Σε αυτήν την μικρή μελέτη, θα ασχοληθώ με τον Ευσέβιο Καισαρείας. Και το κάνω αυτό καθώς θεωρείται από τους θεολόγους και τους βυζαντινολόγους ιστορικούς «ο πατέρας της Εκκλησιαστικής Ιστορίας» και όχι άδικα, εφόσον «[…] πρόσφερε όσο κανείς για τη γνώση της αρχαίας Εκκλησίας» (Πατρολογία Στ. Παπαδόπουλου, τ. Β΄ σ. 121).
Αυτή η γνώση όμως δεν είναι έγκυρη, ούτε ασφαλής και βεβαία. Και αυτό, διότι ο Ευσέβιος επιδίδεται σε πλήθος παραχαράξεων, παραποιήσεων και διαστροφών, και μάλιστα ηθελημένα. Και κινείται με αυτόν τον τρόπο διότι το ζητούμενο δεν είναι η αλήθεια, αλλά η απολογία. Επομένως, η εικόνα της Εκκλησίας που δίνει μέσα από το έργο του, η κατεστημένη αυτή γνώση, ούτε αυθεντική είναι ούτε ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Αυτό ενισχύεται από την μελέτη των ως άλλοτε «χαμένων» πηγών των «αντιπάλων», οι οποίες μας έρχονται από τους ερημικούς και απόκοσμους τόπους του Ναγκ Χαμαντί και του Κιρμπέτ Κουμράν στην Νεκρά Θάλασσα. Τεκμαίρεται επομένως καταλυτικά και αποφασιστικά ότι η εικόνα για την Εκκλησία που έχει ο πιστός κάθε άλλο παρά αυτή είναι.
Παρακάτω θα αναπτύξω τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους οι σύγχρονοι νεοαπολογητές προσπαθούν να στηρίζουν το έργο του Ευσεβίου (παρότι φανατικός οπαδός του Αρείου), καθώς θα παρουσιάσω συγκεκριμένες πλαστογραφίες και παραποιήσεις αυτού του πρώτου ιστορικού της Εκκλησίας. Η αναξιοπιστία του έγκειται στην προσπάθεια ιστορικής και θεολογικής εδραίωσης της Εκκλησίας, καθώς «η απολογητική του διάθεση βρίσκεται πίσω από κάθε έργο του» (Πατρολογία Στ. Παπαδόπουλου, τ. Β΄, σ. 122).
Για ποιούς λόγους χρησιμοποιείται ο Ευσέβιος Καισαρείας από τους χριστιανούς νεοαπολογητές;
Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να θέσουμε τους τρείς βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους ο Ευσέβιος προσπαθεί να δομήσει την Εκκλησία … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Σε προηγούμενο άρθρο, επιχειρήθηκε η συσχέτιση Τυφώνος-Κρόνου (με την παραποιημένη εκδοχή του) και Γιαχβέ. Ο Πλούταρχος μας μετέφερε την πληροφορία ότι σύμφωνα με τον μύθο του Τυφώνος, γέννησε τον Ιουδαίο και τον Ιεροσόλυμο. Επίσης, επιχειρήθηκε να γίνει συσχέτιση των λατρειών του με ανθρωποθυσίες.
Στην παρούσα μικρή μελέτη, θα διερευνηθεί περαιτέρω η σχέση του Γιαχβέ με τις ανθρωποθυσίες. Όσοι θεωρήσουν αυτά γράφονται με σκοπό να θιχθεί η θρησκευτική τους συνείδηση, τους ενημερώνω ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί τίποτα παραπάνω πέρα από τις ίδιες τις Γραφές. Αν ωστόσο ενοχλούνται, καλό θα ήταν να μην προχωρήσουν στην ανάγνωση. Όσοι πάλι επιθυμούν να συνεχίσουν, καλούνται να βάλουν στην άκρη τους εγωισμούς, τους φανατισμούς, και τις προκαταλήψεις, στέκοντας έντιμα απέναντι στις ίδιες τις Γραφές τους. Ας εξετάσουν οι ίδιοι τα βιβλικά στοιχεία που θα παρατεθούν, και ας έχουν υπόψη τους ότι μόνο όφελος για αυτούς θα έχει μια τίμια και ειλικρινή θεώρηση των πραγμάτων.
Είναι γνωστό ότι στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν πάρα πολλά χωρία που δείχνουν ότι ο Γιαχβέ ζητά αιματηρές θυσίες ζώων. Όμως λίγοι συνειδητοποιούν ότι πέρα από αυτές, ζητά και ανθρώπινο αίμα. Αυτή η επιθυμία εκφράζεται είτε μέσω των πολέμων που έχουν αφετηρία θρησκευτικά κίνητρα, είτε με τις ανθρωποθυσίες. Στην μεν πρώτη περίπτωση, η ανθρωποθυσία λογίζεται με την ευρύτερη σημασία, ενώ στην δεύτερη με την στενή.
1. Θρησκευτικοί πόλεμοι
Υπάρχουν πολλές αναφορές στη Βίβλο. Το βιβλίο «Ιησούς του Ναυή» περιγράφει το πως οι Ισραηλίτες εφήρμοσαν στην πράξη τις εντολές γενοκτονίας που τους έδωσε ο Γιαχβέ. Πολλές φορές διατάσσονται (πέρα από το να θανατώνουν τους άνδρες), να θανατώνουν ακόμα και βρέφη, για την εκδίκηση του πολεμοχαρούς θεού τους. Άλλες φορές, διατάζεται η θανάτωση όλων πλην των παρθένων γυναικών που θα δοθούν στους Ισραηλίτες ως έπαθλα. Φρικτά και άσχημα πράγματα για τον υποτιθέμενο θεό της αγάπης.
Μια αναφορά (από τις πολλές που υπάρχουν διάσπαρτες στην Βίβλο της ντροπής), είναι και η ακόλουθη … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Πρόλογος
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, μυθολογία είναι η επιμελής αναζήτηση των παλαιών. Αυτά τα «παλαιά» είναι κωδικοποιημένα σε λόγους και ιστορίες με τρόπο ευχάριστο και γλαφυρό. Με αυτή τη μέθοδο, οι αρχαίοι σοφοί κατάφερναν να διατηρούν τις βαθύτερες γνώσεις και να τις κληροδοτούν στους νεότερους, δημιουργώντας έτσι μια μυστική παράδοση. Φρόντιζαν βέβαια να δίνουν και τα κλειδιά της ερμηνείας. Έτσι, ο μύθος λειτουργεί σε δύο κύρια επίπεδα· στο εξωτερικό επίπεδο μιας απλής διηγήσεως (για τους πολλούς), και στο εσωτερικό συμβολικό επίπεδο (για τους λίγους) που έχρηζε αποσυμβολισμού.
Παρακάτω παρουσιάζεται ένα μικρό απόσπασμα από το έργο του Πλουτάρχου «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», όπου γίνεται μνεία για την μυστική-συμβολική καταγωγή του Ιουδαϊσμού. Την εποχή που γράφεται το συγκεκριμένο έργο (περίπου τέλη του 1ου αιώνος κοινής εποχής), ο μεν Ιουδαϊσμός είχε μια ιστορία περίπου πέντε αιώνων, αφού κατασκευάστηκε κατά την εποχή της αιχμαλωσίας στην Βαβυλώνα. Ο δε Χριστιανισμός, η άμεση συνέχεια του πρώτου, αποτελούνταν από πλήθος ομάδων και ρευμάτων που είχαν μεταξύ τους αποκλίνουσες πεποιθήσεις (όπως άλλωστε και σήμερα), αλλά ακόμα και μέσα στην κοινότητα που αργότερα πήρε τα ηνία (η καλούμενη «ορθόδοξη»), υπήρχαν πολλά σημεία διαφοροποιήσεων. Κοινό βασικό χαρακτηριστικό των τριών αβραμιαίων θρησκειών είναι η επιβολή και η καταστροφής της αρχαίας Γνώσης. Είναι συστήματα υπακοής. Έχουν ως βάση τους τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης (η διαφορά είναι στην ερμηνεία τους). Κατασυκοφάντησαν τον αρχαίο κόσμο και επιβλήθηκαν δια της βίας για πολιτικούς λόγους. Προέβησαν σε προμελετημένες καταστροφές και λεηλασίες ιερών τόπων και βιβλιοθηκών όπου φυλάσσονταν η Γνώση (με πρωταθλητή τον Χριστιανισμό).
Εξαίρεση αποτελούν οι Άραβες διανοητές (που μετέφρασαν πολλά αρχαιοελληνικά κείμενα) και οι Πέρσες που διέσωσαν τους τελευταίους σχολάρχες της Ακαδημίας, όταν οι τελευταίοι υπέστησαν τον απηνή και ανελέητο διωγμό του φωτοσβέστη χριστιανού βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Τέλος, προσπάθησαν να συσκοτίσουν και να νοθεύσουν τις ζωτικές εκείνες γνώσεις που είναι απαραίτητες στην πνευματική ανέλιξη του ανθρώπου … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Η σύγχρονη έρευνα για την παραποίηση των αντιγράφων των πρωτοτύπων
Στην ενότητα αυτή, θα χρησιμοποιηθούν ορισμένα στοιχεία από το βιβλίο του καθηγητή Έρμαν Μπάρτ, ειδικού στην κριτική του κειμένου της Καινής Διαθήκης και της ανάπτυξης του πρώιμου Χριστιανισμού. Το βιβλίο λέγεται «Παραφράζοντας τα λόγια του Ιησού· Πως τα σφάλματα και οι τροποποιήσεις διαμόρφωσαν την Κ. Διαθήκη που γνωρίζουμε σήμερα».
Στην σελίδα 23, αναφέρει για τις διαφορές των χειρογράφων:
Όπως θα δούμε αργότερα στο παρόν βιβλίο, αυτά τα αντίγραφα διαφέρουν μεταξύ τους σε τόσα πολλά σημεία, ώστε να μην γνωρίζουμε πόσες διαφορές υπάρχουν. Πιθανότατα, είναι ευκολότερο να το θέσουμε σε συγκρίσιμους όρους: μεταξύ των χειρογράφων μας υπάρχουν περισσότερες διαφορές από τις λέξεις της Κ. Διαθήκη.ς
Στην σελίδα 77, αναφέρει για τις σκόπιμες παραποιήσεις:
[…] οι πρόσφατες μελέτες φανερώνουν ότι οι αποδείξεις από τα σωζόμενα χειρόγραφα δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι αντιγραφείς που σχετίζονταν με την Ορθόδοξη παράδοση άλλαζαν πολύ συχνά τα κείμενα τους, ορισμένες φορές για να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανότητες της λανθασμένης χρήσης τους από τους χριστιανούς που πίστευαν σε λανθασμένες πεποιθήσεις και, ορισμένες φορές, για να τα προσαρμόσουν περισσότερο στα δόγματα που υιοθετούσαν οι Χριστιανοί που είχαν παρόμοιες με αυτούς πεποιθήσεις.
Στην σελίδα 83, αναφέρει την άποψη των καθηγητών για το αδύνατο της αποκατάστασης του αρχικού κειμένου: … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Περί της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (θεολογική σημασία, ρόλος του αυτοκράτορα, τα ανύπαρκτα πρακτικά της συνόδου)
Μετά από το θεολογικό χάος και τις αλληλοσυγκρουόμενες φατρίες εντός της Εκκλησίας, ήταν μοιραίο τα πράγματα να οδηγηθούν σε μια σύνοδο όπου θα καθίστατο κριτής των αντιλογιών και θα θέσπιζε μια σταθερή διδασκαλία που θα βασίζονταν σε κάποιες βασικές αρχές, τα δόγματα. Ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό, ότι από την εποχή που ο Χριστιανισμός αρχίζει να αναγνωρίζεται και να αποκτά βαθμιαία προνόμια (ενώ παράλληλα σιγά-σιγά οι εθνικές λατρείες αρχίζουν να χάνουν αυτά που είχαν), αρχίζουν και οι Οικουμενικές.
Πριν αναφέρουμε κάποια σημαντικά στοιχεία για την πρώτη αυτή σύνοδο της Εκκλησίας, ας δούμε τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε μέσα από όσα γράφει στο «Πηδάλιο» ο Νικόδημος ο αγιορείτης. Το «Πηδάλιο» είναι ένα βιβλίο του Νικόδημου στο οποίο συγκέντρωσε όλους τους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας (δηλαδή, κανόνες πατέρων που έλαβαν συνοδικό κύρος και κανόνες τοπικών και οικουμενικών συνόδων), τους οποίους σχολίασε. Το δε βιβλίο το ονόμασε έτσι, διότι όπως γράφει ο ίδιος «[…] ωσάν Πηδάλιον, ημπορεί ασφαλέστατα, και ακινδυνώτατα πάσα η του Χριστού Εκκλησία να διευθύνει τον δρόμον του πλοός της». Κοντολογίς, οι κανόνες της Εκκλησίας που περιλαμβάνει το «Πηδάλιο», είναι η επίσημη ερμηνεία των Γραφών. Επίσης, αναφέρει ότι τέσσερα είναι τα νομικά χαρακτηριστικά για να κληθεί μια σύνοδος ως «Οικουμενική».
Πρώτον μεν ιδίωμα όλων των Οικουμενικών είναι, το να συναθροίζωνται δια προσταγών, ουχί του Πάπα, ή του δείνος Πατριάρχου, αλλά δια προσταγών Βασιλικών… Δεύτερον, το να γίνεται ζήτησις περί πίστεως, και ακολούθως να εκτίθεται απόφασις και όρος δογματικός εις κάθε μίαν από τας Οικουμενικάς… Τρίτον, το να ήναι πάντα τα εκτιθέμενα παρ’ αυτών δόγματα και οι Κανόνες, ορθόδοξα, ευσεβή και σύμφωνα ταις θείαις Γραφαίς, ή ταις προλαβούσαις Οικουμενικαίς συνόδοις… Τέταρτον δε και τελευταίον, το να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν τα παρά των Οικουμενικών συνόδων διορισθέντα και κανονισθέντα άπαντες οι ορθόδοξοι Πατριάρχαι.
(Πηδάλιο, σ. 104)