Στα εκκλησιαστικά βιβλία, υπάρχουν πολλές υβριστικές, προσβλητικές φράσεις, καθώς και αναθεματισμοί, κατά των Ελλήνων και κυρίως κατά του πνεύματος και του ιδεώδους του έθνους μας. Και δεν χρειάζεται να γνωρίζει κάποιος αρχαία ελληνικά για να καταλάβει τι σημαίνουν και που αναφέρονται όροι, όπως: μωρία, ψεύδος, σκαιότητα, πλάνη (=απάτη) κ.α.
Δυστυχώς ψάλλονται σε κάθε χριστιανικό ναό στη χώρα μας και όχι μόνο.
Τι νόημα έχει να υπάρχουν ακόμη αυτές οι αναφορές;
Σε τι εξυπηρετούν και ποιούς;
Είναι αλήθεια ότι στο επίσημο βιβλίο οδηγιών, προς τους ιερείς, μεταξύ άλλων υπάρχει και η προτροπή «κάθε ελληνικό να μισείται»;
Υφίστανται ακόμη, οι Έλληνες και οι Ρωμιοί για την ελληνική Εκκλησία;
Από τα «Μηναία» της Εκκλησίας… «Θεολόγω σου στόματι, θεολόγε Γρηγόριε… εξήρανας την μωρίαν Ελλήνων και το ψεύδος» (Μικρός Εσπερινός, σελ. 203, διαβάζεται 25 Ιανουρίου, του Αγίου Γρηγορίου).… Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
«Ιστορικά, είναι πολύ αμφίβολο ότι ο Ιησούς υπήρξε. Αλλά και να υπήρξε, το σίγουρο είναι ότι δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν». Μπέρτραντ Ράσελ (Βρετανός φιλόσοφος).
Σε έναν πολιτισμό εδραιωμένο πάνω στη Χριστιανική Θρησκεία η άρνηση της ύπαρξης του Ιησού μπορεί να φαίνεται με την πρώτη ματιά ως γελοία ιδέα ή ακόμη και ανόητη. Σε τελευταία ανάλυση περνάει το επιχείρημα ότι η «γενική τάση των λόγιων και επιστημόνων» αποδέχεται ότι υπήρχε ένας ιστορικός Ιησούς, ακόμη και αν δεν υπάρχει συμφωνία για το ποιος πραγματικά ήταν, πότε ακριβώς έζησε, τι έκανε ή τι είπε.
Σήμερα, οι μελετητές της Καινής Διαθήκης οδηγούνται ανάμεσα σε δυο κόσμους, σε έναν όπου ο θεολογικός Ιησούς («ο υιός του Θεού») βρίσκεται στην κεντρική σκηνή – αλλά αυτός ο Ιησούς βέβαια αναγνωρίζεται σαν θέμα πίστεως – και σε έναν άλλον κόσμο, τον «κόσμο του ιστορικού Ιησού».
Μια λεπτομερής και συχνά διεξοδική έρευνα για την ιστορία, τον πολιτισμό και την πολιτική της Παλαιστίνης στη δεύτερη εκκλησιαστική περίοδο δημιουργεί ένα ιστορικά έγκυρο υπόβαθρο. Έναντι αυτού του υπόβαθρου ένα λεπτό κατασκεύασμα του «Ιησού» κάνει τη φασματική του εμφάνιση.
Είναι όμως το ίδιο το ιστορικό πλαίσιο που επιτρέπει σ’ αυτόν τον σωτήρα-φάντασμα να «ζήσει», να «πεθάνει» και να «αναστηθεί» και δια μέσου αυτού να αφήσει την απατηλή του σκιά στην ιστορία.
Είμαστε σίγουροι ότι η Ιερουσαλήμ υπήρχε, όπως και ο Ηρώδης, οι Φαρισαίοι και οι Ρωμαίοι, γιατί όχι και ένας Ιησούς;
Οι επαγγελματίες ιστορικοί δεν είναι απαραίτητα δεσμευμένοι με κάποιο ειδικό ενδιαφέρον για το θέμα του Ιησού – και είναι όλοι καλά πληροφορημένοι για την αμφιλεγόμενη φύση του. Ένας μελετητής που ανακοινώνει ότι πιστεύει ότι δεν υπάρχει ιστορικά κάποιος Ιησούς είναι πιο πιθανόν να αντιμετωπίσει την περιφρόνηση, ακόμη και τον περίγελο, και λίγα θα κερδίσει από την ειλικρίνειά του.
Έτσι οι περισσότεροι μελετητές, μεγαλωμένοι και εκπαιδευμένοι σε μια χριστιανική κουλτούρα είναι ικανοποιημένοι είτε με το να υποθέτουν ότι ο Ιησούς υπήρξε (και υποκύπτουν στις γνώμες των ειδικών της Βίβλου που συχνά είναι άνθρωποι της πίστεως), είτε ενώ δίνουν την ανεπάρκεια αποδεικτικών στοιχείων για πολλές ιστορικές προσωπικότητες, προλογίζουν την αβεβαιότητά τους με ένα «πιθανόν». Είναι πολύ πιο ασφαλές για αυτούς να διακηρύξουν την «πιθανότητα ενός προσώπου πίσω από το μύθο» ακόμη και όταν αιτιολογούν ότι τα στρώματα του επικαλυμμένου μύθου επισκιάζουν την οποιαδήποτε γνώση για αυτό το πρόσωπο.
Αυτή η «ασφαλής» και άτολμη επιλογή διατηρεί ταυτόχρονα την «ασάφεια» ενός ξυλουργού σε ένα αρχαίο, επαρχιακό, απομονωμένο τόπο («η ανυπαρξία αποδείξεων δεν είναι απόδειξη της ανυπαρξίας») και μια ακαδημαϊκή αποστασιοποίηση από «θέματα πίστης» τα οποία ανύψωσαν αυτόν τον υποτιθέμενο αφανή γκουρού σε μια εικονική θέση.
Για τη ζωή του Ιησού δεν υπάρχουν σημαντικές πληροφορίες, εκτός των Ευαγγελίων, τα οποία όμως, όπως όλα τα ιερά βιβλία των θρησκειών, δεν θεωρούνται έγκυρα ιστορικά συγγράμματα.
Η ευρέως διαδεδομένη άποψη είναι ότι τα βιβλία της Αγίας Γραφής είναι «θεόπνευστα», ενώ τα γεγονότα που περιγράφουν είναι απολύτως ακριβή. Η πραγματικότητα απέχει πραγματικά πολύ…
Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης γράφτηκαν σύμφωνα με μελέτες αρκετά χρόνια μετά τον υποτιθέμενο θάνατο του Χριστού, από περισσότερους από έναν συγγραφείς. Τα πρωτότυπα δεν έχουν διασωθεί, ενώ αρχαιότερο θεωρείται ένα αντίγραφο του 2ου αι. μ.Χ., που βρέθηκε στην Αίγυπτο. Σε μια εποχή όπου η τυπογραφία αποτελούσε επιστημονική φαντασία, ο μόνος τρόπος εξάπλωσης ενός χειρογράφου ήταν η αντιγραφή του με το χέρι. Μια τέτοια τεχνική γεννούσε πολλά προβλήματα, γιατί εκτός από τα όποια λάθη στη μετάφραση (διαμάχες πάνω στη μετάφραση της Βίβλου συνεχίζονται μέχρι σήμερα), σκόπιμα πολλές φορές ο μοναχός-γραφέας προσέθετε ή αφαιρούσε κομμάτια από το κείμενο, ανάλογα με τις τάσεις του δόγματος που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Αμέτρητα αποσπάσματα από τη Βίβλο αμφισβητούνται ή αποδίδονται σε άλλους συγγραφείς, όπως για παράδειγμα το απόσπασμα που χρησιμοποιήθηκε για να τεκμηριώσει το αλάθητο του Πάπα (Κατά Ματθαίον 16,16-19).
Αλλά ακόμα και ανώτεροι εκκλησιαστικοί παράγοντες υποβαθμίζουν τη σημασία των Ευαγγελίων, αναφέροντας ότι: «Πηγή της πίστεώς μας δεν είναι τα Ευαγγέλια… αλλά η αποκαλυπτική αλήθεια… όπως καθορίστηκε και οριοθετήθηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους» (μητροπολίτης Ναυπακτίας Ιερόθεος, ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/4/2006).
Αυτό σημαίνει ότι τίποτα σταθερό (γραπτό) δεν υπάρχει, παρά τις συνεχείς αναφορές σε λόγια που είπαν ο Ιησούς, ο Παύλος, ο Πέτρος κλπ. Για κάθε εποχή ισχύει λοιπόν αυτό που επιβάλλει η συγκυρία και εξυπηρετεί τον εκκλησιαστικό μηχανισμό. Έτσι, «η χριστιανική πίστη προσαρμόζεται στις συνθήκες και στα αιτήματα κάθε τόπου και κάθε εποχής» (προμετωπίδα θεολογικής Σχολής Πανεπ. Αθήνας) – τουτέστιν ο ορισμός του καιροσκοπισμού … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Το Άγιο Όρος (επίσημα: Ιερά Κοινότης Αγίου Όρους ) είναι μια «Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία» εντός της Ελλάδας, (μοναδική στο κόσμο), στην χερσόνησο του Άθω της Χαλκιδικής στην Μακεδονία, που θεωρείται κέντρο του Ορθόδοξου μοναχισμού. Θεωρείται από τα σημαντικότερα τμήματα όχι μόνο της Βαλκανικής, αλλά της Ευρώπης και της Ανατολικής Εκκλησίας λόγω της μεγάλης εθνικής, ιστορικής, θρησκευτικής, γραμματειακής και πολιτισμικής αξίας αυτού ως ακόμη και κέντρου διατήρησης και συντήρησης πλούσιου υλικού.
Πολιτική κατάσταση
Το Άγιο Όρος αποτελεί αυτοδιοίκητο και αυτόνομο τμήμα του Ελληνικού κράτους, που υπάγεται πολιτικά στο Υπουργείο Εξωτερικών και θρησκευτικά στην Δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Έχει εδαφικά διαιρεθεί σε είκοσι αυτοδιοίκητες περιοχές. Κάθε περιοχή αποτελείται από μία κυρίαρχη μονή και διάφορους άλλους μοναστικούς οικισμούς γύρω από αυτήν (σκήτες, κελιά, καλύβες, καθίσματα, ησυχαστήρια). Όλες οι μονές είναι «Κοινόβιες», δηλαδή κοινή λειτουργία, προσευχή, στέγη, σίτιση και εργασία μεταξύ των μοναχών. Υπεύθυνος της κάθε μονής είναι ο Ηγούμενος που εκλέγεται από τους μοναχούς της μονής ισόβια. Οι Ηγούμενοι κάθε μονής αποτελούν την Ιερά Σύναξη και ασκούν την νομοθετική εξουσία.
Οργάνωση
Η πολιτεία του Αγίου Όρους αποτελεί αυτοδιοίκητο και αυτόνομο τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και κυβερνάται με βάση τον Καταστατικό Χάρτη του 1924 (επικυρώθηκε το 1926). Το Ελληνικό Κράτος εκπροσωπείται από τον Πολιτικό Διοικητή του Αγίου Όρους ο οποίος είναι επιφορτισμένος με την τήρηση του Αγιορείτικου καθεστώτος και υπάγεται στο Υπουργείο Εξωτερικών και από εκκλησιολογικής πλευράς υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.
Την εκτελεστική εξουσία στο Άγιο Όρος αντιπροσωπεύει η Ιερά Επιστασία της οποίας ο Πρόεδρος φέρει την ονομασία Πρωτεπιστάτης.Η Ιερά Επιστασία αποτελείται από 4 μέλη επιλεγμένα από τις 5 πρώτες ιεραρχικά μονές.
Η νομοθετική εξουσία αντιπροσωπεύεται από την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους,επίσης η Ιερά Κοινότητα έχει εκτός των άλλων και δικαστική αρμοδιότητα σε υποθέσεις Αστικού Δικαίου για πλημμελήματα που συνέβηκαν εντός των γεωγραφικών ορίων του Αγίου Όρους.Για όλες τις υπόλοιπες(Κακουργήματα κλπ.) αρμόδια δικαστήρια εκδίκασης είναι αυτά της πόλεως της Θεσσαλονίκης.
Ως Ανώτατη Εκκλησιαστική και Δικαστική Αρχή εντός του Αγίου Όρους αναγνωρίζεται η Διπλή Ενιαύσεως Σύναξη η οποία συνέρχεται τακτικά μία φορά τον χρόνο εκτός και εάν απαιτείται διαφορετικά και μπορεί να αποφανθεί δια πάν ζήτημα.
Και τέλος χρέη Ανωτάτου Εφετείου γιά Εκκλησιαστικά-Πνευματικά θέματα ασκεί η σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Οι μονές
Τα Μοναστικά ιδρύματα του Αγίου Όρους διακρίνονται σε έξι τάξεις: τις Ιερές Μονές ή Μοναστήρια, τις Σκήτες, τα Κελιά, τις Καλύβες, τα Καθίσματα και τα Ησυχαστήρια.
Η Ιερά Μονή ή Μοναστήρι είναι θρησκευτικό πνευματικό ή Μοναστικό ίδρυμα κυρίαρχο (δηλαδή ανεξάρτητο), αυτοδιοίκητο, ιδρυμένο με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο έγγραφο ή πατριαρχικό σιγγίλιο, με ιδιοκατοχή και απόλυτη κυριότητα Αγιορείτικου εδάφους, μη υποκείμενο σε κανένα περιορισμό ως προς τον αριθμό των μοναχών. Έτσι οι Μονές αποκαλούνται Βασιλικές, Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές (στη θεμελίωση των οποίων τοποθετήθηκε πατριαρχικός σταυρός) και υπό την ιδιότητα αυτών εξαιρούνται οικείας επισκοπικής δικαιοδοσίας, υπάγονται δε απευθείας στον Οικουμενικό Πατριάρχη, του οποίου το όνομα και μόνο μνημονεύεται. Το δε Οικουμενικό Πατριαρχείο ασκεί πνευματική και μόνο δικαιοδοσία.
Οι Μονές σήμερα είναι όλες κοινόβιες. Παλιότερα κάποιες ήταν ιδιόρρυθμες.
Το παρακάτω κατάπτυστο κείμενο συνέταξε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ε’. Με το κείμενο αυτό ο Πατριάρχης Γρηγόριος αφορίζει και καταδικάζει την Επανάσταση του 1821.
Πρωτοδημοσιεύθηκε στο ελληνικό περιοδικό «Λόγιος Ερμής» που τυπώνονταν στην Βιέννη της Αυστρίας.
Το κείμενο αναφέρεται κι αργότερα στο βιβλίο Ιστορίας του Ιωάννη Φιλήμονος, του 1856. Φυσικά αυτό το κείμενο δεν διδάσκεται στα ελληνικά σχολεία.
Είναι σημείο διαμάχης σήμερα, το αν ο Γρηγόριος αφόρισε την Επανάσταση κάνοντας έναν ελιγμό στην πίεση της Οθωμανικής Πύλης, ή ήταν μια ειλικρινής προσπάθεια με στόχο να περισώσει τα κεκτημένα της Εκκλησίας. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πάντως, ότι ο ίδιος «εθνομάρτυρας» Πατριάρχης είχε αφορίσει επίσης τον Ρήγα Φεραίο και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ενώ όπως πολύ εύστοχα σχολιάζει ο ιστορικός Ιωάννης Κορδάτος «Οι πραγματικοί πατριώτες που έχουν μεγάλα ηγετικά πόστα, θυσιάζονται σε τέτοιες στιγμές».
Η Εκκλησία φυσικά υποστηρίζει την πρώτη εκδοχή και με βάση και την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών (τομ. ΙΒ’, σ. 130β), ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διαμηνύει προς τους Σουλιώτες:
Ο Πατριάρχης βιαζόμενος υπό της Πόρτας σας στέλνει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρείται αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου.
Σημείο τριβής αποτελεί και το αν αποσύρθηκε τελικά εκ των υστέρων ο αφορισμός. Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι ο αφορισμός ουδέποτε αποσύρθηκε από την ελληνική Εκκλησία μέχρι τις μέρες μας. Η Εκκλησία υποστηρίζει ότι αποσύρθηκε μυστικά, γι’ αυτό άλλωστε κρεμάστηκε ο Γρηγόριος από τους Τούρκους. Ο ίδιος ο Σουλτάνος στην προκήρυξή του για το θάνατο του Πατριάρχη, αν και τον κατηγορεί για «πλαστά δείγματα αφοσιώσεως», δεν αναφέρεται άμεσα στον αφορισμό:
Ο δόλιος Ρωμηός Πατριάρχης, καίτοι κατά το παρελθόν είχε δώσει πλαστά δείγματα αφοσιώσεως, όμως κατά την περίπτωσιν ταύτην, μη δυνάμενος να αγνοή την συνωμοσίαν της επαναστάσεως του έθνους του […], όμως ένεκα της εμφύτου διαφθοράς της καρδίας του, ου μόνον δεν ειδοποίησε, ουδέ επετίμησε τους αφελείς […], αλλά, κατά τα φαινόμενα, αυτός ο ίδιος, όπισθεν των παρασκηνίων, έδρα κρυφίως, ως αρχηγός της επαναστάσεως…
Τα γραπτά όμως μένουν… Εκτός από τον αφορισμό, ο Γρηγόριος Ε’ είχε αποστείλει και δύο ακόμη εγκυκλίους: Μία ανοιχτή για να διαβαστεί στους κληρικούς και μία ακόμη εμπιστευτική προς τους μητροπολίτες, αν αγνοία του Σουλτάνου, την οποία φυσικά κανένας δεν τον υποχρέωσε να συντάξει.
Αξίζει να σημειωθεί, πως οι «πατέρες» υπέγραψαν τον αφορισμό πάνω στην Αγία Τράπεζα (αναφέρεται άλλωστε και μέσα στο κείμενο), προσδίδοντας έτσι με αυτή την συμβολική κίνηση όλη την «ιερότητα» που απαιτούνταν και αποδεικνύοντας την σημασία που του έδιναν, διαψεύδοντας ταυτοχρόνως τους ισχυρισμούς περί εξαναγκασμού.