Μια μέρα στην τάξη του Τοτού η δασκάλα βάζει την εξής εργασία στα παιδιά: – Θέλω να κάνετε το εξής: Θα μου πείτε μια μικρή πρόταση, από την οποία θα βγαίνει ένα συμπέρασμα, που θα εκφράζεται με την λέξη «προφανές». Παράδειγμα: «Στο σπίτι έχουμε ανάψει το τζάκι. Είναι προφανές λοιπόν ότι κάνει κρύο».
Αρχίζει πρώτη η Ελενίτσα: – Εμένα ο μπαμπάς μου έχει ιδιωτικό αεροπλάνο, η μητέρα μου σκάφος, εγώ έχω αυτοκίνητο με προσωπικό οδηγό που με φέρνει στο σχολείο. Είναι προφανές λοιπόν ότι είμαστε μια πλούσια οικογένεια!
– Μπράβο, μπράβο Ελενίτσα!, επικροτεί η δασκάλα…
Ακολουθεί ο Νικολάκης: – Εμένα ο πατέρας μου είναι καθηγητής πανεπιστημίου, η μητέρα μου έχει διπλώματα σε δυο επιστήμες, εγώ ξέρω τρεις γλώσσες και έχω μια τεράστια βιβλιοθήκη. Είναι προφανές λοιπόν ότι είμαστε μια μορφωμένη οικογένεια!
Συνεχίζει η Σούλα: – Ο μπαμπάς μου είναι πρωταθλητής Ευρώπης, η μητέρα μου έχει τρέξει σε Ολυμπιάδα, εγώ από 5 χρονών ασχολούμαι με την κολύμβηση. Είναι προφανές λοιπόν ότι είμαστε μια αθλητική οικογένεια!
Έρχεται και η σειρά (αναπόφευκτα) του Τοτού: – Ο δικός μου ο πατέρας είναι βοσκός. Η μητέρα μου, οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου, το ίδιο. Κι εγώ δε, κάπου-κάπου βοσκάω πρόβατα. Μια μέρα λοιπόν, βλέπω τον παππού μου, ξαφνικά να αφήνει τα πρόβατα και να ανηφορίζει τρέχοντας στον λόφο, κρατώντας τους…«Φαϊνάνσιαλ Τάιμς». Ο παππούς μου όμως, όχι μόνο δεν ξέρει αγγλικά, αλλά είναι τελείως αγράμματος…
Η ακόλουθη φωτογραφία προέρχεται από την ιστοσελίδα του γνωστού και μη εξαιρετέου «φιλέλληνα» Νικόλαου Στοΐδη (ή Στογιάνοφ· ας μην του αρνούμαστε την βουλγαρική καταγωγή του). Απεικονίζει μερικούς άνδρες ενός λόχου πεζικού του ελληνικού στρατού, στον οποίο ήταν επικεφαλής ο αξιωματικός Βασίλειος Γεννηματάς, μπροστά στον σιδηροδρομικό σταθμό Εδέσσης (πρώην Βοδενά) στις 18 Οκτωβρίου 1912. Είναι η ημέρα, που και τυπικά η πόλη απελευθερώνεται από τον ελληνικό στρατό, μετά από 530 χρόνια τουρκικής κυριαρχίας.
Παρατηρείτε όμως κάτι περίεργο στην φωτογραφία;
Λίγο…κακογραμμένη δεν είναι η επιγραφή του σιδηροδρομικού σταθμού;
Νικολιό παλικάρι μου, αφού δεν το κατέχεις το «άθλημα», άσ’ το να πάει στον διάολο. Δεν το ξέρεις ότι το ψέμα έχει κοντά ποδάρια; Και το ψέμα δεν είναι ότι η Έδεσσα λεγόταν Βοδενά τότε. Το ξέρουμε αυτό. Αλλά βρε αδελφέ παίζεις με την νοημοσύνη και την ιστορική άγνοια του κόσμου. Κατ’ αρχάς, όπως προαναφέρθηκε, η Έδεσσα βρισκόταν υπό τουρκική κυριαρχία και όχι υπό βουλγαρική, όπως θες να παρουσιάσεις ή να υπονοήσεις με το τσαπατσούλικο «VODENA» που έγραψες μόνος σου (αλήθεια, γιατί δεν το έγραψες με κυριλλικό αλφάβητο; [Воден]). Κατά δεύτερον, όπως είναι λογικό, οι επιγραφές μέχρι και το 1912 αναγράφονταν στα τούρκικα. Δηλαδή με αραβικούς χαρακτήρες (το νεοτουρκικό αλφάβητο δημιουργήθηκε το 1928). Επιπλέον, αναγράφονταν και στα γαλλικά (αν δεν κάνω λάθος, ως «Vodine»), λόγω του ότι, την κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου Θεσσαλονίκης-Μοναστηρίου, είχε αναλάβει η γαλλική εταιρεία «Societe de Construction de Chemin de Fer Salonique a Monastir», θυγατρική της «Societe de Construction et Exploitation de Chemin de Fer».
Για την ιστορία να αναφέρουμε, πως ουσιαστικά, την Έδεσσα δεν την απελευθέρωσε ο ελληνικός στρατός, καθώς οι Τούρκοι είχαν ήδη λακίσει 2-3 μέρες πριν την είσοδό του στην πόλη, όταν είδαν ότι πλησίαζε το μοιραίο.
Τι λες; Θα βάλεις την κανονική φωτογραφία τώρα, ή θα μας παιδέψεις μέχρι να βρούμε την απείραχτη;
Απέναντι στις δογματικές «αλήθειες» των διάφορων θρησκειών και ειδικότερα του Χριστιανισμού, τα επιχειρήματα που τις καταρρίπτουν είναι πάμπολλα και ατράνταχτα. Αν και για μερικές απ’ αυτές τις «αλήθειες» δεν χρειάζονται καν επιχειρήματα, καθώς οι εξελίξεις πάνω στην επιστήμη και στις συνεχόμενες ανακαλύψεις της, έχουν οδηγήσει την θρησκεία και την Εκκλησία στην ουρά αυτών των εξελίξεων, όσο κι αν προσπαθεί με διάφορες θεαματικές κωλοτούμπες να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα και να εξηγήσει τ’ ανεξήγητα (βλέπε π.χ. «Ευφυής Σχεδιασμός»). Ίσως πολλοί να συμφωνούν, ότι η διακωμώδηση και η παρωδία της θρησκείας, είναι πολλές φορές πολύ πιο αποτελεσματικές απ’ ότι τα ίδια τα λογικά τα επιχειρήματα, γιατί ακριβώς χτυπάνε τον θρησκευτικό παραλογισμό, όχι με τον ορθολογισμό, αλλά με…παραλογισμό. Κάτι σαν την ομοιοπαθητική ας πούμε. Κατά το σχετικά πρόσφατο παρελθόν, δεν ήταν λίγες οι «θρησκείες» που γεννήθηκαν, διανθισμένες φανερά από μια διάθεση αστεϊσμού και σάτιρας, με μοναδικό σκοπό να καταδείξουν το γελοίον του πράγματος. Ας γνωρίσουμε μερικές απ’ αυτές…
Τσαγιέρα του Ράσελ (Russell’s Teapot) Η «Τσαγιέρα του Ράσελ», συχνά αποκαλούμενη και «Θεϊκή» ή «Επουράνια Τσαγιέρα», είναι μία μεταφορά που χρησιμοποίησε ο φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ (1872-1970), σύμφωνα με την οποία το βάρος της απόδειξης το φέρει αυτός που κάνει τον ισχυρισμό, και όχι αυτός που προσπαθεί να τον καταρρίψει. Χρησιμοποιείται κυρίως ως επιχείρημα για τη μη-ύπαρξη του Θεού από τους σκεπτικιστές.
Σε ένα αδημοσίευτο άρθρο του περιοδικού «Illustrated», το 1952, με τίτλο «Is there God?» (Υπάρχει Θεός;), ο Ράσελ έγραψε: «Αν έλεγα ότι μεταξύ Γης και Άρη υπάρχει μία πορσελάνινη τσαγιέρα σε ελλειπτική τροχιά γύρω από τον ήλιο, κανείς δεν θα μπορούσε να διαψεύσει τον ισχυρισμό μου, αρκεί να προσέθετα ότι η τσαγιέρα είναι τόσο μικρή, που δεν θα μπορούσαν να την ανιχνεύσουν ούτε τα πιο ισχυρά τηλεσκόπιά μας.
Όμως, αν στη συνέχεια έλεγα ότι, αφού ο ισχυρισμός μου δεν μπορεί να διαψευστεί, θα ήταν ασυγχώρητη απρέπεια να τον αμφισβητούμε με την λογική μας, τότε οι περισσότεροι δικαίως θα θεωρούσαν ότι έλεγα ανοησίες.
Αν όμως η ύπαρξη μιας τέτοιας επουράνιας τσαγιέρας αναφερόταν σε πανάρχαια βιβλία, και διδασκόταν ως ιερή αλήθεια κάθε Κυριακή, και ενσταλαζόταν στα μυαλά μικρών παιδιών σε όλα τα σχολεία, τότε ακόμα και ο παραμικρός δισταγμός, θα ήταν τέτοιο δείγμα εκκεντρικότητας, που σε φωτισμένους καιρούς θα απέφερε στον αμφισβητία το επίζηλο προνόμιο της ψυχιατρικής φροντίδας, ενώ σε πιο πρώιμη περίοδο την Ιερά Εξέταση».
Ο άθεος συγγραφέας και επιστήμονας Ρίτσαρντ Ντόκινς, στο βιβλίο του «Ο εφημέριος του Διαβόλου» (A Devil’s Chaplain), χρησιμοποίησε την «Τσαγιέρα του Ράσελ» ως εξής: «Ο λόγος που οι υπάρχουσες οργανωμένες θρησκείες εισπράττουν απερίφραστη εχθρότητα είναι ότι, σε αντίθεση με την πίστη στην “Τσαγιέρα του Ράσελ”, έχουν ισχύ, επιρροή, απαλλάσσονται από φόρους και προπαγανδίζονται συστηματικά σε παιδιά πολύ νεαρά για να αντιδράσουν και να προστατευθούν. Tα παιδιά δεν είναι υποχρεωμένα να απομνημονεύουν τρελά βιβλία για τσαγιέρες στα χρόνια που διαπλάθεται η προσωπικότητά τους. Κρατικά επιχορηγούμενα σχολεία δεν αποκλείουν παιδιά των οποίων οι γονείς προτιμούν τσαγιέρες με άλλο σχήμα. Οι “τσαγιεροπιστοί” δεν λιθοβολούν “τσαγιεροάπιστους”, “τσαγιεροαιρετικούς” και “τσαγιεροβλάσφημους” μέχρι θανάτου. Οι μητέρες δεν απαγορεύουν στα παιδιά τους να παντρεύονται άτομα, των οποίων οι γονείς πιστεύουν σε τρεις τσαγιέρες αντί για μία. Οι άνθρωποι που βάζουν πρώτα το γάλα δεν επιτίθενται σ’ αυτούς που βάζουν πρώτα το τσάι…».… Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Είναι μια ηλιόλουστη μέρα. Στο στάδιο Καραϊσκάκη γίνεται το παιχνίδι της χρονιάς: Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός. Το γήπεδο είναι γεμάτο και στις κερκίδες επικρατεί ένταση κι ενθουσιασμός.
Ένας οπαδός του Παναθηναϊκού φτάνει στο γήπεδο, αλλά κατά λάθος θρονιάζεται στη «Θύρα 7», το άντρο των φανατικών «γαύρων». Το παιχνίδι αρχίζει και στο πρώτο ημίχρονο ο «θρύλος» σκοράρει δυο φορές. Η κερκίδα καίγεται αλλά ο «βάζελος» παραμένει ατάραχος, ήρεμος και ανέκφραστος. Ένας ψίθυρος τότε αρχίζει να κυκλοφορεί: – Ένας «βάζελος» ανάμεσά μας!
Κανείς, όμως, δεν είναι σίγουρος. Μετά από λίγα λεπτά σημειώνει τέρμα ο Παναθηναϊκός. Ο τύπος δεν κρατιέται κι αφού τινάζεται απ’ την θέση του, ουρλιάζει μόνος του: – Γκοοοοοοοοοοοολ!
Μια περίεργη σιωπή πέφτει γύρω του και νιώθει ότι τα μάτια όλων είναι στραμμένα πάνω του. Βλέπει τότε μια αγριεμένη ομάδα οπαδών να κατευθύνεται αμέσως προς το μέρος του. Ένας απ’ αυτούς, ο πιο μεγαλόσωμος, τον πλησιάζει κι αφού του χαϊδεύει «στοργικά» τι κεφάλι, του λέει γλυκά και με ήρεμο τρόπο: – Φίλε μου αγαπημένε, έχεις το δικαίωμα επιλογής: Την «παρθενιά» σου, ή την κουρτίνα δύο;
Τρομαγμένος ο μοναχικός «βάζελος»: – Την κουρτίνα δύο! Την κουρτίνα δύο!
– Εντάξει, πήρες την κουρτίνα δύο, αλλά πρώτα ας δούμε τι έχασες…