Το «Έγκλημα και Τιμωρία», εστιάζει στην ψυχική οδύνη και τα ηθικά διλήμματα ενός εξαθλιωμένου πρώην φοιτητή, ο οποίος καταστρώνει κι εκτελεί ένα σχέδιο δολοφονίας μιας μισητής τοκογλύφου, με σκοπό να καρπωθεί τα χρήματά της και ταυτόχρονα να απαλλάξει τον κόσμο από την παρασιτική ύπαρξή της. Για τον φοιτητή, ισχύει το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Η σύλληψη της ιδέας για το «Έγκλημα και Τιμωρία» είχε γίνει ήδη από το 1864, όταν ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι (Fyodor Mikhailovich Dostoevsky) ήθελε να γράψει ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Οι μεθυσμένοι» αλλά δεν βρήκε ανταπόκριση από τους εκδότες, στους οποίους το πρότεινε. Αργότερα, σε ένα γράμμα που γράφει από το Βισμπάντεν στον Κάτκοφ, εκδότη περιοδικού, η ιδέα για το μυθιστόρημα έχει πλέον ωριμάσει και ο τελευταίος πείθεται και του στέλνει τριακόσια ρούβλια. Το έργο αρχικά δημοσιεύεται σε συνέχειες σε μια εφημερίδα που ονομαζόταν «Ρωσικός Αγγελιοφόρος» (Ruskii vestnik) από τον Ιανουάριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1866.
Ο Ντοστογιέφσκι στο «Έγκλημα και Τιμωρία» δεν ψυχογραφεί μοναδικά τον εσωτερικό κόσμο ενός -γοητευτικά σπάνιου- δολοφόνου, αλλά ψυχογραφεί και την ρωσική κοινωνία της εποχής που δεν διαφέρει πολύ από τις φτωχικές, πνευματικά και μη, κοινωνίες του παρόντος.
«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» είναι ένα μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, η υπόθεση του οποίου διαδραματίζεται το 1921 στη Λυκόβρυση, ένα χωριό στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Οι κάτοικοι του είχαν ένα παλιό έθιμο, κάθε 7 χρόνια έκαναν την αναπαράσταση των Παθών του Χριστού και έπρεπε να διαλέξουν μερικούς από τους άνδρες του χωριού που θα υποδύονταν τους Αποστόλους και έναν που θα υποδύονταν τον Χριστό. Μαζεύονται οι δημογέροντες του χωριού και αποφασίζουν σε ποιους θα αναθέσουν τους ρόλους. Οι δημογέροντες είναι ο παπα-Γρηγόρης, ο γερο-Λαδάς, ο άρχοντας Πατριαρχέας, ο καπετάνιος και ο δάσκαλος του χωριού και αδελφός του παπα-Γρηγόρη. Οι δημογέροντες αποφασίζουν να δώσουν το ρόλο του Ιωάννη στο γιο του Πατριαρχέα τον Μιχελή, το ρόλο του Πέτρου στο Γιαννακό το ρόλο της Μαγδαληνής στην Κατερίνα την πόρνη του χωριού, το ρόλο του Ιούδα στον Παναγιώταρο και τέλος το ρόλο του Χριστού ο πιο αθώος που δεν ήταν άλλος από τον βοσκό των προβάτων του Πατριαρχέα τον Μανωλιό.
Αργά το απόγευμα, καταφθάνουν πρόσφυγες από ένα άλλο χωριό, καταδιωγμένοι από τους Τούρκους. Επικεφαλής τους είναι ένας πράος, δυναμικός με ψυχή αντάρτη ιερέας ο παπα-Φώτης. Ζητούν βοήθεια, αλλά ο παπα-Γρηγόρης τους διώχνει, λέγοντας ότι φέρνουν μαζί τους επιδημία χολέρας. Οι πρόσφυγες, με επικεφαλής τον παπα-Φώτη, καταφεύγουν στο άγριο βουνό της Σαρακήνας. Τους βοηθούν μόνον ο Μανωλιός, ο Μιχελής, η Κατερίνα, ο Γιαννακός και ο Κωνσταντής (οι δύο τελευταίοι επρόκειτο να υποδυθούν τους αποστόλους Πέτρο και Ιάκωβο).
Μετά από την επιλογή του στο ρόλο του Χριστού, ο Μανωλιός αλλάζει μέρα με τη μέρα. Χωρίζει την αρραβωνιαστικιά του και αποφασίζει να φτάσει σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πνευματική, ψυχική και σωματική αγνότητα, με οδηγό τον παπα-Φώτη. Μάλιστα, στο πανηγύρι του προφήτη Ηλία υπερασπίζεται τους πρόσφυγες και μιλά για την αξία της αγάπης και του ελέους, προκαλώντας την αντίδραση των συγχωριανών του και την οργή του παπα-Γρηγόρη.
Ο Μανωλιός έχει να αντιμετωπίσει και το μένος του μέθυσου πεταλωτή του χωριού, Παναγιώταρου (ο οποίος μετά από πρόταση του παπα-Γρηγόρη στον αγά, γίνεται σεΐζης, στη θέση του προηγούμενου σεΐζη που βίασε και σκότωσε το γιουσουφάκι του αγά), που τον θεωρεί υπεύθυνο για το ξελόγιασμα της χήρας του χωριού, της Κατερίνας, με την οποία είναι ερωτευμένος.
Μια άλλη τραγική μορφή του μυθιστορήματος, είναι η Μαριωρή, η κόρη του παπα-Γρηγόρη και αρραβωνιαστικιά του γιου του άρχοντα Πατριαρχέα, Μιχελή, η οποία πάσχει από «χτικιό» και είναι το μόνο πρόσωπο που ο δογματικός παπάς δείχνει αγάπη συμπόνοια και στοργή.
Στο μεταξύ πεθαίνει ο Πατριαρχέας και ο Μιχελής αποφασίζει να μοιράσει την περιουσία του στους πρόσφυγες. Όταν εκείνοι έρχονται στη Λυκόβρυση να παραλάβουν τα κτήματα, ο παπα-Γρηγόρης κηρύσσει το Μιχελή ανισόρροπο και ξεσηκώνει τους ντόπιους. Μετά το βίαιο θάνατο του αδελφού του στη σύγκρουση που ακολουθεί, ο παπα-Γρηγόρης υποδεικνύει στον αγά το Μανωλιό ως υπαίτιο όλων των συμφορών. Πετυχαίνει την καταδίκη του και την παράδοσή του στους εξαγριωμένους χωρικούς. Το φανατισμένο πλήθος συγκεντρώνεται στην εκκλησία, όπου ο παπα-Γρηγόρης αφορίζει τον Μανωλιό και δίνει το σύνθημα στους πιστούς να τον εκτελέσουν μέσα στον ιερό χώρο.
Η υπόθεση του μυθιστορήματος (το οποίο σημειωτέον είχε προκαλέσει τις αντιδράσεις της ελληνικής Εκκλησίας), έγινε ταινία το 1957, υπό την σκηνοθεσία του Ζυλ Ντασέν και πρωταγωνίστρια ήταν η Μελίνα Μερκούρη.
«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» μεταφέρθηκε τηλεοπτικά στην ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976 και συντάραξε το τηλεοπτικό κοινό, σημειώνοντας υψηλή τηλεθέαση για τα δεδομένα εκείνης της εποχής. Η σειρά προβλήθηκε σε 50 επεισόδια των 45 λεπτών και ήταν παραγωγή του ΑΣΤΗΡ TV, ενώ σήμερα σώζεται σε 18 επεισόδια των 50 λεπτών (μεγάλο τμήμα του φίλμ πάνω στο οποίο γυρίστηκε η σειρά ξαναχρησιμοποιήθηκε αργότερα ή καταστράφηκε λόγω κακής συντήρησης). Η καταστροφή και η επαναχρησιμοποίηση του υλικού πάνω στο οποίο είχαν γυριστεί οι τηλεοπτικές σειρές μέχρι την εποχή εκείνη (Άγνωστος πόλεμος, Γιούγκερμαν κ.α.) είχε σαν συνέπεια «ο Χριστός ξανασταυρώνεται» να είναι η παλαιότερη σωζόμενη ελληνική τηλεοπτική σειρά.
«Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της – και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της». Απόσπασμα από την «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Η «Φόνισσα» είναι το δεύτερο εκτενές διήγημα (νουβέλα) του Παπαδιαμάντη και θεωρείται από πολλούς το αριστούργημα του. Αποτελείται από 17 κεφάλαια και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παναθήναια σε συνέχειες από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1903 έχοντας τον υπότιτλο «κοινωνικόν μυθιστόρημα». Ανήκει στα έργα της προχωρημένης ωριμότητας του Παπαδιαμάντη, της επονομαζόμενης ρεαλιστικής περιόδου του και περικλείει τα πιο γόνιμα στοιχεία της τέχνης του. Το έργο, πέρα από τον επιφανειακό μύθο κρύβει έναν βαθύ κοινωνικό προβληματισμό που δικαιολογεί τον υπότιτλό του. Ο Παπαδιαμάντης με τη Φόνισσα θέλει να παρουσιάσει το πρόβλημα της θέσης και της μοίρας των γυναικών της υπαίθρου στην εποχή του. Έχοντας σαν φόντο την κοινωνία του νησιού του μας δίνει πολλά κοινωνικά και ηθογραφικά στοιχεία της Σκιάθου και κατ’ επέκταση της ελληνικής υπαίθρου. Όμως ο χαρακτήρας του έργου είναι κυρίως ψυχογραφικός: Ο Παπαδιαμάντης μας παρουσιάζει τις σκέψεις και τις πράξεις της Φραγκογιαννούς, μιας ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας και επιχειρεί να διεισδύσει στα βάθη της ψυχής της, δίνοντάς μας αριστουργηματικά το χαρακτήρα της και το περιβάλλον μέσα στον οποίο αυτός διαμορφώθηκε.
Στην αρχή του διηγήματος, η ηρωίδα του έργου, η θεία Χαδούλα (Φραγκογιαννού), μια εξηντάχρονη γυναίκα ξενυχτά δίπλα στη νεογέννητη εγγονή της, η οποία είναι βαριά άρρωστη. Η Φραγκογιαννού είναι η κλασσική γυναίκα – θύμα της ανδροκρατούμενης ελληνικής υπαίθρου. Ο γάμος της ήταν αποτέλεσμα της θέλησης των γονιών της, η προίκα της ήταν λίγη, ενώ ο αδελφός της ευνοήθηκε στο μοίρασμα της γονεϊκής περιουσίας. Η θέση της γυναίκας ήταν υποβαθμισμένη. Οι γονείς δεν ήθελαν να αποκτούν κορίτσια, τα οποία θεωρούσαν βάρος, επειδή έπρεπε να τα προικίσουν. Τα κορίτσια μόνο βάσανα θα έφερναν σε μια οικογένεια. Γι’ αυτό θα ήταν καλύτερα να μην γεννιούνται καν…
«Το αμάρτημα της μητρός μου», του Γεώργιου Βιζυηνού, είναι ένα εξαιρετικό ηθογραφικό και ψυχογραφικό έργο, από τα πιο αξιόλογα κείμενα της λογοτεχνίας μας, με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο.
Κεντρικό πρόσωπο είναι η μητέρα του συγγραφέα-αφηγητή, ενώ ο ίδιος είναι συμπρωταγωνιστής. Το έργο αναφέρεται στις απελπισμένες αλλά μάταιες προσπάθειες της χήρας μητέρας του συγγραφέα να σώσει την άρρωστη κόρη της, η οποία τελικά πέθανε, και στην υιοθεσία διαδοχικά δύο άλλων κοριτσιών. Κατά βάθος όλες αυτές οι προσπάθειες απέρρεαν από τις ενοχές που τη βασάνιζαν, επειδή η ίδια είχε καταπλακώσει άθελά της στον ύπνο της ένα από τα παιδιά της (το μοναδικό τότε κοριτσάκι της, που ήταν βρέφος) και είχαν ως στόχο την εξιλέωσή της και την αναπλήρωση του τραγικού κενού.
Αρχικά ο συγγραφέας μας παρουσιάζει τα κύρια πρόσωπα του έργου, την Αννιώ, τη μοναδική αδερφή του, η οποία είναι άρρωστη, και τη χήρα μητέρα τους, η οποία είναι προσηλωμένη σ αυτήν και παραμελεί τα τρία αγόρια της. Η αρρώστια της Αννιώς επιδεινώνεται και η μητέρα μετέρχεται μάταια κάθε τρόπο και μέσο για τη θεραπεία της κόρης της: φάρμακα, βότανα, φυλακτά, ξόρκια, ευχολόγια. Δυστυχώς η Αννιώ πεθαίνει και η μητέρα υιοθετεί μια ψυχοκόρη, που τη μεγαλώνει με υπερβολική στοργή και την παντρεύει, για να υιοθετήσει στη συνέχεια ένα άλλο κοριτσάκι, πολύ μικρό κάτι που προξενεί την έντονη αντίδραση των δύο αγοριών (ο αφηγητής έχει φύγει στην ξενιτιά).
Ο Γιωργής (ο αφηγητής) επιστρέφει από τα ξένα και αντιδρά και αυτός για την νέα υιοθεσία του κοριτσιού, όμως η μητέρα αποφασίζει να του αποκαλύψει κρυφά το τρομερό μυστικό της: η εμμονή της για υιοθεσία κοριτσιών οφείλεται σε ένα τραγικό γεγονός, για το οποίο νιώθει τύψεις εδώ και χρόνια….
Το Κάμα Σούτρα (Kama Sutra ή Kamasutra) είναι ένα αρχαίο ινδικό κείμενο της σανσκριτικής λογοτεχνίας και χρονολογείται τον 2ο αιώνα μ.Χ. Αποτελεί μέρος μιας ομάδας κειμένων που ονομάζεται «Κάμα Σάστρα» (Kama Shastra) και είναι γνωστό παγκοσμίως και σαν «Το εγχειρίδιο του έρωτα».
Το Κάμα Σούτρα είναι αφιερωμένο στις αρχές της απόλαυσης. Συντάχθηκε από έναν Ινδό σοφό, τον Μαλανάγκα Βατσιαγιάνα (Mallanaga Vatsyayana) που έζησε στη ιερή πόλη Μπενάρες. Χρησιμοποιεί ως πηγή την πλούσια συλλογή των ινδουιστικών ερωτικών κειμένων, τα οποία υπήρχαν ήδη εκείνη την εποχή.
Το περιεχόμενό του είναι χωρισμένο σε κεφάλαια από τον Άγγλο συγγραφέα Ρίτσαρντ Μπάρτον (Sir Richard Francis Burton), ο οποίος έκανε και την πρώτη μετάφραση το 1883:
1. Εισαγωγή.
2. Για τη ερωτική ένωση.
3. Σχετικά με την ανεύρεση συζύγου.
4. Σχετικά με τη σύζυγο.
5. Σχετικά με τις συζύγους άλλων ανδρών.
6. Σχετικά με τις πόρνες.
7. Για τους τρόπους με τους οποίους κάποιος ελκύει τους άλλους.
Στο πρώτο μέρος του έργου, ο Βατσιαγιάνα απαριθμεί τις εξήντα τέσσερις τέχνες που κάθε κορίτσι καλής οικογενείας πρέπει να κατέχει -από το τραγούδι, το χορό και τη ζωγραφική ως το μασάζ, τη γνώση της αγιουβέρδικης ιατρικής και τα παιχνίδια με ζάρια- ο άριστος χειρισμός των οποίων εξασφαλίζει άνεση κι εκτιμάται στις εταίρες υψηλής τάξης. Κι αφού καταγράψει την καθημερινότητα ενός «εξέχοντος άνδρα» μαζί με σκέψεις γύρω από τις γυναίκες που πρέπει να συναναστρέφεται, περνά στο δεύτερο και διασημότερο μέρος του «Κάμα-Σούτρα», αυτό που αφιερώνεται στην ερωτική ένωση.
Στο δεύτερο μέρος διαβάζουμε πως «σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά και τις διαστάσεις του πέους του, ο άνδρας είναι λαγός, ταύρος ή άλογο. Ομοίως, η γυναίκα είναι αντιλόπη, φοράδα ή ελεφαντίνα, σύμφωνα με το βάθος του κόλπου της». Δεν είναι, όμως, μόνο οι ταιριαστές μεταξύ τους διαστάσεις που χαρίζουν ισορροπημένη απόλαυση. Η τελευταία εξαρτάται κι από τη θέρμη του πάθους, όπως και από τη διάρκεια της ένωσης. Οι τεχνικές της προσέγγισης, οι ερεθιστικές προετοιμασίες, τα διαφορετικά είδη φιλιού, η χρήση νυχιών και δοντιών, οι δαγκωνιές, τα χτυπήματα, οι ήχοι του έρωτα και οι αναστεναγμοί, όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο. Και σε κάθε επί μέρους κεφάλαιο, συναντάμε αποφθέγματα σαν το παρακάτω: «Η τέχνη των περιπτύξεων διαθέτει τόση δύναμη υποβολής, ώστε και μόνο να ασχολείται κανείς μ’ αυτήν, να ακούει να μιλούν ή να μιλά ο ίδιος γι’ αυτήν, παρακινεί στην ακολασία». Στο κεφάλαιο αυτό αποτυπώνονται ερωτικές στάσεις εύκολες και περίπλοκες, μικρές και μεγάλες διαστροφές, επιδέξιες πεολειξίες και σαδομαζοχιστικές τεχνικές, αλλά ο συντάκτης του εγχειριδίου υπενθυμίζει πως «στη φλόγα του έρωτα μόνον το πάθος εμπνέει τις πράξεις». Κι ακόμα, ότι οι παραπάνω ερωτικές πρακτικές ούτε σ’ όλον τον κόσμο ταιριάζουν, ούτε εφαρμόζονται σε κάθε στιγμή. Ο Βατσιαγιάνα επιμένει πως η ερωτική συμπεριφορά «πρέπει να υπαγορεύεται από έναν συμβιβασμό των θρησκευτικών νόμων, των τοπικών συνηθειών και των προσωπικών προτιμήσεων του καθενός». Σ’ αυτό το δεύτερο μέρος γίνεται επίσης εκτενής λόγος για τους ευνούχους
Το τρίτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στους ερωτικούς καβγάδες, όπου η ζήλια, η υστερία κι ο θυμός, μαζί με τα τεχνάσματα της συμφιλίωσης, λες και υπακούουν σ’ ένα τελετουργικό που παραπέμπει σε παιχνίδι ερωτευμένων πουλιών. Από δω και πέρα, όμως, η λαγνεία δίνει τη θέση της στην… αδιακρισία, καθώς εισβάλουμε διαδοχικά απ’ τα δωμάτια των συζύγων σ’ εκείνα των παράνομων ζευγαριών, για να καταλήξουμε στα χαρέμια και το περιβάλλον των εταίρων. Πώς επιλέγει κανείς το κορίτσι που θα παντρευτεί; Πώς κερδίζεται η εμπιστοσύνη της νεαρής συζύγου; «Εκείνος που αγνοεί μια νεαρή γυναίκα επειδή φαίνεται πολύ σεμνή, κερδίζει μόνο την περιφρόνησή της. Τον αντιμετωπίζει σαν ζώο ανίκανο να τη σαγηνεύσει». Όσο για τους «ηλίθιους που δεν γνωρίζουν τίποτε από γυναικεία ψυχολογία και παίρνουν τα κορίτσια διά της βίας», θα ‘ρθούν αντιμέτωποι με καταθλιπτικές συζύγους που θ’ αποστρέφονται τον άντρα τους…