Μαθήματα αλληλεγγύης: Η επιστολή του στρατηγού Μακρυγιάννη προς τον βασιλιά Όθωνα, με την οποία ζητούσε την διανομή του μισθού του στους άπορους συναγωνιστές του

  02/11/2010 | 1,616 εμφανίσεις | Σχολιασμός

Ιωάννης ΜακρυγιάννηςΤα χνάρια του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος κατά την Εθνοσυνέλευση του 1829, επίσημα δήλωσε πως «…εφ´ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν», ακολούθησε λίγα χρόνια αργότερα κι ένας απ’ τους αγωνιστές της Επαναστάσεως του 1821, ο Ιωάννης Μακρυγιάννης.

Ο Μακρυγιάννης, με επιστολή του προς τον βασιλιά Όθωνα, το 1834, ζήτησε την διανομή του μηνιαίου μισθού του σε άπορες οικογένειες συναγωνιστών του.

Στα «Απομνημονεύματά» του, ο στρατηγός Μακρυγιάννης εξηγεί τα κίνητρα της απόφασής του:
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…

image_pdfimage_print

Γεράσιμος Ραφτόπουλος: Υπαξιωματικός του ελληνικού στρατού, ετών…13!

  02/11/2010 | 1,849 εμφανίσεις | Σχολιασμός

Την 5η Οκτωβρίου 1912, κατά τον Α’ Βαλκανικό πόλεμο, αρχίζει η επική προέλαση του Ελληνικού Στρατού και μετά από μια σειρά σκληρών μαχών (στην Ελασσόνα, το Σαραντάπορο, τα Σέρβια, την Κοζάνη, τα Γιαννιτσά κ.λπ.) απελευθερώνει την Δυτική Μακεδονία και την 26 Οκτωβρίου 1912 φθάνει στην Θεσσαλονίκη την οποία και απελευθερώνει.

Με τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο του 1913 πραγματοποιούνται οι πόθοι και τα οράματα του Ελληνισμού για μια ελεύθερη Μακεδονία, Θράκη και Ήπειρο. Η επιστράτευση που κηρύχθηκε πέτυχε απόλυτα. Η έκδηλη συγκίνηση και ο ενθουσιασμός του λαού προδίκαζαν την αίσια έκβαση του αγώνα. Απ’ όλα τα σημεία της Ελλάδος και του εξωτερικού, οι Έλληνες μικροί και μεγάλοι, έσπευδαν να καταταγούν για να πολεμήσουν, και το ηθικό τους ήταν τόσο υψηλό, ώστε χωρίς υπερβολή ν’ αναπληρώνει τις όποιες υλικές ελλείψεις υπήρχαν.

Κάποιες μικρές και άγνωστες ιστορίες αποτελούν την τρανή απόδειξη του υψηλού φρονήματος, της πίστεως και της αγάπης που διακατείχαν τους Έλληνες της εποχής εκείνης (1912-1913), και μια τέτοια είναι η ιστορία ενός Ελληνόπουλου η οποία ίσως πολλούς θα συγκινήσει αλλά και πολλούς θα προβληματίσει και μελαγχολήσει.

Ο Γεράσιμος Ραφτόπουλος είναι ο νεότερος υπαξιωματικός στην ιστορία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Γεννήθηκε στο Φισκάρδο της Κεφαλλονιάς το 1900. Κατά το 1ο Βαλκανικό Πόλεμο, εναντίον των Οθωμανών, κατατάχθηκε εθελοντικά στην ηλικία των 12 και έγινε δεκτός ως οπλίτης του 18ου Συντάγματος Πεζικού της IV Μεραρχίας. Για το θάρρος του στη μάχη του Σαραντάπορου έλαβε ένα όπλο Manlicher-Schonauer ως δώρο. Στην μάχη του Κιλκίς-Λαχανά, το 1913, κατάφερε να ξεφύγει από αιχμαλωσία, σκοτώνοντας 3 από τους 5 Βούλγαρους που τον είχαν αιχμαλωτίσει. Επιστρέφοντας στις ελληνικές γραμμές, βρήκε έναν τραυματισμένο εύζωνα και τον μετέφερε σώζοντας τον από βέβαιο θάνατο. Για την ανδρεία του, προήχθη στο βαθμό του δεκανέα την 28η Αυγούστου 1913 σε ηλικία 13 ετών.

Τα γεγονότα αυτά μνημονεύονται στις εφημερίδες τις εποχής και διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην «Εστία» (23-8-1913):
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…

image_pdfimage_print

Η προδοσία του Ιούδα – Βασανιστικά ερωτήματα που ζητούν σαφείς απαντήσεις

  02/11/2010 | 5,453 εμφανίσεις | Σχολιασμός

Το φιλί του ΙούδαΕρώτηση: Τί πρόδωσε ο Ιούδας;
Απάντηση: Μα το ρωτάτε; Δεν ξέρετε; Τον Χριστό για τριάκοντα αργύρια!

Μέχρις εκεί το ξέρουμε καλά το θέμα. Αυτή είναι η άμεση και αβασάνιστη απάντη­ση, τυ­φλοσούρτης. Δεν ρωτήσαμε βεβαίως το γιατί πρόδωσε, αν και αυτό επίσης είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Τα τριάκοντα αργύρια είναι μια αφελέστατη απάντηση που ικα­νοποιεί τους πιστούς με την πλύση εγκεφάλου που έχουν υποστεί από μωρά παιδιά. Βεβαίως τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια και πολλά τροπάρια της Μεγάλης Εβ­δομάδας δικαιολογούν την προδοσία με το να χώσουν μέσα στα κείμενα τα τριάκοντα αργύ­ρια. Δηλαδή ο Ιού­δας πρόδωσε τον Ιησού Χριστό επειδή νόσησε από φιλαργυρία. «Τότε Ιούδας ο δυσσεβής φιλαργυρίας νοσήσας εσκοτίζετο» (τροπάριο). Δεν πείθει αυτή η δι­και­ο­λο­γία κανέναν αμερόληπτο ερευνητή. Τα τριάκοντα αργύρια είναι μια φτηνή δικαιο­λο­γία που αντλείται από την Πα­λαιά Διαθήκη, επειδή σύμφωνα με τον Θεϊκό Μωσαϊκό Νόμο, ένας Εβραίος διατιμούσε την αξία ενός δούλου ή δούλης, φονευθέντος ή ταχ­θέντος ισοβίως στον Γιαχβέ, στη φτηνή τιμή των τριάντα ή πενήντα αργυρών νομισ­μάτων σεκέλ, (Έξοδος 21: 32, Λευιτικόν 27: 3-4, κ. ά.), και έτσι θέλησαν να παρουσιά­σουν άλλη μια πλασμένη (ψευδο)προφητεία.

Τα Ευαγγέλια και οι θεολό­γοι φρόντι­σαν να βρούνε και άλλες θε­ό­πνευστες δι­και­ολογίες:
1) Η προδο­σία έγινε για να εκπ­ληρωθούν οι γραφές και να επαληθευθούν οι προκαθορισμένες προφητείες της Εβραϊκής Πα­λαιάς Δια­θή­κης. Τώρα ποιες προφητείες, τρέχα βρες τις και διαπίστωσε αν πράγματι έχουν να κά­νουν καθόλου με τις χρισ­τιανικές αφ­η­γή­σεις των Ευαγγελίων. Αυτά που παρουσιάζουν ως προφητείες είναι παραποιήσεις των Εβραϊκών Γραφών και δεν έχουν απολύτως τίποτα να κάνουν με τις χριστιανικές αφ­η­γή­σεις. Οι χριστι­α­νοί όμως διαφήμι­σαν ψευδώς ότι πρόκειται για προφητείες, βασισμένοι στην αγραμ­ματοσύνη του πλήθους και μετά στην απαγόρευση της μελέτης των γρα­φών.
2) Ο Θε­ός Γιαχβέ είχε θείο σχέδιο για την σω­τηρία του ανθρωπίνου γέ­νους από τη γεμάτη αγάπη αρχική κατάρα του εναντίον των πρω­τοπ­λά­στων. Παρά τα παχιά λόγια για την ελευ­θέ­ρα βούληση, ο Ιού­δας και η προ­δοσία του ήταν προκαθορισμένο μέρος του θεί­ου σχεδίου.
3) Έτσι ήθελε ο Θεός Γιαχ­βέ να παιχθεί το θείο δράμα στο θέατρο της σωτηρίας κ.λπ.

Το ερώτημα εδώ έγκειται ως εξής: Βάσει των τεσσάρων κανονικών Ευαγ­γελίων σε τί συνί­στατο, ποιά ήταν δηλαδή τα στοιχεία που περιείχε, η προδοσία του Ιούδα; Πρωτίστως, ο Ιούδας πρόδωσε τον Χριστό ως τί; Ως εγκληματία, ως ληστή, ως στασιαστή, ως τί τέλος πάντων; Απαιτείται σαφής και αβίαστη απάντηση που βασίζε­ται καθαρά στις αφη­γή­σεις και στα στοιχεία που παραθέτουν τα τέσσερα κανονικά και «θεόπνευστα» Ευαγγέλια κι όχι ένας κατάλογος από εικασίες με όλα εκείνα τα: «Ίσως αυτό, αλλά όχι το άλ­λο» και ένα σωρό από υπο­θέσεις: «Αυτό μπορεί να έγινε κάπως έτσι, αλλά όχι αλλιώς» κ.λπ., σαν όλες αυτές τις απολογητικές απαντήσεις που συνεχώς δίνουν οι «θεοφώτι­στοι» θεολό­γοι και απολογητές όταν φτάνει ο κόμ­πος στο χτένι. Η εφεύρεση δικαιολογιών για να δικαιολογήσει κα­νείς οτιδήποτε, είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο.

Όταν κάποιος προδώ­σει έναν συν­άνθρωπό του, για οποιουσδήποτε λόγους, στις αρχές ή τις μυστικές υπη­ρεσίες ενός κρά­τους ή κυβέρνησης ή δικτατορίας, κλπ., η προδοσία του περιέχει τα εξής στοι­χεία:
1) Ο προδότης που πράττει την προδοσία (κατάδοση στις αρχές) προδίδει πάντα τον άλλον ως κάτι. Π.χ. κακοποιό, λη­στή, στασιαστή, αναρχικό, κομμουνιστή, φασί­στα, τρομοκράτη, ανατρεπτικό κ.λπ.
2) Αν ο προδιδόμενος είναι άγνωστος φυσιογνωμικά, τότε ο προδότης φροντίζει να περιγράψει όσο πιο λεπτομερέστερα γίνεται την μορφή του· πως φαίνεται και πως μοιάζει ο άνθρωπος αυτός κ.λπ., ή δίνοντας ακόμα και φωτογραφία του. Έτσι με αυτή την περιγραφή να καθίσταται δυνατόν να αναγνωρισθεί και να συλληφθεί με την πρώτη ευκαιρία.
3) Αν κρύβεται ο άνθρωπος αυτός, ο προδότης μαρτυρά που μένει, που συχνάζει, ποι­ες ώρες πηγαίνει σε ορισμένα μέρη, κ.λπ., για να καιροφυλακτήσουν και να τον πιάσουν.
4) Αν έχει μυστικά σχέδια, τρομοκρατικές ενέργειες, υποχθόνιους και ανατρεπτι­κούς σκοπούς ή έχει διαπράξει εγκλήματα, ο προδότης φροντίζει να μάθει όλα αυτά και να τα μαρτυρή­σει.
5) Ο προδότης μαρτυρά και τον τρόπο με τον οποίο ο προδιδόμενος σκέπτεται, πως δρα, πως κι­νεί­ται, πως στρατο­λογεί άλλους, κ.λπ.

Τέτοια απάντηση που να περιέχει τέτοια στοιχεία στα Ευαγγέλια δεν υπάρ­χει. Αν­τιθέ­τως τα Ευαγγέλια παρέχουν πλείστα όσα στοιχεία που ανατρέπουν κατηγορη­ματικώς τα ανω­τέρω πέντε στοιχεία που αναφέρονται. Ο Ιησούς ήταν κάθε μέρα μαζί με τον κόσμο και τις ιουδαϊκές αρχές. Μυστικά δεν είχε. Ήταν δηλαδή μια προδοσία εντελώς αχρείαστη και για τους Ιουδαίους και για τους Ρωμαίους. Όλοι τον ξέρανε πολύ καλά και μπο­ρού­σαν να τον βρούνε πολύ εύκολα. Κήρυττε και δίδασκε χωρίς μυστικά. Κάθε μέρα τσα­κωνόταν με τους αρχιερείς, γραμματείς, φαρισαίους και εμ­πόρους μέσα στον ναό. Παντού δίδα­σκε, έκανε θαύματα, τέρατα και σημεία. Τα τρία πρώτα, τα συν­ο­πτικά, Ευαγ­γέ­λια μας λέ­νε ότι όταν η σπείρα με τους αρχιερείς και αξιωματούχους των Ιουδαίων συνελάμ­βαναν τον Ιησού μέσα στη νύχτα, αυτός παρα­ξενεύτηκε και τους είπε: «Μα καλά, κάθε μέρα ήμουν στον ναό μαζί σας δι­δά­σκων… και δεν απλώσατε χέρια πάνω μου να με συλ­λά­βετε και τώρα ήλθατε μέσα στην νύ­χ­τα με ξύλα και μαχαίρια… να με πιάσετε σαν λη­στή…». Το «Κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο μας λέει ότι, ο Ιησούς είπε στις ιουδαϊκές αρχές: «Eγώ μίλησα φανερά στον κόσμο. Tην διδαχή μου εγώ την έκανα πάντοτε μέσα στη συναγωγή και μέσα στον ναό, όπου συγκεντρώνονται οι Iουδαίοι, και δε δίδαξα τίποτε στα κρυφά…» (18: 20-21)
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος…

image_pdfimage_print

Μάτια που δεν βλέπονται – Ρία Κούρτη

  02/11/2010 | 501 εμφανίσεις | Σχολιασμός

Ρία Κούρτη

 

image_pdfimage_print

Τι είναι ο άμπακας; (Έφαγε/ήπιε τον άμπακα)

  02/11/2010 | 19,005 εμφανίσεις | Σχολιασμός

ΆβακαςΗ λέξη «άμπακας» (ή «άμπακος»), προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «άβαξ» (άβακας). Ο άβακας ήταν μια πλάκα με άμμο ή κερί, πάνω στην οποία οι αρχαίοι Έλληνες (κι όχι μόνο αυτοί) έκαναν μαθηματικούς υπολογισμούς. Ήταν δηλαδή ένα αριθμητήριο.

Στην συνέχεια, ο «άβαξ» θα περάσει στα λατινικά ως «abacus» και θα αποκτήσει και την σημασία της Αριθμητικής. Με την ίδια σημασία, θα επιστρέψει αργότερα και πάλι στην ελληνική γλώσσα ως «άμπακας» και «άμπακος» και θα γίνει ευρύτατα γνωστός μετά το 1568, όταν κι εξεδόθη στην Βενετία από τον Μανουήλο Γλυνζώνιο, το πρώτο βιβλίο Αριθμητικής με τον τίτλο «Βιβλίον πρόχειρον τοις πάσι περιέχον την τε πρακτικήν Αριθμητικήν» (ο μακροσκελής τίτλος του βιβλίου συνέχιζε: «…ή μάλλον ειπείν την λογαριαστικήν, και περί του πώς ευρίσκει έκαστος το άγιον Πάσχα και τέλειον Πασχάλιον αεί και πάντοτε. Και περί ευρέσεως σελήνης εν ποία ημέρα γίνεται η γέννα αυτής»). Το βιβλίο αυτό, έμεινε γνωστό στον πολύ κόσμο με την γενική ονομασία «άμπακας» κι επειδή ήταν σχετικά ογκώδες, όποιος το είχε μελετήσει και γνώριζε το περιεχόμενό του, θεωρούνταν λίγο έως πολύ, ως τέρας σοφίας. Έτσι, όταν ήθελαν να πουν πως κάποιος έχει πολλές γνώσεις, λέγαν ότι «αυτός ξέρει τον άμπακα».

Στην πορεία του χρόνου, ο άμπακας έπαψε να είναι αποκλειστικά ταυτόσημος με την Αριθμητική κι έγινε συνώνυμος γενικά με την μεγάλη ποσότητα. Έτσι, έφτασε στις μέρες μας να έχει επικρατήσει η χρήση του όρου, στις φράσεις «έφαγε τον άμπακα» ή «ήπιε τον άμπακα».

image_pdfimage_print
Εναλλαγή σε εμφάνιση υπολογιστή