Ομιλώ για την ίδια Εκκλησία, που είχε γυρίσει τον κόσμο ανάποδα, για το θέμα των ταυτοτήτων. Ομιλώ για τους Ρωμιούς ιεράρχες που έχουν ανάγει τον πατριωτισμό σε θρησκευτική υπόθεση. Που είναι η επίσημη θέση της Εκκλησίας;
Εντάξει, ο Ιερώνυμος είναι πιο «cool» απ’ τον Χριστόδουλο και δεν ασχολείται με θέματα εθνικής φύσεως (με οικονομικής ίσως;). Αλλά εκείνη η ψυχή ο Άνθιμος Θεσσαλονίκης, που μόνο τη φουστανέλα δεν έβαλε για να πάει να πολεμήσει τους αυθάδεις Σκοπιανούς, που εξαφανίστηκε; Δε κινδυνεύει η εθνική υπόσταση της πατρίδος τώρα; Ή το θέμα της ιθαγένειας θεωρείται ελάσσονος σημασίας, σε σχέση με τα ασημένια κουταλάκια που δεν κολλάνε την γρίπη των χοίρων; Αλλά όχι… Τώρα έχει άλλες έννοιες… Προσπαθεί να λύσει το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδος.
Και στην τελική, τί να υποθέσω τώρα εγώ ο καχύποπτος; Ότι η Εκκλησία απέκτησε ανταλλάγματα για την σιωπή της; (βλέπε διατήρηση οικονομικών, κι όχι μόνο, προνομίων). Α μπα… Δεν το πιστεύω… Η Εκκλησία θέτει υπεράνω όλων το εθνικό συμφέρον. Το έχει αποδείξει άλλωστε διαχρονικά αυτό… (Καλά, μη βαράτε. Λέμε και καμιά μαλακία για να περάσει η ώρα).
Βέβαια, βάζω κι άλλα με το μυαλό μου… Είναι γνωστό ότι το ελληνορθόδοξο «ποίμνιο» όσο πάει και ξεφεύγει απ’ το μαντρί. Οι ορθόδοξοι όμως των ανατολικών χωρών, εξακολουθούν να είναι ακόμη θρήσκοι, και σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ τους Έλληνες (μέχρι να ξυπνήσουν κι αυτοί). Ε, κάπως πρέπει ν’ αναπληρωθεί το χαμένο «αίμα» φαίνεται…
Είναι ευρέως διάχυτη η εντύπωση σήμερα, πως οι χριστιανοί, σχεδόν αμέσως μετά την σταύρωση του Ιησού, υπέστησαν ανελέητους διωγμούς, μέσα απ’ τους οποίους αναδείχθηκαν πάμπολλοι «μάρτυρες». Ως βασικά αίτια, προβάλλονται από την Εκκλησία, η πίστη τους στον Χριστό, ή άρνησή τους να προσκυνήσουν είδωλα κ.λπ.
Για πολλούς αφελείς και εύπιστους σημερινούς χριστιανούς, αυτό το «σενάριο» εξακολουθεί να αποτελεί μια εύπεπτη «αλήθεια», που τονώνει ακόμη περισσότερο το ειδικό βάρος του θρησκευτικού τους συναισθήματος. Η πραγματική ιστορία όμως, ελάχιστη σχέση έχει με την «ιστορία» που έχει εφεύρει η Εκκλησία (συνήθως μέσα από πλαστογραφίες και παραποίηση των γεγονότων)…
Είναι απορίας άξιον, πως η Εκκλησία κάνει λόγο για διωγμούς των χριστιανών, απ’ τον πρώτο κιόλας αιώνα, όταν την εποχή εκείνη, ο Χριστιανισμός ως θρησκεία ήταν ασήμαντος με σχετικά λίγους οπαδούς. Αν παραβλέψουμε το παράδοξο(;) γεγονός, πως η μανία καταδιώξεως και η «μαρτυρολαγνία» είχαν αρχίσει να φουντώνουν κυρίως μετά τον 3ο με 4ο αιώνα (ένα βήμα δηλαδή πριν την οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού), η απορία μεγαλώνει, αν αναλογιστεί κανείς, πως η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, επιδείκνυε μια παροιμιώδη ανοχή στις επιμέρους θρησκείες των υπηκόων της (λεγόταν χαρακτηριστικά, πως «πιο εύκολα συναντάς έναν θεό στη Ρώμη, παρά άνθρωπο»).
Η απάντηση στην απορία, είναι πως το πρόβλημα δεν ήταν η θρησκεία αυτή καθ’ αυτή, αλλά η εν γένει συμπεριφορά των ακραίων οπαδών του Χριστιανισμού, που αντιμετωπίζονταν από τον ρωμαϊκό λαό με μεγάλη επιφύλαξη. Παρ’ ότι επιζητούσαν την ανεκτικότητα για την θρησκεία τους, οι ίδιοι χλεύαζαν και ύβριζαν τους θεούς των άλλων θρησκειών, περιφρονούσαν τους ειδωλολάτρες, ενώ απουσίαζαν επιδεικτικά από την δημόσια ζωή. Σε σχέση με την αυτοκρατορία, οι περιπτώσεις για τις οποίες αντιμετώπισαν οργανωμένες διώξεις ήταν πολύ συγκεκριμένες: Περιφρονούσαν το κράτος, αρνούνταν την λατρεία τού αυτοκράτορα, πραγματοποιούσαν μυστικές νυχτερινές συναντήσεις και θεωρήθηκαν δημιουργοί ή συνένοχοι πολιτικών συνωμοσιών, και το πιο βασικό ίσως· αρνούνταν την στράτευση στον ρωμαϊκό στρατό (ή λιποτακτούσαν) και μάλιστα σε εποχές που η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε εξωτερικούς κινδύνους. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν εξαπολύθηκε ένα «προγκρόμ» με «αμέτρητα θύματα» όπως πιστεύεται, αλλά οι όποιοι συστηματικοί διωγμοί (που χρεώνονται κυρίως σε τρία πρόσωπα: Δέκιος, Βαλεριανός, Διοκλητιανός), εφαρμόστηκαν κυρίως σε ακραία στοιχεία του Χριστιανισμού, που θεωρούνταν απειλή για την σταθερότητα της αυτοκρατορίας.
Οι περισσότερες Πράξεις Μαρτύρων είναι πλαστογραφημένες· θεωρούνται όμως στο σύνολό τους ως ιστορικά ντοκουμέντα, πλήρους αξίας. Ολόκληρος χείμαρρος πλαστογραφιών έγινε σχετικά με τους αρχαίους διωγμούς των χριστιανών: όσο λιγότεροι πραγματικοί μάρτυρες, τόσο περισσότερες πλαστογραφημένες Πράξεις Μαρτύρων.
Αρχικά οι χριστιανοί πλαστογραφούσαν από τον 2ο αιώνα και μετά αυτοκρατορικά διατάγματα ανοχής: όπως το διάταγμα του Αντωνίνου του Ευσεβούς (γύρω στα 180). Ή μια επιστολή του Μάρκου Αυρήλιου προς τη σύγκλητο, στην οποία ο αυτοκράτορας δίνει μαρτυρία για τη διάσωση από χριστιανούς ρωμαϊκών στρατευμάτων που κινδύνευαν να πεθάνουν από τη δίψα. Οι χριστιανοί πλαστογράφησαν και μια επιστολή του τοποτηρητή Τιβεριανού προς τον Τραϊανό σχετικά με τη δήθεν αυτοκρατορική διαταγή να δοθεί τέλος στον αιματηρό διωγμό· πλαστογράφησαν ένα διάταγμα του Νέρβα το οποίο ανακαλεί τα σκληρά μέτρα του Δομιτιανού εναντίον του Αποστόλου Ιωάννη. Ο εκκλησιαστικός ιστοριογράφος Ευσέβιος (στηριζόμενος στον Ανατολίτη χριστιανό Ηγήσιππο, τον συγγραφέα πέντε βιβλίων με τον τίτλο «Υπομνήματα») αναφέρει μάλιστα ότι ο ίδιος ο Δομιτιανός απελευθέρωσε «το συγγενή του Κυρίου», αφού τον είχαν συλλάβει ως απόγονο του Δαβίδ, και διέταξε «να σταματήσουν το διωγμό της Εκκλησίας».
Αλλά, ενώ αρχικά οι χριστιανοί πλαστογραφούσαν ντοκουμέντα για την απαλλαγή τους από τους αυτοκράτορες, τελικά, όταν παρήλθαν οι διωγμοί τους και άρχισαν οι ίδιοι να διώκουν με πολύ χειρότερο τρόπο τους ειδωλολάτρες, πλαστογραφούσαν ντοκουμέντα για την ενοχοποίηση των ειδωλολατρών ηγεμόνων. Από τη μια πλευρά πλαστογραφούσαν δηλαδή αδιάκοπα μεγάλο αριθμό αντιχριστιανικών διαταγμάτων και εγκυκλίους αυτοκρατόρων και τοποτηρητών (ιδιαίτερα κατά τον όψιμο 3ο αιώνα), δήθεν δημόσια έγγραφα τα οποία υπάρχουν στις μη ιστορικές Πράξεις Μαρτύρων, και από την άλλη πλήθος μαρτυρίων. Αμέτρητοι είναι οι χριστιανοί οι οποίοι εμφανίζονται ως αυτόπτες μάρτυρες σε όλα τα εντελώς μυθικά πάθη ή τις εξιστορήσεις της ζωής των μαρτύρων … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Λίγο παλιό το συμβάν, αλλά αυτό δεν του στερεί το αστείον του πράγματος…
Σε κάποιο λύκειο της Αθήνας, ένας μαθητής καλείται να πει την καθημερινή πρωινή προσευχή.
Αφού παίρνει το μικρόφωνο, αρχίζει: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου…».
Ξαφνικά, σταματά την προσευχή, κι ως ένας άλλος αστέρας νυχτερινού κέντρου που καλεί το «κοινό» του να τραγουδήσουν μαζί, προτάσσει το μικρόφωνο προς τους συμμαθητές του, λέγοντάς τους: «Δικό σας τώρα!».
Στην Εκκλησία (ορθόδοξη και καθολική), είναι γνωστό το αξίωμα, πως όσο μεγαλύτερος απατεώνας ή εγκληματίας είναι κάποιος κατά την διάρκεια του βίου, τόσο μεγαλύτερος «άγιος» γίνεται. Σ’ αυτό το αξίωμα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, μια σύγχρονη «αγία» της καθολικής Εκκλησίας, που απολαμβάνει όμως γενικότερης εκτίμησης και είναι γνωστή και με το προσωνύμιο «η αγία των φτωχών»: Η Μητέρα Τερέζα.
Η Αγκνές Γκόντζε Μποζαντζιού (αυτό είναι το πραγματικό της όνομα), ήταν αλβανικής καταγωγής και γεννήθηκε στην πόλη των Σκοπίων το 1910, όταν αυτά βρισκόταν ακόμα υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εγκατέλειψε το σπίτι και την οικογένειά της, στα 18 της χρόνια, όταν αποφάσισε να ενσωματωθεί στην ιεραποστολική οργάνωση «Αδελφές του Λορέτο» και μέσω αυτής κατέληξε στην Ινδία το 1929. Το όνομα Τερέζα το επέλεξε το 1931, εμπνευσμένη από μια σχετικά πρόσφατη αγία της εποχής της, την Γαλλίδα καλόγρια Μαρί Φρανσουάζ Θιρεσί Μαρτέν, πιο γνωστή ως αγία Θηρεσία. Το «έργο» της έτσι όπως το γνωρίζουμε σήμερα, ξεκινά περίπου το 1950, όταν ασκεί έντονες πιέσεις στον πνευματικό της, αρχιεπίσκοπο Περιέ, να μεσολαβήσει προς το Βατικανό και να ζητήσει άδεια για να ξεκινήσει το ιεραποστολικό της έργο, κάτι που τελικά έγινε.
Η Μητέρα Τερέζα, έτσι όπως την γνωρίζει ο πολύς κόσμος σήμερα, είναι ουσιαστικά ένα δημιούργημα της τηλεόρασης, καθώς μέσω αυτής έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό, το 1969, όταν και προβλήθηκε μια εκπομπή-αγιογραφία στον βρετανικό τηλεοπτικό σταθμό BBC με θέμα το υποτιθέμενο φιλανθρωπικό της έργο. Λίγο αργότερα κυκλοφόρησε και βιβλίο με τίτλο «Κάτι όμορφο για τον Θεό». Έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ, να διερευνηθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες άρχισαν να αποδίδονται υπερφυσικές ιδιότητες στην Μητέρα Τερέζα. Στα πλαίσια των γυρισμάτων για την συγκεκριμένη εκπομπή, ο φωτογράφος του συνεργείου, πήγε να φωτογραφήσει το εσωτερικό των χώρων του ιδρύματος της Μητέρας Τερέζας. Οι συνθήκες φωτισμού δεν ήταν οι ιδανικές και το αποτέλεσμα θα ήταν απογοητευτικό. Τότε ο φωτογράφος θυμήθηκε πως είχε μαζί του, το νέο φιλμ της Κόντακ που είχε βγει στην αγορά εκείνη την εποχή και που υπόσχονταν αξιοπρεπή αποτελέσματα σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού. Ο φωτογράφος τράβηξε τις φωτογραφίες, ανάμεσα στις οποίες υπήρχε και κάποια με την Μητέρα Τερέζα. Όταν γύρισε στην Βρετανία για να τις εμφανίσει, έμεινε έκπληκτος με το αποτέλεσμα, καθώς η ευκρίνεια των φωτογραφιών ξεπέρασε και τις προσδοκίες του. Έκπληκτος έμεινε και ο υπεύθυνος παρουσιαστής της εκπομπής Malcolm Muggeridge, όχι όμως για τον ίδιο λόγο. Ο Muggeridge έδειχνε εντυπωσιασμένος από το φως που εμφανίζονταν γύρω από την εικόνα της Μητέρας Τερέζας και το απέδωσε σε κάτι θείο και υπερφυσικό. Τί κι αν αυτό το φως δεν ήταν τίποτε άλλο από παιχνίδια του φακού που είχαν σχέση με την αντανάκλαση του φωτός; Ο Muggeridge είχε ήδη αποφανθεί … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός
Στην οθωμανική αυτοκρατορία, το μορφωτικό επίπεδο του λαού, ανεξαρτήτως εθνικής και θρησκευτικής προελεύσεως, βρισκόταν στο απόλυτο μηδέν, δεδομένου ότι η παιδεία δεν αποτελούσε στόχο των Οθωμανών, ούτε για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Ειδικότερα για τις περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς περιγράφεται στην «Ελληνική Νομαρχία» (1806) του Ανωνύμου του Έλληνος, η κατάσταση μορφωτικής και πευματικής παρακμής ως εξής: «Αι επιστήμαι, όπου πρότερον ήνθιζον (=αναφέρεται στην Αρχαιότητα ), άρχισαν να μαρανθώσι, τα σχολεία εσφραγίσθησαν, οι διδάσκαλοι εμωράνθησαν και η αλήθεια με την φιλοσοφίαν (=θετικές επιστήμες) εξωρίσθησαν, άλλο βιβλίον δεν ευρίσκετο, ει μη τα πονήματα των ιερέων και οι ταλαίπωροι Έλληνες, αγκαλά και φιλελεύθεροι, εστερημένοι όμως από το φως της φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι, μεμεθυσμένοι από την αμάθειαν και την δεισιδαιμονίαν» … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »