Η θέση της γυναίκας, στην Αθήνα και στη Σπάρτη, κατά την αρχαιότητα

  25/01/2012 | 8,327 εμφανίσεις | Σχολιασμός

ΚαρυάτιδεςΠρόλογος
Τον τελευταίο καιρό επανέρχονται συνέχεια διάφοροι, συνήθως απολογητές για να αναμασήσουν την καραμέλα «της βελτίωσης της θέσης της γυναίκας από τον Χριστιανισμό», κάτι που είναι ένα αισχρό και παραπλανητικό ψέμα. Θα προσπαθήσουμε να δούμε εν συντομία ποια ήταν η θέση της γυναίκας στην ελληνική αρχαιότητα μέσα από την εστίασή μας σε δύο χαρακτηριστικές και ακραίες περιπτώσεις: Της Αθηναίας και της Σπαρτιάτισσας. Οι υπόλοιπες Ελληνίδες ζούσαν σε ένα καθεστώς ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα, άρα έχει σημασία η γνωριμία τους από εμάς. Αυτό που επίσης έχει σημασία, είναι να κατανοήσουμε το γιατί υπήρχε η διαφορά στην αντιμετώπισή τους από την κοινωνία, και αν αυτή η αντιμετώπιση έχει καμιά σχέση με το σήμερα.

Εισαγωγή
Η καθοριστική παράμετρος της αρχαϊκής και κλασσικής εποχής είναι η δημιουργία και άνθηση των πόλεων – κρατών σε όλη την λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου. Η “πόλις” είναι μία αυτοδύναμη οντότητα που ελέγχει οικονομικά και διοικητικά όλη την γύρω της ύπαιθρο, και έχει ξεχωριστά συμφέροντα από τις γειτονικές της πόλεις, αρκετές φορές μάλιστα είναι εχθρικά.

Οι διαμάχες μεταξύ των πόλεων, που ήταν κάτι συνηθισμένο, είχαν αρκετές συνέπειες στην δομή και εξέλιξη των κοινωνιών τους. Η συνεχής ανάγκη ετοιμότητας και προετοιμασίας των κατοίκων για τον επόμενο πόλεμο, αφού η κακή του έκβαση σήμαινε συνήθως τον θάνατο των ανδρών και τον εξανδραποδισμό των γυναικόπαιδων, οδήγησε στην αύξηση της δύναμης των οπλιτών – πολιτών, που πλέον αποκτούσαν περισσότερο ενεργό ρόλο στην διοίκηση.

Με βάση αυτή την γενική λογική, οι άνδρες ως οι έχοντες την γνώση και δυνατότητα να φέρουν όπλα, αναλάμβαναν όλες τις εξωτερικές δουλειές δηλαδή να φέρουν τα προς το ζην, ενώ είχαν την διοίκηση και την ασφάλεια της πόλης, οι δε γυναίκες ανάλαβαν την ευθύνη για τις εργασίες του οίκου και την διαιώνιση της κοινωνίας τους, γεννώντας, μεγαλώνοντας και ανατρέφοντας τους επόμενους πολίτες.

Άλλη μία σημαντική παράμετρος, η θρησκεία της εποχής, δείχνει μία σαφή ισότητα ως προς την έκφραση αρσενικού και θηλυκού στοιχείου, και την αναφέρουμε μόνο και μόνο γιατί ακόμα και σήμερα, η θέση της γυναίκας επηρεάζεται ιδιαίτερα από το πώς οι θρησκείες της ερήμου που μας ταλαιπωρούν, βλέπουν το θηλυκό στοιχείο.

Όπως θα δούμε παρακάτω, αυτή η γενική εικόνα της εποχής διαφοροποιείται στις ελληνικές πόλεις κατά τόπους. Εμείς θα δούμε πως αυτή εμφανίζεται στην Αθήνα και την Σπάρτη επιδρώντας στην ζωή των γυναικών με διαφορετικό τρόπο
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…

image_pdfimage_print

Το μουνί σέρνει καράβι

  24/01/2012 | 12,954 εμφανίσεις | Σχολιασμός

ΔίολκοςΗ φράση «το μουνί σέρνει καράβι», δηλώνει την μεγάλη εξάρτηση ενός άνδρα από μια γυναίκα, ή αλλιώς, την επιρροή που ασκεί μια γυναίκα σ’ έναν άνδρα, με βασικό μοχλό το ερωτικό στοιχείο, η οποία ωστόσο μπορεί να οδηγεί στην προσπάθεια επίτευξης στόχων.

Κατά την αρχαιότητα, όταν δεν είχε κατασκευασθεί ακόμα η διώρυγα της Κορίνθου, που ενώνει τον Σαρωνικό με τον Κορινθιακό κόλπο, τα καράβια που ήθελαν να ταξιδέψουν στην δυτική Ελλάδα και στο Ιόνιο, ή κατ’ επέκταση στη δυτική Μεσόγειο, ήταν αναγκασμένα να κάνουν τον γύρο της Πελοποννήσου.

Υπήρχε ωστόσο και η εναλλακτική λύση, η οποία όμως ήταν και αρκετά επίπονη: Έβγαζαν το καράβι στον Ισθμό, πάνω στη στεριά, κι αφού το τοποθετούσαν πάνω στον λεγόμενο δίολκο, το έσερναν με μεγάλα σκοινιά, μέχρι να το βγάλουν στον Κορινθιακό Κόλπο. Η διαδικασία αυτή, παρ’ ότι συντόμευε το ταξίδι, εν τούτοις ήταν πολύ κουραστική.

Κατά μήκος της διαδρομής, απ’ όπου περνούσαν τα καράβια που έσερναν οι ναύτες, υπήρχαν πολλοί οίκοι ανοχής (λαϊκιστί «μπουρδέλα» ή «σπιτάκια»), όπου οι εταίρες (πόρνες) πρόσφεραν μερικές στιγμές «ξεκούρασης» (με το αζημίωτο βέβαια) στους ταλαιπωρημένους και εξαντλημένους ναυτικούς.

Επειδή λοιπόν, παρά το ότι η διαδρομή ήταν κουραστική, οι ναύτες την προτιμούσαν, λόγω των πορνών, επικράτησε η φράση «το μουνί σέρνει καράβι» (ή «το μουνί καράβι σέρνει»). Παρόμοια είναι και η φράση «αν δεις καράβι στο βουνό, μουνί θα τό ‘χει σύρει».

image_pdfimage_print

Γιατί οι ομοφυλόφιλοι ονομάζονται και «αδελφές»;

  24/01/2012 | 8,114 εμφανίσεις | Σχολιασμός

Παρ’ ότι στην σύγχρονη εποχή, η ομοφυλοφιλία αποτάσσεται -υποκριτικά- από την χριστιανική Εκκλησία, ως κάτι ανόσιο και μιαρό, εν τούτοις δεν ήταν ανέκαθεν αυτή η στάση της…

Στο Βυζάντιο, η ιδιαιτερότητα αυτή, όχι μόνο ήταν ανεκτή, αλλά είχε ουσιαστικά και την εκκλησιαστική κάλυψη, καθώς η νόμιμη συμβίωση ή και γάμος μεταξύ ομοφυλόφιλων, δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο.

Καθώς, η ομοφυλοφιλία, δεν ήταν -ούτε και είναι- άγνωστο φαινόμενο στις τάξεις της Εκκλησίας (τουναντίον μάλιστα), για να δώσει μια νομιμοφάνεια στις σχέσεις αυτές, επινόησε την λεγόμενη «αδελφοποίηση» (ή «αδελφοποιία»). Με την ορολογία αυτή, νοείται η με θρησκευτική τελετή -δήθεν πνευματική- ένωση δύο ανδρών, για την οποία γράφτηκε και επίσημη ευχή «εις Αδελφοποιίαν πνευματικήν», που διαβαζόταν από τον ιερέα μπροστά από το Ευαγγέλιο. Η «Ακολουθία της Αδελφοποιίας» όμως, είναι ολόιδια με την Ακολουθία του –γνωστού ετερόφυλου- Γάμου (ζευγάρι εμπρός από τον ιερέα, Ευαγγέλιο, κεριά, κουμπάρος, συγγενείς κ.τ.λ.).

Στην πραγματικότητα δηλαδή, δεν πρόκειται για καμμία πνευματική ένωση, αλλά για κανονικό γάμο μεταξύ ανδρών και ευλογία από τον ιερέα της σαρκικής ομοφυλόφιλης ένωσης. Αυτό ομολογείται και από το ίδιο το «Πηδάλιον», στο οποίο αναφέρεται χαρακτηριστικά, ότι οι άνδρες κατά την αδελφοποιησία «υπανδρεύονται αναμεταξύ των». Το «Πηδάλιον» απαγορεύει τέτοιες τελετές χαρακτηρίζοντας τους νυμφίους ως «ψευδαδελφοποιητούς», που ικανοποιούν «τας ηδονάς και τα σαρκικά των θελήματα»: «Η δε λεγομένη αδελφοποιησία είναι εμποδισμένη από το λε’ κεφ. του ιγ΄ τίτλου του ε’ βιβλίου του νόμου (σελ. 217, της Γιουρ Γραικόρ.) τελείως να μην γίνεται, και αποβεβλημένη εστίν από την Εκκλησίαν του Χριστού… Όθεν η τοιαύτη αδελφοποιησία όχι μόνον δεν γίνεται, ή λογίζεται τελείως εμπόδιον εις το να υπανδρεύωνται αναμεταξύ των οι τοιούτοι ψευδαδελφοποιητοί, αλλ’ ουδέ όλως πρέπει να γίνεται. Απόβλητον γάρ εστι τούτο από την Εκκλησίαν του Χριστού, ως πολλών κακών και απωλείας πρόξενον ψυχικής εις τους περισσοτέρους, και ύλη δια να πληρόνουν τινες τας ηδονάς και τα σαρκικά των θελήματα, καθώς η δοκιμή μυρία έδειξε τα παραδείγματα κατά διαφόρους καιρούς και τόπους». («Πηδάλιο», «Περί συνοικεσίων», κεφάλαιο Ι’).
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…

image_pdfimage_print

Περί της ποινικοποίησης της άρνησης αναγνώρισης γενοκτονίας

  24/01/2012 | 273 εμφανίσεις | Σχολιασμός

Με αφορμή, την απόφαση της γαλλικής γερουσίας, να ποινικοποιήσει την άρνηση της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων, ίσως θα ήταν σκόπιμο πλέον ν’ αρχίσουμε ν’ ανησυχούμε, για το που οδεύουμε, όσον αφορά την ελευθερία σκέψης και έκφρασης γνώμης.

Βεβαίως, η Γαλλία δεν είναι η πρώτη χώρα που ποινικοποιεί την διαφορετική άποψη επί ενός ιστορικού γεγονότος. Ανάλογοι νόμοι υπάρχουν στη Γερμανία και την Αυστρία που φυλακίζουν όσους διανοούνται να εκφέρουν διαφορετική από την καθιερωμένη άποψη για το εβραϊκό «Ολοκαύτωμα».

Η ιστορία όμως, δεν γράφεται στα δικαστήρια, ούτε και στις βουλές, διά νόμων, με όπλο την απροκάλυπτη λογοκρισία. Κι επειδή το περίφημο «διαφωνώ μ’ αυτό που λες, αλλά θα υποστηρίζω μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες», το χρησιμοποιούμε κατά το δοκούν (π.χ. πολλοί Έλληνες διαφωνούν με την ποινικοποίηση της άρνησης της γενοκτονίας των Εβραίων, αλλά αγκαλιάζουν με θέρμη την ποινικοποίηση που αφορά τους Αρμένιους -και το αντίστροφο), ας θυμηθούμε τι αναγράφεται στο άρθρο 19, της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων:

Καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης, που σημαίνει το δικαίωμα να μην υφίσταται δυσμενείς συνέπειες για τις γνώμες του, και το δικαίωμα να αναζητεί, να παίρνει και να διαδίδει πληροφορίες και ιδέες, με οποιοδήποτε μέσο έκφρασης, και από όλο τον κόσμο.

Σημείωση: Για να μην δημιουργηθούν παρανοήσεις, φυσικά και αναγνωρίζω την γενοκτονία των Αρμενίων, όπως και των Ποντίων και των Ασσυρίων. Αναγνωρίζω ακόμη ότι συντελέστηκε γενοκτονία επί των Εβραίων, ενδεχομένως όμως, όχι στην έκταση που παρουσιάζεται μέχρι σήμερα (αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα). Κι αυτές δεν είναι οι μόνες γενοκτονίες. Ας θυμηθούμε ακόμη, τους Ινδιάνους και τους Τούτσι. Άλλο αυτό όμως κι άλλο να καταδικάζουμε τον αντίλογο και ουσιαστικά και την ιστορική έρευνα.

image_pdfimage_print

Οι γενίτσαροι Τουρκοκρητικοί

  24/01/2012 | 6,026 εμφανίσεις | Σχολιασμός

Τουρκοκρητικός«Τούτο θα σου πάρω, εκείνο θα μου δώσεις κι αυτό θα μου το χαρίσεις».
Χαρακτηριστική έκφραση των Τουρκοκρητικών

Από το 1669, αφ’ ότου η Κρήτη πέρασε απ’ τα χέρια των Ενετών στα χέρια των Τούρκων και καθ’ όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας στο νησί, ένας νέος κλάδος πληθυσμού αναφάνηκε: Ήταν οι Τουρκοκρητικοί ή οι μουσουλμάνοι της Κρήτης. Αυτοί, δεν αποτελούσαν ιδιαίτερη φυλετική ομάδα, γιατί δεν ήταν Τούρκοι, αλλά εξισλαμισθέντες Κρητικοί. Διατηρούσαν την ελληνική γλώσσα, χρησιμοποιώντας ως δεύτερη την τουρκική, την οποία πολλές φορές δεν μπορούσαν να μιλήσουν καλά. Δεν ακολουθούσαν πιστά το Κοράνι (π.χ. έπιναν κρασί) και είχαν περίπου τα ίδια έθιμα με τους χριστιανούς, χόρευαν τους ίδιους χορούς και τραγουδούσαν τα ίδια τραγούδια. Ιδιαίτερη κατηγορία των Τουρκοκρητικών της υπαίθρου, ήταν οι λεγόμενοι Αμπαδιώτες που κατοικούσαν κυρίως στη περιοχή Αμαρίου νοτιοανατολικά της Ίδης. Αυτοί διακρίνονταν από τους άλλους προερχόμενοι από αραβική φυλή.

Εκείνη την εποχή, ο πληθυσμός της Κρήτης έφτανε μόλις τις 80.000 ψυχές, από τους οποίους οι 50.000 ήταν χριστιανοί (κυρίως ελληνικής καταγωγής) και 30.000 μουσουλμάνοι. Αυτοί οι ντόπιοι γενίτσαροι, ήταν ιδιαιτέρως σκληροί με τους χριστιανούς συμπατριώτες τους και στάθηκαν εναντίον τους σε κάθε επαναστατική προσπάθεια που έκαναν για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Ενεργώντας ως συνειδητοί Τούρκοι, πρωταγωνίστησαν σε πολλούς από τους λεγόμενους «αρμπαντέδες», δηλαδή τις επιδρομές του «ανεύθυνου» και φανατισμένου τουρκικού όχλου στις χριστιανικές συνοικίες, οι οποίες συνοδεύονταν κατά κανόνα από ανελέητες σφαγές, καταστροφές και πλιάτσικο. Οι Τουρκοκρητικοί, είχαν αποκτήσει τέτοια δύναμη, ώστε περιφρονούσαν ακόμα και τα σουλτανικά φιρμάνια. Ήταν ουσιαστικά ένα κράτος εν κράτει. Υπήρχαν αρκετοί, ονομαστοί για τις αγριότητές τους, αρχιγενίτσαροι, οι οποίοι κατατυραννούσαν όχι μόνο τους Έλληνες, αλλά συχνά κι αυτούς τους Τούρκους. Υπήρχε ωστόσο και μια άλλη κατηγορία Τουρκοκρητικών, που ονομάζονταν Λινοβάμβακοι, οι οποίοι ήταν κρυπτοχριστιανοί και πρόσφεραν εξαιρετικές εθνικές υπηρεσίες από αυθαιρεσίες των Τούρκων. Ήταν όμως μειοψηφία και σίγουρα δεν ήταν ικανή να σταθεί εμπόδιο στο μένος και την ασυδοσία των μουσουλμάνων Κρητικών.

Η κατάσταση έγινε αφόρητη μετά το 1750. Οι χρόνοι που θα ακολουθήσουν, και ως τις παραμονές της μεγάλης Επανάστασης του 1821, θα είναι η περίοδος της σκληρότερης δοκιμασίας του κρητικού λαού, μια εποχή αχαλίνωτου γενιτσαρισμού.

Οι περιηγητές περιγράφουν φρικώδη περιστατικά και οι ιστορικοί της Κρήτης δεν κουράζονται να εξιστορούν τις γενιτσαρικές βιαιότητες και τις κτηνώδεις πράξεις εις βάρος του χριστιανικού πληθυσμού. Χαρακτηριστικό, είναι το απόσπασμα από σουλτανική διαταγή, σχετική με τις υπερβάσεις των γενίτσαρων του Χάνδακα, με χρονολογία 6 Ιουλίου 1762:
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…

image_pdfimage_print
Εναλλαγή σε εμφάνιση υπολογιστή