Η θεωρία περί των προαγγέλων του Ιησού και οι πηγές των υποστηρικτών της – (Γ’: Πρώιμοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς για τους σιβυλλικούς χρησμούς)
05/12/2024 |
Σχολιασμός
Σε συνέχεια των αναφορών περί της συνειδησιακής καθυπόταξης των εθνικών που επιχείρησε με δόλιο και ύπουλο τρόπο η χριστιανική Εκκλησία, θα παρουσιαστούν οι πρώιμες αναφορές στους σιβυλλικούς χρησμούς, δια των οποίων τολμήθηκε από ορισμένους σύγχρονους η «απόδειξη» της δήθεν συνέχειας του Ελληνισμού μέσω του Χριστιανισμού. Υπενθυμίζω στους αναγνώστες την χριστιανική πλαστογράφηση των χρησμών αυτών, όπως αναφέρεται από τον Κέλσο προς τα τέλη του δευτέρου μεταχριστιανικού αιώνος· «Υμείς δε καν Σίβυλλαν, η χρώνται τινές υμών, εικότως αν μάλλον προεστήσασθε ως του θεού παίδα· νυν δε παρεγγράφειν μεν εις τα εκείνης πολλά και βλάσφημα εική δύνασθε, τον δε βίω μεν επιρρητοτάτω θανάτω δε οικίστω χρησάμενον θεόν τίθεσθε» (PG τ. 11, σ. 1497).
Από τους πρώιμους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, άλλοι δεν αναφέρονται καθόλου στις Σίβυλλες και τους χρησμούς, άλλοι αναφέρονται μεν αλλά χωρίς τις μεταγενέστερες λεπτομέρειες που αφορούν το πρόσωπο του Χριστού. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει καμία αναφορά στην «Διδαχή των αποστόλων» (90-110), στις σωζόμενες επιστολές του Ιγνατίου (107-117), στον Κλήμη Ρώμης (95-98), στον Πολύκαρπο Σμύρνης (135-137), στον Ερμεία (δεύτερο μισό του δευτέρου αιώνος). Ελάχιστες και γενικές οι αναφορές στον Θεόφιλο Αντιοχείας (180), στον «Ποιμένα του Ερμά» (120-140), στα γνήσια του Ιουστίνου (150-160), στον Αθηναγόρα (166-168). Οι χρονολογήσεις εντός των παρενθέσεων αφορούν τα έτη συγγραφής των σωζόμενων έργων τους, κατά τον καθηγητή πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλο, και βρίσκονται στον πρώτο τόμο της πατρολογίας του.
Η απάντηση στο ερώτημα γιατί δεν επικαλούνται αυτοί τους «χρησμούς» που θα παρουσιάσουν αργότερα άλλοι χριστιανοί συγγραφείς, είναι απλή: Διότι ακόμα δεν είχαν πλαστογραφηθεί οι λεπτομέρειες …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Συχνά, τονίζεται η προσπάθεια της εξουσίας, αυτοκρατορικής και θρησκευτικής, να επιβάλλουν την πολιτική της θρησκευτικής ομοιογένειας στα πλαίσια ενός θεοκρατικού συστήματος, μέσω εδίκτων η πρώτη, και μέσω αναθεμάτων η δεύτερη, προσπαθώντας να καταπνίξουν οποιαδήποτε άλλη φωνή δεν συμφωνεί ή είναι διαφορετική από τη δική τους. Η βυζαντινολόγος Ε. Γλυκάζη, γράφει: «Δεν πρέπει πραγματικά να λησμονείται ότι τα δραστικά μέτρα κατά της ειδωλολατρίας, από τον 4ο έως τον 7ο αιώνα, είχαν ως αποτέλεσμα να εξοστρακίσουν κάθε πνευματική εκδήλωση που δεν ήταν εμπνευσμένη από τις αξίες του Χριστιανισμού. […] Ο αρχαιοπρεπής άνθρωπος υποχρεώθηκε να υποταχθεί στην τρομοκρατία που επέβαλε η νέα θρησκεία με τη συνδρομή του κράτους» («Ιστορία του Ελληνικού έθνους», τ. Ζ). Δυστυχώς, υπάρχουν και αυτοί που τα λησμονούν, αν και η ίδια η ιστορία βοά μέσα στους αιώνες.
Πριν από κάποια χρόνια, είχε κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο ένα ερωτηματολόγιο που φανέρωνε τις αντιφάσεις των ευαγγελικών διηγήσεων. Συγκεκριμένα, για τα περιγραφόμενα «συμβάντα» των ημερών του Πάσχα. Ωστόσο, οι απολογητές ανάρτησαν και εκείνοι μια απάντηση σε τρεις συνέχειες. Μελετώντας τόσο το ερωτηματολόγιο, όσο και τις απαντήσεις των νεοαπολογητών, διαπίστωσα κάποια πράγματα. Είτε οι ερωτήσεις δεν ήταν πάντα κατάλληλα διατυπωμένες, είτε στηρίζονταν σε λανθασμένες βάσεις. Αυτό το γεγονός, έδωσε τη δυνατότητα στους νεοαπολογητές όχι μόνο να κατηγορήσουν τους συντάκτες του για άγνοια και ρηχότητα, αλλά επιπλέον να δομήσουν τις απαντήσεις τους σε λανθασμένα δεδομένα, με αποτέλεσμα να δίνουν στον αναγνώστη την εντύπωση ότι τα ευαγγέλια εναρμονίζονται. 




