δεν εμποδίζεται να ειπεί, ό,τι ξέρει, από πολιτικούς λόγους η από οποιαδήποτε επίδραση φόβου η συμφέροντος. Δίνει ολόκληρη τη διήγηση του αγρίου αφανισμού του Χριστιανικού πληθυσμού σε όλη την έκταση και το πλάτος της Παλαιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μ’ ένα σαφή και πειστικό τρόπο. Το ότι είκοσι αιώνες μετά Χριστόν μπόρεσε ένας μικρός και οπισθοδρομικός λαός, όπως οι Τούρκοι, να διαπράξει τέτοια εγκλήματα εναντίον του πολιτισμού και της προόδου του κόσμου, είναι ένα ζήτημα πού θα έπρεπε να κάμει όλους τους ευσυνείδητους λαούς να σταθούν και να σκεφτούν ο συγγραφέας όμως δείχνει με αναντίρρητο τρόπο ότι τα εγκλήματα αυτά διαπράχθηκαν χωρίς αντίσταση εκ μέρους οιουδήποτε χριστιανικού έθνους και ότι η τελευταία εκείνη φρικτή σκηνή στη Σμύρνη εκτελέστηκε σε απόσταση ολίγων μέτρων από ένα ισχυρότατο συμμαχικό και αμερικανικό στόλο.
Όσοι επιμένετε να μην χρησιμοποιείτε 
Την άγνωστη ελληνική ιστορία της Διώρυγας του Παναμά –της μεγαλύτερης στον κόσμο- αποκαλύπτει δημοσίευμα του ΑΠΕ. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Δημήτρη Παρούση υπάρχουν αναφορές ότι 3.000 Έλληνες εργάτες έχασαν τη ζωή τους στην κατασκευή. Τους είχαν χρησιμοποιήσει γιατί είχαν την τεχνογνωσία από τον Ισθμό. Έλληνας ήταν ωστόσο και ο πρώτος καπετάνιος που διέσχισε το κανάλι στα εγκαίνια…
Έτσι, αυτή τη φορά ένας επώνυμος Έλληνας, ο καπετάν Νικήτας Μαυράκης έγραψε τη δική του σελίδα στη δεύτερη σημαντική φάση της ιστορίας του καναλιού. Ήταν στις 15 Αυγούστου του 1914, όταν οι Αμερικανοί με κάθε επισημότητα έκαναν τα εγκαίνια του καναλιού. Από δεκάδες υποψήφιους επιλέχθηκε ομόφωνα ο καπετάνιος Νικήτας Μαυράκης γεννημένος στην Κάσο το 1859.


