Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (1870-1934)
01/11/2013 |
Σχολιασμός
Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (ή Κεφαλάς), ήταν ένας σημαντικός Έλληνας λαϊκός ζωγράφος. Έμεινε περισσότερο γνωστός με το μικρό του όνομα. Γεννημένος στη Βαρειά της Λέσβου γύρω στα 1870 και μεγαλωμένος στη Σμύρνη, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του ζωγραφίζοντας για ένα κομμάτι ψωμί στον Βόλο και στα χωριά του Πηλίου κι αργότερα (από το 1927 και εξής) ξανά στην πατρίδα του.
Ο Θεόφιλος δεν ζωγράφισε μόνο σε σπίτια και αρχοντικά, όπως ήταν μέχρι τότε η συνήθεια, αλλά και σε καφενεία, μπακάλικα και μύλους, πάνω σε τενεκέδες, σε ξύλα και πανιά, σε δίσκους, σε κάρα, ακόμα και πάνω σε ναυτικούς σάκους. Απεικόνισε σκηνές από την ελληνική ιστορία, τον Ερωτόκριτο, από τον βίο των λαϊκών ηρώων, εξωτικά κυνήγια και τόπους, καθημερινές σκηνές, πορτρέτα κ.λπ. Ζητούσε όμως τόσο λίγα σε αντάλλαγμα του κόπου του και η ανάγκη του να ζωγραφίζει ήταν τόσο επιτακτική, ώστε όσοι ήθελαν μπορούσαν να επωφεληθούν και να αποκτήσουν κάτι που μέχρι τότε ήταν αποκλειστικό προνόμιο των πλουσίων.
Η μυθολογία γύρω από τον βίο του είναι μεγάλη, ωστόσο η ίδια η ζωγραφική του μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι είχε άριστη γνώση της βυζαντινής τέχνης (ο παππούς του ήταν αγιογράφος), καθώς και της λαϊκής παράδοσης που είχε αναπτυχθεί στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ως φαίνεται όμως, ο Θεόφιλος είχε και συνείδηση του τρόπου που έβλεπε τα πράγματα η ακαδημαϊκή ζωγραφική της εποχής του· δεν είναι τυχαίο ότι στο περίφημο κασελάκι με τα σύνεργά του, διέθετε αναπαραγωγές έργων (σε φωτογραφίες και χρωματιστές κάρτες) που του επέτρεπαν να δουλεύει πάνω σε ιστορικά ή άλλα θέματα.
Γιος του Γαβριήλ Κεφαλά και της Πηνελόπης Χατζημιχαήλ, είναι το μεγαλύτερο από οκτώ αδέλφια -τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Ο πατέρας του καταγόταν από το Πληγώνι, ένα χωριουδάκι με λίγα σπίτια, κοντά στην πόλη. Ο παππούς του από τη μητέρα του ήταν Μοσχονησιώτης και ασκούσε το επάγγελμα του αγιογράφου, άνθρωπος ευκατάστατος, ευπαρουσίαστος και στοργικός πατέρας. Πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία -λένε 102 χρονών. Για τον ανήσυχο και ασυμβίβαστο μικρό, αυτός ο καλοντυμένος κι ευχαριστημένος οπό τον εαυτό του καλοστεκούμενος γέροντας ήταν το αντιπαθητικό «κατεστημένο», κι ας μην υπήρχε τότε ο όρος.
Στη νηπιακή του ηλικία αρρωσταίνει βαριά, άγνωστο από τι. Η αρρώστια αυτή, του αφήνει βασανιστικό τραυλισμό. Μα κι αυτόν αγωνίζεται να τον κατανικήσει. Η προφορά του, σύμφωνα με όσους τον γνώρισαν, δεν ήταν ποτέ πολύ καθαρή.
Ο Θεόφιλος ήταν αριστερόχειρας, σοβαρό μειονέκτημα στην εποχή του. Όταν αυτό έγινε αντιληπτό, προκάλεσε ειρωνικά σχόλια και πειράγματα, οικείων και γειτόνων. Ήταν ο «ζερβοκουτάλας», άνθρωπος μισοσακάτης κατά την αντίληψή τους, αντίληψη που πιθανότατα συμμεριζόταν και ο Θεόφιλος. Δυσκολευόταν στη χρήση ορισμένων σκευών, μιας κι αυτά κατασκευάζονται για τους δεξιόχειρες. Δεν υποτάχθηκε, όμως, μοιρολατρικά σ’ αυτή του τη μειονεκτικότητα, πάλεψε για να την κατανικήσει και σαν μέσο χρησιμοποίησε και τη ζωγραφική.
Στο σχολείο, πάντα αφηρημένος, γεμίζει τα τετράδιά του με ζωγραφιές και προκαλεί την αγανάκτηση του δασκάλου. Ο τρόπος με τον οποίο τον τιμωρεί είναι καθοριστικός για τον μικρό μαθητή. Τον στήνει όρθιο στον τοίχο και βάζει τα άλλα παιδιά να περνάνε από μπροστά του και να τον φτύνουν. Για τον Θεόφιλο είναι μια ακόμη επιβεβαίωση της περιφρόνησης των άλλων και έτσι αποφασίζει να μην ξαναπατήοει στο σχολείο. Είναι στην τρίτη Δημοτικού …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Ο Τσαρλς Ρόμπερτ Ντάργουιν (ή επί το ελληνικότερον, Κάρολος Δαρβίνος), ήταν Βρετανός φυσιοδίφης, ο οποίος έθεσε τα θεμέλια της Θεωρίας της Εξέλιξης, που έμελλε να πυροδοτήσει πολλές αντιδράσεις, κυρίως στον χώρο της Εκκλησίας. Ο λόγος ήταν (και είναι), ότι η θεωρία του Ντάργουιν, η οποία κάνει λόγο για την φυσική εξέλιξη των ειδών που διαβιούν στη γη, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τον Δημιουργισμό που διδάσκει δογματικά η Εκκλησία.
Το όνομά του, έγινε συνώνυμο με την λέξη «μάγος». Ειδικότητά του; Οι αποδράσεις, τις οποίες τελειοποίησε σε μέγιστο βαθμό. Έμεινε στην ιστορία κι ως ο «βασιλιάς τών χειροπέδων».
Από κανένα σκιάχτρο δεν τρομάζεις,
«Όταν εγκατέλειπα τη φλεγόμενη Σμύρνη ένιωθα σαν τον κόμη Μοντεκρίστο…Ήθελα να βρω έναν θησαυρό αμύθητης αξίας και να επιστρέψω παντοδύναμος να εκδικηθώ αυτούς που κρέμασαν τον θείο μου, σκότωσαν τους Έλληνες, έκαψαν τα σπίτια μας… Αυτόν τον θησαυρό τον δημιούργησα μόνος μου και είδα δυνατούς της Γης, πολιτικούς, πρίγκιπες, καλλιτέχνες, να υποκλίνονται μπροστά μου, όπως και όμορφες και διάσημες γυναίκες… Έχω τη ψευδαίσθηση ότι κυβερνάω από το γραφείο μου ωκεανούς και ουρανούς, αλλά συχνά πατώντας στο χώμα, που το νιώθω πιο οικείο και δυνατό από άσφαλτο, τσιμέντο, μάρμαρο, συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι παρά κόκκος άμμου του σύμπαντος… Το ίδιο ένιωσα κι όταν ξαναπάτησα το χώμα της γενέθλιας πόλης μου…».


