Περί του πνευματικού πατερικού βιώματος
11/12/2018 |
Σχολιασμός
«Ακριβώς όπως οι τσαρλατάνοι αυτών των λατρειών εκμεταλλεύονται την αφέλεια των εύπιστων και τους τραβούν από τη μύτη, έτσι γίνεται και με τους χριστιανούς δασκάλους· κάποιοι από αυτούς δεν θέλουν καν να διατυπώσουν ούτε να ακούσουν ένα επιχείρημα πάνω σε αυτά που πιστεύουν, προτιμώντας το “πίστευε και μη ερεύνα” και “η πίστη σου θα σε σώσει”, και “η σοφία αυτού του κόσμου είναι κακό πράγμα”, ενώ το να είσαι απλοϊκός είναι καλό».
(Κέλσος, «Αληθής λόγος»)
Σχέση πίστης-βιώματος
Όλες οι θρησκείες ζητούν την «πίστη¨από τους ακολούθους τους. Πίστη σε πράγματα που πρέπει να δεχτούν εκ των προτέρων ως έγκυρα. Σε «δόγματα». Και δεν είναι μόνο ο Χριστιανισμός με τα ποικίλα ρεύματά του. Κατά την άποψή μου, δόγματα έχουν και οι θρησκείες που θεωρούνται «αδογμάτιστες». Όμως, πόσο αδογμάτιστη μπορεί να είναι μια θρησκεία, όπως για παράδειγμα ο Ινδουισμός, που δέχεται ότι υπάρχει μια απόλυτη απρόσωπη πραγματικότητα (το Βράχμαν) και ότι η ψυχή του καθενός μας αποτελεί μέρος αυτής της πραγματικότητας (το «Άτμαν»); Και ότι πρέπει κανείς να ενωθεί με αυτήν την «πραγματικότητα»;
Όταν ήμουν πιστός, η αγαπημένη μου επιστολή από την Καινή Διαθήκη ήταν η προς «Εβραίους». Ειδικά, το κεφάλαιο έντεκα, το λεγόμενο «κεφάλαιο της πίστεως». Πάντοτε θαύμαζα όλα τα παραδείγματα των πιστών ανθρώπων που αναφέρονται εκεί. Ωστόσο, ποτέ δεν είχα προσέξει ότι σε αυτό το κεφάλαιο φανερώνεται ο μηχανισμός που προκαλεί την «εμπειρία», το «βίωμα», με κινητήριο μοχλό την «πίστη».
Η πίστη ορίζεται ως εξής, εκεί: «Εστίν δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων· εν ταύτη γαρ εμαρτυρήθησαν οι πρεσβύτεροι» («Προς Εβραίους», 11:1-2). Στους παραπάνω στίχους, παρατηρούμε ότι «πίστη» και «ελπίδα» πάνε μαζί, και δίνουν υπόσταση και βεβαιότητα για πράγματα που δεν βλέπονται και δεν ελέγχονται. Αυτές οι «βεβαιότητες» είναι υποκειμενικές. Δεν αποδεικνύονται στην πραγματικότητα, αλλά ανήκουν στην «εμπειρία».
Σε άλλο μέρος της Καινής Διαθήκης, αναφέρεται ότι η «ελπίδα» λειτουργεί ως εργαλείο για να περιμένει κανείς κάτι το οποίο δεν το βλέπει ακόμα. «Ελπίς δε βλεπομένη ουκ εστίν ελπίς· ο γαρ βλέπει τις τι και ελπίζει; Ει δε ο ου βλέπομεν ελπίζομεν δι’ υπομονής απεκδεχόμεθα» («Προς Ρωμαίους», 8:24-25). Όλα αυτά πρέπει να στηριχθούν στις μαρτυρίες των «πρεσβυτέρων», ανθρώπων δηλαδή που έχουν την σχετική εμπειρία και οι οποίοι θεωρούνται «αυθεντίες» και που λειτουργούν ως «οδοδείκτες» για τους λοιπούς. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τον Χριστιανισμό, αλλά αφορά γενικότερα τις θρησκευτικές παραδόσεις. Είτε τον πούμε «πρεσβύτερο», είτε «γέροντα», είτε «άγιο πατέρα», είτε «γκουρού», είτε «φωτισμένο», όλα έχουν την σημασία του «πνευματικού οδηγού» που χειραγωγεί τον μυούμενο.
Ποιός όμως χρειάζεται «ελπίδα» και «πίστη» παρά ο απελπισμένος; Και ο απελπισμένος είναι αδύναμος. Σε τέτοιους ανθρώπους απευθύνονται όλοι οι «απατεώνες του πνεύματος», όπως θα τους έλεγε και ο Νίτσε …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με τον τρόπο που κατασκευάζονται, πλαστογραφούνται και διασκευάζονται οι «προφητείες», προκειμένου να ταιριάζουν σε όσα υποτίθεται ότι προλέγουν. Θα γίνει μία μικρή αναφορά στις βιβλικές «προφητείες», αλλά το μεγαλύτερο βάρος θα δοθεί στις εξωβιβλικές. Σε εκείνες με τις οποίες γαλουχήθηκαν γενεές και γενεές και που γαλουχούνται ακόμα και στα σύγχρονα χρόνια. Ιστολόγια, τηλεβιβλιοπαρουσιάσεις, αναρτήσεις βίντεο στο Διαδίκτυο, είναι κάποια από τα μέσα με τα οποία διασπείρεται η δεισιδαιμονία. Τσέπες γεμίζουν με χρήματα και αφελείς συνάνθρωποί μας πέφτουν θύματα παραπληροφόρησης από τους επιτήδειους. Για τις βιβλικές, θα γραφτεί αναλυτικό άρθρο ξεχωριστά, εν ευθέτω χρόνω. 
Από τις 14 επιστολές που αποδίδονται στον Παύλο, οι ειδικοί ερευνητές θεωρούν γνήσιες μόνο τις 7. Συγκεκριμένα, η «Προς Ρωμαίους», η «Προς Κορινθίους Α΄» και «Β΄», η «Προς Γαλάτας», η «Προς Φιλιππησίους», η «Προς Θεσσαλονικείς Α΄», και η «Προς Φιλήμονα», είναι εκείνες που θεωρούνται γνήσιες. Οι υπόλοιπες είναι ψευδεπίγραφες και πλαστές. Η χρήση του ονόματος του Παύλου από τους άγνωστους συντάκτες των επιστολών αυτών, δείχνει το κύρος του Παύλου μεταξύ των πρωτοχριστιανικών κοινοτήτων. Έτσι λοιπόν, 7 από τα 27 βιβλία που απαρτίζουν το σύνολο των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, ανήκουν στον Παύλο. Είναι ο πρώτος χριστιανός εκκλησιαστικός συγγραφέας του οποίου διασώζονται γραπτά. Γράφει μεταξύ των ετών 49-60 κ. ε, και πολύ νωρίτερα από την συγγραφή των τεσσάρων «κανονικών» ευαγγελίων. Ο ρόλος του υπήρξε καταλυτικός ως προς την διάδοση της πρωτοχριστιανικής πίστης τόσο στους Ιουδαίους της διασποράς όσο και στους εθνικούς. Για αυτόν τον λόγο, κρίνεται απαραίτητο να παρουσιαστεί το προφίλ του Παύλου από κριτική σκοπιά, που θα βασιστεί στα ίδια του τα γραπτά και στο βιβλίο των «Πράξεων των Αποστόλων». 


