«Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε σ’ αυτή τη σύντομη ζωή μας και παρ’ όλα αυτά, ελπίζουμε και σε μια αιώνια». Ανατόλ Φρανς
Στο κείμενο που θα διαβάσετε, ο Γάλλος λογοτέχνης (βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1921) και μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών, Ανατόλ Φρανς (πραγματικό όνομα, Ζακ Φρανσουά Τιμπό), υμνεί τα επιτεύγματα του αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού.
Μέσω αυτού του κειμένου, κρατώντας τον ρόλο του ποιητή, καταδεικνύει διά της Παλλάδας Αθηνάς, θεάς της Σοφίας, το πως οι θιασώτες του Μεσαίωνα, τους οποίους αποκαλεί και βαρβάρους, εγκατέλειψαν την σοφία, το κάλος, την αρμονία και την μεγαλοφυΐα των αρχαίων Ελλήνων. Πως μετά από δέκα αιώνων σκοτάδι και με την Αναγέννηση που πρόβαλε, η σοφία επέστρεψε, και μεγεθύνει τόσο πολύ που περιέλαβε το Σύμπαν του Κέπλερ και του Νεύτωνα…
[Ο Ανατόλ Φρανς, ήταν μεταξύ εκείνων που είχαν την «τιμή» να «εμπλουτίσουν» με τα βιβλία τους τον «Index Librorum Prohibitorum» (Κατάλογος Απαγορευμένων Βιβλίων) της Καθολικής Εκκλησίας] … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
– Τί περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
– Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
– Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία; Τί κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
– Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα. Τί νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί; Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
– Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη, και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη, στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
– Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα. Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί τον αρχηγό τους. Μάλιστα, ετοίμασε για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
– Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες· γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους, και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια· γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
– Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα· και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
– Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
– Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα· κι αυτοί βαριούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
– Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν). Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ οι πλατέες, κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
– Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν. Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα, και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
– Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.
Ο Χαλίλ Γκιμπράν (Κahlil Gibran) γεννήθηκε στο Μπεχάρι του Λιβάνου το 1883. Καταγόταν από οικογένεια σχετικά εύπορη και καλλιεργημένη. Από πολύ μικρός παρουσίασε ιδιαίτερη επίδοση στη ζωγραφική, την πλαστική και το γράψιμο. Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι, στη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον Αύγουστο Ροντέν. Μετά τις σπουδές του στο Παρίσι, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α. όπου και πέθανε το 1931.
Οι πρώτες καλλιτεχνικές εργασίες ήταν θεατρικά έργα και πεζοτράγουδα, γραμμένα στα αραβικά. Από τα είκοσι όμως χρόνια του, άρχισε να γράφει αποκλειστικά στα αγγλικά. Το βαθιά ανθρωπιστικό μήνυμα που μεταδίνει, βρήκε ανταπόκριση σε αναρίθμητες ανθρώπινες καρδιές. Χαρακτηριστικό της αγάπης του κοινού είναι ότι ένα από τα πιο γνωστά και αγαπητά έργα του, «Ο προφήτης», έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες, και μέχρι το 1965 είχαν εκδοθεί πάνω από δύο εκατομμύρια αντίτυπα στην αγγλική γλώσσα.
Ο Γκιμπράν, χρησιμοποιεί την απαλή φρασεολογία των «Ψαλμών», ωστόσο εκτοξεύει μία ασυγκράτητη λοιδορία όταν απεχθάνεται το σφετερισμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων, από τυραννικούς εκκλησιαστικούς και κρατικούς αξιωματούχους. Προκάλεσε μικρή έκπληξη -ή είχε μικρή σημασία- για το πλήθος των οπαδών του Γκιμπράν, ότι εξορίστηκε από την χώρα του και αφορίστηκε από την Εκκλησία του, λόγω των ατρόμητων και κοφτερών επιθέσεών του. Τα εκατομμύρια των οπαδών του, σε δεκάδες γλώσσες, απορροφούν τα γραπτά του σχεδόν σαν προσευχές και ο αφορισμός του, χρησίμευσε για να ενισχύσει και να επαυξήσει τη λογοτεχνική ενορία του.
Αυτοί που έκαψαν τα βιβλία του και οι κληρικοί, έζησαν για να θρηνήσουν τις πράξεις τους. Λίγο πριν από τον θάνατό του το 1931, ίσως όταν ήταν πολύ αδύναμος για να αντισταθεί, ο Γκιμπράν υπέκυψε στις απρόσκλητες βολιδοσκοπήσεις της Εκκλησίας να τον επαναφέρει στον ευθύ δρόμο, μετά τον βιαστικό αφορισμό του. Παρά το γεγονός ότι «Ο αγαπημένος δάσκαλος» επέφερε τη φανερή οργή των θρησκευτικών και κρατικών αρχών, οποιαδήποτε απολογία εκ μέρους του είχε μικρό ενδιαφέρον γι’ αυτόν, γιατί πολύ καιρό από τότε έφτασε σε ένα πνευματικό επίπεδο πολύ πέρα από τη στενόμυαλη παπαγαλία, τον νόμο και το δόγμα.
Το δόγμα του Γκιμπράν, ασχολείται με την καλοσύνη, την αδελφοσύνη και τη φιλανθρωπία και χρειάζονται λίγα λόγια για να μεταδώσει μεγάλες σκέψεις … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
«Πολλές φορές πεθύμησα να γράψω τον βίο και την πολιτεία τού Αλέξη Ζορμπά, ενός γέρου εργάτη που πολύ αγάπησα.
Στη ζωή μου, οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα· από τούς ανθρώπους, ζωντανούς και πεθαμένους, πολύ λίγοι βοήθησαν τον αγώνα μου. Όμως, αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι άφησαν βαθύτερα τ’ αχνάρια τους στην ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τρεις τέσσερις: Τον Όμηρο, τον Μπέρξονα, τον Νίτσε και τον Ζορμπά.
Ο πρώτος στάθηκε για μένα το γαληνό κατάφωτο μάτι -σαν τον δίσκο τού ήλιου- που φωτίζει με απολυτρωτικιά λάμψη τα πάντα· ο Μπέρξονας με αλάφρωσε από άλυτες φιλοσοφικές αγωνίες που με τυραννούσαν στα πρώτα νιάτα· ο Νίτσε με πλούτισε με καινούριες αγωνίες και μ’ έμαθε να μετουσιώνω τη δυστυχία, την πίκρα, την αβεβαιότητα σε περηφάνια· κι ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι τον θάνατο». Νίκος Καζαντζάκης… Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »