«Εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα, πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί ύψιστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχάριστους και πονηρούς» (Κατά Λουκάν 6: 34-35). [Μετάφραση: «Εάν δανείζετε σ’ εκείνους, από τους οποίους περιμένετε να πάρετε πίσω τα δανεικά, ποια ευμένεια σας αρμόζει; Διότι και οι αμαρτωλοί δανείζουν τους αμαρτωλούς, για να λάβουν από αυτούς τα ίσα. Αλλά σεις να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευεργετείτε και να δανείζετε, χωρίς να αποβλέπετε σε καμμία ανταπόδοση και θα είναι ο μισθός σας πολύς και θα είστε παιδιά του Υψίστου, διότι και αυτός είναι αγαθός και ευεργετικός και προς αυτούς ακόμη τους αχάριστους και πονηρούς».]
Ο ισχυρισμός «να δανείζετε, χωρίς να αποβλέπετε σε καμμία ανταπόδοση» αλλάζει το νόημα του ρήματος «δανείζω». Σημαίνει πλέον «χαρίζω» … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ο Παύλος βασισμένος σε ό,τι κυκλοφορεί μέχρι την εποχή του γύρω από τις μεσσιανικές και εσχατολογικές κινήσεις και ομάδες περί του Μεσσίαχ (Χριστού) των Εβραίων, εγκαινιάζει μία νέα μεσσιανική και εσχατολογική αίρεση τoυ Ioυδαϊσμoύ, τoν Παυλικό Χριστιανισμό. Έχομε ήδη αναπτύξει διάφορα δόγματα και θέσεις της θεολογίας αυτής της αιρέσεως. Εδώ θα αναπτύξομε άλλα τα περισσότερα των οποίων αφορούν τον Χριστό.
Όπως έχομε προείπει, ο Παύλος για να δώσει νέα ώθηση, νέα ζωή και να γλιτώσει τον Χριστιανισμό από την εξαφάνιση που τον περίμενε στην στατική του μορφή εντός της Ιουδαίας κατά τον 1ον αιώνα Κ. Ε., αλλά πιθανότατα και για δικούς τους προσωπικούς λόγους, για πρώτη φορά συλλαμβάνει την ιδέα να μετατρέψει τον Ιησού Χριστό, από τον προσδοκώμενο απόγονο του Δαυίδ και άνθρωπο άξιον του Εβραίου Θεού Γιαχβέχ που θα εχρίετο Μεσσίαχ βασιλεύς των Εβραίων και θα αναδημιουργούσε το χαμένο κράτος του μυθικού βασιλιά Δαυίδ (Πρός Ρωμαίους α΄: 3, Β΄Πρός Τιμόθεον β΄: 8, κλπ.), στον μυθικό και θεωρητικό Ιησού Χριστό Σωτήρα, Υιόν του Εβραίου Θεού Πατρός Γιαχβέχ (Πρός Ρωμαίους α΄: 4, κλπ.), που θα έσωζε, όπως υποθέτει, όλους τους ανθρώπους (Πρός Ρωμαίους γ΄: 29-30, ι΄: 12-13, Πρός Γαλάτας γ΄: 28, ΠρόςΚολασσαείς γ΄: 11, κλπ.) από την κατάρα και την οργή του Γιαχβέχ. Έτσι εγκαινίασε μια νέα θρησκεία εξέλιξη της προηγουμένης καταδικασμένης χριστιανικής αντιλήψεως κατά την οποίαν η σωτηρία ήταν μόνο για τους Εβραίους αλλ’ αυτοί την αρνήθηκαν συντριπτικά, όπως βλέπομε τον Ιησού Χριστό να λέγει πριν τον Παύλο, στα υστερόχρονα Ευαγγέλια: Ματθαίος ι΄: 5-6, ιε΄: 24, κη΄: 17, Μάρκος ζ΄: 27 αλλά βάζει νερό στο κρασί του ως προς τους εθνικούς στον επόμενο στίχο, ιβ΄: 28-30.
Ας μην ξεχνάμε ότι στις Πράξεις θ΄: 2, ιθ΄: 9, 23, κδ΄: 5, 14, 22, κστ΄: 5, κλπ., οι ομοεθνείς τού Παύλου αποκαλούν την νέα θρησκεία του με την λέξη «αίρεσιν» ή «οδόν» για την οποία στον στίχο κη΄: 22 λέγουν: «αξιούμεν δε παρά σου ακούσαι ά φρονείς·περί μεν γαρ της αιρέσεως ταύτης γνωστόν εστιν ημίν ότι πανταχού αντιλέγεται.»!
Σε σχέση με τον κατοπινό Χριστιανισμό των Ευαγγελίων, εισαγωγικώς και επιγραμματικώς αναφέρομε ότι: Ο Παύλος δεν γνωρίζει τίποτα από τα υποτιθέμενα «γεγονότα» των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων και ο Χριστός του δεν είναι ο γιος του τέκτονος (μαραγκού ή χτίστη) Ιωσήφ ή του Αγίου Πνεύματος και της Μαριάμ, με αδελφούς και αδελφές (Ματθαίος ιβ΄: 47, ιγ΄: 55-56, Μάρκος γ΄: 31-35, στ΄: 3, κ. α.), ο θαυματοποιός Ιησούς, αλλά, όπως έχομε ήδη μερικώς αναπτύξει και θα αναπτύξομε περισσότερο στο παρόν μέρος και ακολούθως, μέσα στις Επιστολές και την θεολογία του παρουσιάζει έναν ουράνιο, απεσταλμένο, αιθέριο, γνωστικιστικό Χριστό. Δεν μας παραδίδει καμία διδασκαλία του Ιησού Χριστού αλλά ερμηνεύει το πλανώμενο εσχατολογικό κήρυγμα περί σταυρωθέντος, αναστάντος και πάλιν ερχομένου Χριστού εντός των πλαισίων της δικής του θεολογίας. (Π. χ. βλέπε: Α΄ Πρός τιμόθεον α΄: 11, στ΄: 16,κλπ.).
Ο Παύλος είναι χρονολογικώς ο πρώτος συγγραφέας εντός του κανόνος της Καινής Διαθήκης. Όμως δεν μας παρέχει καμιά βιογραφική περιγραφή έστω και περιληπτική για τη ζωή και τη δράση τoυ Ιησού Χριστoύ. Δεν αναφέρει ούτε ένα από τα θαύματά τoυ. Ακόμα δεν μας μεταφέρει καμία θεολογία ή διδαχή του Ιησού Χριστού. Όσον δε αφορά το βάπτισμα και την θεία ευχαριστία, πουαναφέραμε σε προηγούμενα μέρη και θα αναφερθούμε και στο παρόν, είχε διαφορετική αντίληψη από αυτήν των κανονικών Ευαγγελίων. … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Στο παρόν άρθρο επιθυμούμε να αναπτύξομε ένα αρκετά παλαιό χριστιανικό και επώνυμο επιχείρημα, το οποίο ακούμε πολύ συχνά και από τους εγγράμματους και από τους αγράμματους πιστούς όλων των χριστιανικών διομολογήσεων. Ότι δηλαδή, η χριστιανική θρησκεία είναι οπωσδήποτε η μόνη αληθινή, διότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο αληθινός Θεός. Θέλομε λοιπόν μαζί με τη διατύπωσή τους να εκφράσομε ορισμένες κρίσεις, απόψεις και αντιρρήσεις προς ενημέρωση του κοινού. Μετά καλόν είναι, ο καθένας να τα σκεφτεί λιγάκι και να τα κρίνει.
Το επιχείρημα αυτό του Άγγλου Γκίλμπερτ Τσέστερτον (Gilbert Keith Chesterton [1874-1936]), συνοψίζεται ως εξής: «Σε μερικούς στίχους των Ευαγγελίων ο Ιησούς ισχυρίζεται ότι είναι Θεός αληθινός και το ίδιο συνάγεται από πολύ περισσοτέρους. Ως είναι φυσικό υπάρχουν δύο περιπτώσεις: Είτε ήταν Θεός, είτε δεν ήταν. Στη δεύτερη περίπτωση αν εγνώριζε ότι δεν ήταν Θεός, τότε ήταν ψεύτης. Αν πάλι δεν το εγνώριζε, ένας τέτοιος ισχυρισμός αποδεικνύει ότι ήταν τρελός. Αλλά δεν μπορεί να ήταν ψεύτης διότι υπέφερε φρικτά πάθη και θάνατο για τους ισχυρισμούς του. Επίσης, κατά τα γραπτά των Ευαγγελίων αποκλείεται να ήταν τρελός. Συνεπώς μόνο η πρώτη εναλλακτική περίπτωση ισχύει, ότι δηλαδή ο Ιησούς ήταν πραγματικός Θεός».
«Είτε ήταν Θεός, είτε δεν ήταν». Αυτή η αρχή «της του τρίτου ή μέσου αποκλίσεως» όπως τέθηκε και διατυπώθηκε από τον Αριστοτέλη ισχύει μόνο αν η έννοια στην οποία αναφερόμαστε, εδώ η έννοια Θεός, είναι θεμιτή. Αν αυτή είναι ψευδοέννοια, τότε μιλάμε στο κενό χωρίς σημείο αναφοράς! Ακόμα πέραν των δυνατών εκδοχών «ψεύτης ή τρελός» μπορεί να ισχύουν και άλλες εκδοχές. Ας εξετάσομε λοιπόν στα επόμενα όλες τις δυνατές εν προκειμένω εκδοχές, πέραν της εκδοχής του «Θεού» … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ερώτηση: Τί πρόδωσε ο Ιούδας; Απάντηση: Μα το ρωτάτε; Δεν ξέρετε; Τον Χριστό για τριάκοντα αργύρια!
Μέχρις εκεί το ξέρουμε καλά το θέμα. Αυτή είναι η άμεση και αβασάνιστη απάντηση, τυφλοσούρτης. Δεν ρωτήσαμε βεβαίως το γιατί πρόδωσε, αν και αυτό επίσης είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Τα τριάκοντα αργύρια είναι μια αφελέστατη απάντηση που ικανοποιεί τους πιστούς με την πλύση εγκεφάλου που έχουν υποστεί από μωρά παιδιά. Βεβαίως τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια και πολλά τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδας δικαιολογούν την προδοσία με το να χώσουν μέσα στα κείμενα τα τριάκοντα αργύρια. Δηλαδή ο Ιούδας πρόδωσε τον Ιησού Χριστό επειδή νόσησε από φιλαργυρία. «Τότε Ιούδας ο δυσσεβής φιλαργυρίας νοσήσας εσκοτίζετο» (τροπάριο). Δεν πείθει αυτή η δικαιολογία κανέναν αμερόληπτο ερευνητή. Τα τριάκοντα αργύρια είναι μια φτηνή δικαιολογία που αντλείται από την Παλαιά Διαθήκη, επειδή σύμφωνα με τον Θεϊκό Μωσαϊκό Νόμο, ένας Εβραίος διατιμούσε την αξία ενός δούλου ή δούλης, φονευθέντος ή ταχθέντος ισοβίως στον Γιαχβέ, στη φτηνή τιμή των τριάντα ή πενήντα αργυρών νομισμάτων σεκέλ, (Έξοδος 21: 32, Λευιτικόν 27: 3-4, κ. ά.), και έτσι θέλησαν να παρουσιάσουν άλλη μια πλασμένη (ψευδο)προφητεία.
Τα Ευαγγέλια και οι θεολόγοι φρόντισαν να βρούνε και άλλες θεόπνευστες δικαιολογίες: 1) Η προδοσία έγινε για να εκπληρωθούν οι γραφές και να επαληθευθούν οι προκαθορισμένες προφητείες της Εβραϊκής Παλαιάς Διαθήκης. Τώρα ποιες προφητείες, τρέχα βρες τις και διαπίστωσε αν πράγματι έχουν να κάνουν καθόλου με τις χριστιανικές αφηγήσεις των Ευαγγελίων. Αυτά που παρουσιάζουν ως προφητείες είναι παραποιήσεις των Εβραϊκών Γραφών και δεν έχουν απολύτως τίποτα να κάνουν με τις χριστιανικές αφηγήσεις. Οι χριστιανοί όμως διαφήμισαν ψευδώς ότι πρόκειται για προφητείες, βασισμένοι στην αγραμματοσύνη του πλήθους και μετά στην απαγόρευση της μελέτης των γραφών. 2) Ο Θεός Γιαχβέ είχε θείο σχέδιο για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους από τη γεμάτη αγάπη αρχική κατάρα του εναντίον των πρωτοπλάστων. Παρά τα παχιά λόγια για την ελευθέρα βούληση, ο Ιούδας και η προδοσία του ήταν προκαθορισμένο μέρος του θείου σχεδίου. 3) Έτσι ήθελε ο Θεός Γιαχβέ να παιχθεί το θείο δράμα στο θέατρο της σωτηρίας κ.λπ.
Το ερώτημα εδώ έγκειται ως εξής: Βάσει των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων σε τί συνίστατο, ποιά ήταν δηλαδή τα στοιχεία που περιείχε, η προδοσία του Ιούδα; Πρωτίστως, ο Ιούδας πρόδωσε τον Χριστό ως τί; Ως εγκληματία, ως ληστή, ως στασιαστή, ως τί τέλος πάντων; Απαιτείται σαφής και αβίαστη απάντηση που βασίζεται καθαρά στις αφηγήσεις και στα στοιχεία που παραθέτουν τα τέσσερα κανονικά και «θεόπνευστα» Ευαγγέλια κι όχι ένας κατάλογος από εικασίες με όλα εκείνα τα: «Ίσως αυτό, αλλά όχι το άλλο» και ένα σωρό από υποθέσεις: «Αυτό μπορεί να έγινε κάπως έτσι, αλλά όχι αλλιώς» κ.λπ., σαν όλες αυτές τις απολογητικές απαντήσεις που συνεχώς δίνουν οι «θεοφώτιστοι» θεολόγοι και απολογητές όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι. Η εφεύρεση δικαιολογιών για να δικαιολογήσει κανείς οτιδήποτε, είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο.
Όταν κάποιος προδώσει έναν συνάνθρωπό του, για οποιουσδήποτε λόγους, στις αρχές ή τις μυστικές υπηρεσίες ενός κράτους ή κυβέρνησης ή δικτατορίας, κλπ., η προδοσία του περιέχει τα εξής στοιχεία: 1) Ο προδότης που πράττει την προδοσία (κατάδοση στις αρχές) προδίδει πάντα τον άλλον ως κάτι. Π.χ. κακοποιό, ληστή, στασιαστή, αναρχικό, κομμουνιστή, φασίστα, τρομοκράτη, ανατρεπτικό κ.λπ. 2) Αν ο προδιδόμενος είναι άγνωστος φυσιογνωμικά, τότε ο προδότης φροντίζει να περιγράψει όσο πιο λεπτομερέστερα γίνεται την μορφή του· πως φαίνεται και πως μοιάζει ο άνθρωπος αυτός κ.λπ., ή δίνοντας ακόμα και φωτογραφία του. Έτσι με αυτή την περιγραφή να καθίσταται δυνατόν να αναγνωρισθεί και να συλληφθεί με την πρώτη ευκαιρία. 3) Αν κρύβεται ο άνθρωπος αυτός, ο προδότης μαρτυρά που μένει, που συχνάζει, ποιες ώρες πηγαίνει σε ορισμένα μέρη, κ.λπ., για να καιροφυλακτήσουν και να τον πιάσουν. 4) Αν έχει μυστικά σχέδια, τρομοκρατικές ενέργειες, υποχθόνιους και ανατρεπτικούς σκοπούς ή έχει διαπράξει εγκλήματα, ο προδότης φροντίζει να μάθει όλα αυτά και να τα μαρτυρήσει. 5) Ο προδότης μαρτυρά και τον τρόπο με τον οποίο ο προδιδόμενος σκέπτεται, πως δρα, πως κινείται, πως στρατολογεί άλλους, κ.λπ.
Τέτοια απάντηση που να περιέχει τέτοια στοιχεία στα Ευαγγέλια δεν υπάρχει. Αντιθέτως τα Ευαγγέλια παρέχουν πλείστα όσα στοιχεία που ανατρέπουν κατηγορηματικώς τα ανωτέρω πέντε στοιχεία που αναφέρονται. Ο Ιησούς ήταν κάθε μέρα μαζί με τον κόσμο και τις ιουδαϊκές αρχές. Μυστικά δεν είχε. Ήταν δηλαδή μια προδοσία εντελώς αχρείαστη και για τους Ιουδαίους και για τους Ρωμαίους. Όλοι τον ξέρανε πολύ καλά και μπορούσαν να τον βρούνε πολύ εύκολα. Κήρυττε και δίδασκε χωρίς μυστικά. Κάθε μέρα τσακωνόταν με τους αρχιερείς, γραμματείς, φαρισαίους και εμπόρους μέσα στον ναό. Παντού δίδασκε, έκανε θαύματα, τέρατα και σημεία. Τα τρία πρώτα, τα συνοπτικά, Ευαγγέλια μας λένε ότι όταν η σπείρα με τους αρχιερείς και αξιωματούχους των Ιουδαίων συνελάμβαναν τον Ιησού μέσα στη νύχτα, αυτός παραξενεύτηκε και τους είπε: «Μα καλά, κάθε μέρα ήμουν στον ναό μαζί σας διδάσκων… και δεν απλώσατε χέρια πάνω μου να με συλλάβετε και τώρα ήλθατε μέσα στην νύχτα με ξύλα και μαχαίρια… να με πιάσετε σαν ληστή…». Το «Κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο μας λέει ότι, ο Ιησούς είπε στις ιουδαϊκές αρχές: «Eγώ μίλησα φανερά στον κόσμο. Tην διδαχή μου εγώ την έκανα πάντοτε μέσα στη συναγωγή και μέσα στον ναό, όπου συγκεντρώνονται οι Iουδαίοι, και δε δίδαξα τίποτε στα κρυφά…» (18: 20-21) … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Αυτή η πολύ συνηθισμένη χριστιανική φράση αν και δεν υπάρχει αυτολεξεί στην Καινή Διαθήκη είναι βγαλμένη από τα τρία πρώτα συνοπτικά Ευαγγέλια. Συγκεκριμένα έχουμε:
Συνοπτική απόδοση (μετάφραση Αποστολικής Διακονίας): «Εάν κανείς θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτόν του και ας σηκώσει τον σταυρόν του (κάθε μέρα) και ας με ακολουθήσει».
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, καίτοι μέσα στην ομάδα των δώδεκα μαθητών και θεολόγος, άκρως περιέργως δεν αναφέρει τίποτα απ’ αυτές τις κατά μάλλον ή ήττον καθαρές θεολογίες του Ιησού, τις οποίες αυτοί οι στίχοι των τριών πρώτων ευαγγελιστών περιέχουν και πρέπει να τις άκουσε και αυτός αφού ο Ιησούς τις είπε στους μαθητές του. Εδώ τις έμαθε ο Λουκάς που δεν ήταν εκεί όταν ελέχθη αυτό το λογύδριο αλλά τις έγραψε, ο Ιωάννης όμως αν και ήταν εκεί παρών δεν τις ανέφερε! Περίεργο;
Οι ιεροκήρυκες και οι κάθε είδους προπαγανδιστές του Χριστιανισμού, όταν λένε το «όστις θέλει…» σταματάνε μέχρι εκεί ή μέχρι το «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν…». Μετά δίνουν την εξήγηση ότι ο Χριστός αναγνωρίζει στον καθένα το δημοκρατικό δικαίωμα της ελευθέρας εκλογής και τον αφήνει ελεύθερα να τον ακολουθήσει ή να μην τον ακολουθήσει. Ακόμα επεξηγούν ότι ο Χριστός δεν επιβάλλει σε κανέναν τι να κάνει αλλά τον αφήνει ελεύθερο να κάνει ό,τι επιθυμεί, ενώ ως Θεός που είναι, αν ήθελε, θα μπορούσε μέσα σε κλάσμα του δευτερόλεπτου να κάνει όλους τους ανθρώπους επί της γης οπαδούς του. Αυτοί λοιπόν, αποσιωπούν πλήρως τον υποθετικό λόγο που υπάρχει μέσα σε όλους αυτούς τους στίχους και μας παρουσιάζουν έναν Χριστό να μας λέει: «Θέλετε να έλθετε μαζί μου ελάτε. Αν πάλι δεν θέλετε μην έρχεστε. Κάνετε ότι θέλετε». Έτσι επιθυμούν να μας παρουσιάσουν τον Χριστιανισμό σαν μια απόλυτα δημοκρατική θρησκεία, η οποία σέβεται το δικαίωμα της ελευθέρας εκλογής χωρίς καμία βία και κανέναν καταναγκασμό … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »