«Παλινωδία ή Διαθήκαι» – Άλλη μια πλαστογραφία που αποσκοπούσε στην χειραγώγηση της συνείδησης
29/12/2024 |
Σχολιασμός
Το πόσο σημαντικός υπήρξε ο Ορφεύς για την ελληνική θρησκευτική παράδοση, έχει καταδειχθεί στο άρθρο «Η ελληνική καταγωγή του Ορφέως και η σημασία της». Επειδή τα κείμενα των ορφικών ήταν πολυάριθμα και οι άλλοι συγγραφείς παρέθεταν συχνά αποσπάσματα τους, ήταν πρακτικά αδύνατο να καταστραφούν ολοκληρωτικά. Αλλά και η μονοθεϊστική ερμηνεία τους δεν έπειθε, εφόσον και σε αυτά φαίνονται οι τάξεις των ανωτέρων όντων και γενικότερα η θεολογία που κληροδοτήθηκε στους επομένους ήταν καθαρά ενοθειστική. Για αυτό επιχειρήθηκε η κατασκευή αποσπασμάτων από όπου δήθεν προκύπτει η «μεταστροφή» του Ορφέως προς το μονοθεϊσμό. Οι φιλόλογοι ερευνητές μετά από ενδελεχή μελέτη και σύγκριση των πηγών, των κοινωνικών καταστάσεων της εποχής, αλλά και το ύφος και το λεξιλόγιο, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η χάλκευση έχει τις ρίζες της στην αλεξανδρινή εποχή και οφείλεται στην συγγραφική αντίδραση των Ιουδαίων έναντι των Ελλήνων. Ορισμένοι από τους πρώτους εκκλησιαστικούς συγγραφείς και πατέρες, όχι μόνο δέχτηκαν τη χάλκευση αλλά και την επέτειναν.
Η πρώτη επαφή Ελλήνων και Ιουδαίων άρχισε να γίνεται σταδιακά από την εποχή των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου και τον μετέπειτα επιμερισμό της τεράστιας ελληνικής αυτοκρατορίας που δημιούργησε, σε τέσσερα βασίλεια, και ιδιαιτέρως με την ιδρυθείσα πόλη Αλεξάνδρεια στην οποία εγκαταστάθηκαν -μεταξύ των άλλων, χιλιάδες Ιουδαίοι-, η οποία πόλις επρόκειτο προσεχώς να γίνει ένα από τα σπουδαιότερα πνευματικά κέντρα. Το έτος 311 π.κ.ε., ο Πτολεμαίος του Λάγου ή «Σωτήρ» που βασίλευσε από το 323 μέχρι το 283 όντας Φαραώ της Αιγύπτου από 305, καταλαμβάνοντας την Κοίλη Συρία, έφερε μαζί του στην Αλεξάνδρεια επιπλέον χιλιάδες Ιουδαίους και Σαμαρείτες, δίνοντάς τους τα αστικά δικαιώματα που απολάμβαναν οι Έλληνες, οι Αιγύπτιοι, και οι ήδη εγκαταστημένοι εκεί από το προηγούμενο έτος Ιουδαίοι. Πολλοί Αλεξανδρινοί Ιουδαίοι υιοθέτησαν τους εξωτερικούς ελληνικούς τρόπους (ενδυμασία, εμφάνιση, γλώσσα, και παιδεία), με εξαίρεση τις θεολογικές και τις κοσμολογικές τους θέσεις. Αυτό δεν άρεσε στην άλλη πλευρά, εκείνη των αυστηρών θεματοφυλάκων της ιουδαϊκής παραδόσεως. Μια από τις αντιδράσεις, ήταν η προσπάθεια παρουσίασης εκ μέρους τους προς τους «παραπλανημένους» ομοεθνείς τους, της ιουδαϊκής παραδόσεως ως δήθεν προγενεστέρας της ελληνικής. Τούτο σήμαινε ότι η ελληνική παράδοση έλαβε στοιχεία από την ιουδαϊκή, κυρίως από τον δήθεν αρχαιότερο Μωυσή και τους προφήτες. Μια θεωρία που μεταλαμπαδεύτηκε και στους χριστιανούς. Καρπός εκείνης της εποχής ήταν και η παράφραση των ιουδαϊκών κειμένων στην ελληνική (που αργότερα κλήθηκαν από τους χριστιανούς ως «Παλαιά Διαθήκη») …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Σε συνέχεια των αναφορών περί της συνειδησιακής καθυπόταξης των εθνικών που επιχείρησε με δόλιο και ύπουλο τρόπο η χριστιανική Εκκλησία, θα παρουσιαστούν οι πρώιμες αναφορές στους σιβυλλικούς χρησμούς, δια των οποίων τολμήθηκε από ορισμένους σύγχρονους η «απόδειξη» της δήθεν συνέχειας του Ελληνισμού μέσω του Χριστιανισμού. Υπενθυμίζω στους αναγνώστες την χριστιανική πλαστογράφηση των χρησμών αυτών, όπως αναφέρεται από τον Κέλσο προς τα τέλη του δευτέρου μεταχριστιανικού αιώνος· «Υμείς δε καν Σίβυλλαν, η χρώνται τινές υμών, εικότως αν μάλλον προεστήσασθε ως του θεού παίδα· νυν δε παρεγγράφειν μεν εις τα εκείνης πολλά και βλάσφημα εική δύνασθε, τον δε βίω μεν επιρρητοτάτω θανάτω δε οικίστω χρησάμενον θεόν τίθεσθε» (PG τ. 11, σ. 1497).
Στο
Συχνά, τονίζεται η προσπάθεια της εξουσίας, αυτοκρατορικής και θρησκευτικής, να επιβάλλουν την πολιτική της θρησκευτικής ομοιογένειας στα πλαίσια ενός θεοκρατικού συστήματος, μέσω εδίκτων η πρώτη, και μέσω αναθεμάτων η δεύτερη, προσπαθώντας να καταπνίξουν οποιαδήποτε άλλη φωνή δεν συμφωνεί ή είναι διαφορετική από τη δική τους. Η βυζαντινολόγος Ε. Γλυκάζη, γράφει: «Δεν πρέπει πραγματικά να λησμονείται ότι τα δραστικά μέτρα κατά της ειδωλολατρίας, από τον 4ο έως τον 7ο αιώνα, είχαν ως αποτέλεσμα να εξοστρακίσουν κάθε πνευματική εκδήλωση που δεν ήταν εμπνευσμένη από τις αξίες του Χριστιανισμού. […] Ο αρχαιοπρεπής άνθρωπος υποχρεώθηκε να υποταχθεί στην τρομοκρατία που επέβαλε η νέα θρησκεία με τη συνδρομή του κράτους» («Ιστορία του Ελληνικού έθνους», τ. Ζ). Δυστυχώς, υπάρχουν και αυτοί που τα λησμονούν, αν και η ίδια η ιστορία βοά μέσα στους αιώνες.
Ο χριστιανός αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκλεισε την Ακαδημία του Πλάτωνος το έτος 529, αποσκοπώντας να δώσει ένα καίριο κτύπημα στην ελληνική θρησκεία. Η συγκεκριμένη σχολή αποτελούσε το βασικότερο προπύργιο του εθνικού κόσμου. Εάν έκλεινε, θα κατάφερνε να προσθέσει ένα τεράστιο ογκόλιθο στον συστηματικό και θεσμοθετημένο διωγμό του Ελληνισμού ως σκέψης και τρόπου ζωής. Μια προσπάθεια που ενυπήρχε ως ιδέα στον Κωνσταντίνο τον Χλωρό, άρχισε να υλοποιείται από τον γιο του τον Κωνσταντίνο, ενισχύθηκε από τους διαδόχους του, και κορυφώθηκε επί Θεοδοσίου, ο οποίος έδωσε στο θρησκευτικό χριστιανικό «ορθόδοξο» σύμβολο της πίστεως νομική ισχύ. Εξαίρεση αποτέλεσε η σύντομη βασιλεία του 


