Η κοινωνική σύνθεσις του ΕΑΜ (Ευάγγελος Λεμπέσης)
26/10/2012 |
Σχολιασμός
[…] Ήδη εισερχόμεθα εις το συγκεκριμένον ελληνικόν ΕΑΜ με τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά του, διότι δεν πρέπει να λησμονώμεν, ότι τα κομμουνιστικά κόμματα εκμεταλλεύονται εντατικώς τας τοπικάς συνθήκας πάσης χώρας, τον εθνικόν χαρακτήρα παντός λαού και την ατομικήν ψυχολογία παντός ατόμου, (στοιχεία που αγνοεί και πολεμά επισήμως ο Μαρξισμός), τα οποία αγνοούν και εξ ανικανότητος δεν αξιοποιούν ούτε οι εθνικόφρονες.
Ούτω το Κ.Κ.Ε. επεστράτευσε μέλη του ΕΑΜ από τας εξής κοινωνικάς κατηγορίας:
1) Από το προλεταριάτον (πολύ ολίγο, οσονδήποτε και αν φαίνεται παράδοξον, διότι οι εργάται γνώριζαν καλλίτερα τους κομμουνιστάς), παρά την εντατική έξαθλίωσιν πού εφήρμοσαν εναντίον των, διά του συστηματικού σαμποτάζ κάθε οικονομικής ανασυγκροτήσεως.
2) Από την πλουτοκρατίαν (σημαντικώτατον μέρος της). Εδώ φαίνεται καθαρά ή χρεοκοπία της οικονομιστικής μαρξικής θεωρίας. Κατά την θεωρίαν αυτήν «κεφαλαιοκρατία είναι ή τάξις πού κατέχει τα μέσα της παραγωγής». Αλλά τα μέσα της παραγωγής τα κατέχει και ο μικροαστός και ο αγρότης. Από ποίου σημείου λοιπόν αρχίζει ή «κεφαλαιοκρατία»; Δεν ημπορεί να υπάρξει ουδέν σταθερόν κριτήριον. Δεύτερον: Ο μικροαστός και o αγρότης έχουν μαζί συμφέροντα αντίθετα προς την «κεφαλαιοκρατίαν», αλλά και προς τον Κομμουνισμόν. Αλλά έχουν συμφέροντα αντίθετα και μεταξύ των. (Τιμαί γεωργικών προϊόντων και αστικών ημερομισθίων και εμπορευμάτων). Τρίτον: Μεταξύ του βιομηχανικού, του εμπορικού και του τραπεζικού κεφαλαίου υπάρχει πόλεμος και όχι κοινή ταξική συνείδησις. Τέταρτον: Και μεταξύ των κεφαλαιοκρατών του ιδίου κλάδου υπάρχει ανταγωνισμός. Πού τοποθετείται λοιπόν, κατόπιν όλων αυτών, ή «κεφαλαιοκρατική» τάξις και ή «ταξική της συνείδησις»; Η αλήθεια είναι, ότι οι κομμουνισταί παν άλλο ή πιστεύουν σοβαρώς τα τοιαύτα, όπως φαίνεται σαφώς από την εκμετάλλευσιν των αντιμαρξιστικών μας διαπιστώσεων, την οποίαν εκτελούν οι ίδιοι. Οι κομμουνισταί γνωρίζουν άριστα, ότι έκαστος πλουτοκράτης οσονδήποτε στυγνός κι αν είναι, είναι άτομον και μόνον άτομον, πού ενδιαφέρεται καθαρώς τυχοδιωκτικώς μόνον διά την ιδικήν του τύχην και αδιαφορεί και διά την ανύπαρκτον «τάξιν» του, -που αποτελείται και αυτή από τοιούτου είδους άτομα- και διά τον λαόν και διά το Κράτος και διά το Έθνος -αν τον λάβωμεν εις την χειροτέραν του μορφήν. Όπως ως άτομον, δύναται να είναι και το αντίθετον: μπορεί να θυσιάσει τον εαυτόν του και την περιουσίαν του διά το Έθνος του, όπως τοσάκις συνέβη εις την κρίσιμον ελληνικήν ιστορίαν. Το γνωρίζουν τόσον επαρκώς αυτό οι κομμουνισταί, ώστε εφαρμόζουν ατομικήν μεταχείρισιν ενός εκάστου πλουτοκράτου, είτε τρομοκρατούντες, είτε κολακεύοντες, είτε υποδαυλίζοντες τις φιλοδοξίας του και τας εμπάθειας του, είτε υποσχόμενοι την ατομικήν του εξαίρεσιν από τον Κομμουνισμόν. Και την ατομικήν αυτήν μεταχείρισιν εχειρίσθησαν με ψυχολογικήν ικανότητα, διεισδύσασαν επιτυχώς εις την ηττοπαθή ψυχολογίαν του αποσυντεθειμένου αστού. Απόδειξις τούτου το πλήθος των Εαμικών και «αριστερών» πλουτοκρατών, οι οποίοι πράγματι, μέχρις ενός, έσωσαν την ζωήν των κατά το Δεκεμβριανόν κίνημα, λόγω της αποτυχίας του …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »


To πνεύμα των καιρών μπορεί μεν να προχωρεί, και κατά κανόνα μάλιστα προς μια προοδευτική κατεύθυνση, αλλά η πρόοδος του συντελείται μέσω τεθλασμένης και όχι ομαλής πορείας, και συνεπώς ενίοτε σημειώνονται ορισμένες τρομακτικές οπισθοδρομήσεις. Τεράστιες οπισθοδρομήσεις, βαθύτατες και φοβερές, αντιπροσωπεύουν οι δικτατορίες του 20ού αιώνα. Είναι σημαντικό να διακρίνουμε τις απεχθείς προθέσεις ανθρώπων, όπως ο Στάλιν και ο Χίτλερ, από τα μέσα και τις δυνάμεις που χρησιμοποίησαν στην προσπάθειά τους να επιτύχουν τους σκοπούς τους. Οι προθέσεις τού Χίτλερ δεν είναι αυταπόδεικτα περισσότερο φαύλες απ’ όσο εκείνες του Καλιγούλα -ή ορισμένων Οθωμανών σουλτάνων, των οποίων τα συγκλονιστικά και ελεεινά κατορθώματα περιγράφει ο Νόελ Μπάρμπερ στο «Άρχοντες του χρυσού κέρατος». Ο Χίτλερ επιπλέον διέθετε όπλα και τηλεπικοινωνιακή τεχνολογία του 20ού αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, ο Χίτλερ και ο Στάλιν υπήρξαν πράγματι, σύμφωνα με οποιοδήποτε κριτήριο, εντυπωσιακά κακοί άνθρωποι.
Η λέξη «ρατσιστής» για μεγάλο χρονικό διάστημα έχει γίνει το πιο αποτελεσματικό λεκτικό όπλο δημιουργίας φόβου στο αριστερό και νεοσυντηρητικό (νεοφιλελεύθερο) οπλοστάσιο. Για δεκαετίες, έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία στην πολιτική αρένα για να συκοφαντήσει τους παραδοσιακούς («συντηρητικούς»), να τερματίσει κάθε συζήτηση, και να κάνει τον αντίπαλο να τρέχει να κρυφτεί. Στον κοινωνικό χώρο, έχει προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη ζημιά από τη χρήση της με το να την χρησιμοποιούν για να κάνουν πλύση εγκεφάλου στις ευαίσθητες παιδικές ηλικίες και τους νέους φοιτητές, και να διδάξουν τους ανθρώπους να μισούν το έθνος τους, τις πολιτιστικές παραδόσεις τους, και το χειρότερο απ’ όλα, τον ίδιο τους τον εαυτό.



