Έστω, ότι έχουμε μία χώρα, της οποίας οι…οξαποδώ -υποτίθεται ότι- χρωστάνε στους οξαποδώ άλλων χωρών το ποσόν των 410.000.000.000 (τετρακοσίων δέκα δισεκατομμυρίων) ευρώ.
Έστω ότι σ’ αυτή τη χώρα κατοικούν κάπου 15.000.000 (δεκαπέντε εκατομμύρια) κάτοικοι, νόμιμοι και παράνομοι, όλων των ηλικιών. Από νεογέννητα έως ετοιμοθάνατους.
Εάν, δηλαδή, ήταν να κατανεμηθεί στους κατοίκους το δημόσιο χρέος κατά κεφαλήν, τότε ο καθένας χρωστάει περίπου 27.350 (εικοσιεπτά χιλιάδες τριακόσια πενήντα) ευρώ.
Έ, λοιπόν, ηλίθιος είναι αυτός που:
α) Νομίζει πως το δημόσιο χρέος της συγκεκριμένης χώρας μπορεί ν’ αποσβεστεί με ρεφενέ, και προς τούτο ανοίγει λογαριασμό σε τράπεζα.
β) Όντας εντελώς ανίκανος να κάνει μία διαίρεση επιπέδου Δ’ Δημοτικού, νομίζει πως κάθε κάτοικος της εν λόγω χώρας έχει τουλάχιστον τόσα χρήματα στην τσέπη του. Κι όχι απλά έχει, του περισσεύουν κιόλας.
γ) Ακόμη κι αν του κάνει άλλος τη διαίρεση και του υποδείξει το «πηλίκιον», επιμένει πως ο κάθε κάτοικος της συγκεκριμένης χώρας θ’ αποχωριστεί εικοσιεφτάμιση χιλιάρικα με μέγιστη ευχαρίστηση… για να στηρίξει μία διεφθαρμένη οικονομία, την οποία αρμέγουν διαρκώς χιλιάκις διεφθαρμένα λαμόγια –και, ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να γιατρευτεί ποτέ των ποτών.
Ο πανηλίθιος, τώρα, είναι αυτός που:
Νομίζει πως ο ηλίθιος έχει απόλυτο δίκιο, και σπεύδει να συμμορφωθεί.
Πάσα ομοιότης με υπαρκτές χώρες και υπαρκτά πρόσωπα είναι ηθελημένη –και παλούκι στον άθλιο κώλο τους.
«Δανείστηκα» τον τίτλο του θέματος, από μια αποστροφή του λόγου ενός γνωστού μου, όταν μεταξύ τυριού και αχλαδιού, συζητούσαμε για την επικαιρότητα και την επικίνδυνη κατηφόρα που έχει πάρει η χώρα στις μέρες μας. Φυσικά μια τέτοια επίκληση, προκαλεί ποικίλα συναισθήματα. Για να είμαι ειλικρινής, εγώ ένιωσα έκπληξη, γιατί αυτόν που ξεστόμισε αυτή τη φράση, μόνο δεξιό, χουντικό και «εθνίκι» δεν μπορεί να τον πει κανείς. Δηλωμένος αριστερός είναι. Εξέφρασε απόψεις, που θα έκανε ακόμη και ακραιφνείς οπαδούς του Παπαδόπουλου, να νιώσουν μετριοπαθείς.
Ας σταματήσω όμως εδώ την αναφορά στα λεγόμενα του γνωστού μου, για να μην θεωρηθεί ότι «οχυρώνω» την γνώμη μου πίσω απ’ την δική του. Θα πω ευθαρσώς την δική μου άποψη…
Είναι κοινή διαπίστωση ότι πάμε κατά διαόλου. Ο απλός κόσμος, βλέπει να γίνονται πράγματα γύρω του, για τα οποία νιώθει ανίσχυρος να αντιδράσει. Ο εκφυλισμός, ο αφελληνισμός, η εγκληματικότητα, η διαφθορά και κυρίως η ατιμωρησία γνωρίζουν ημέρες «δόξας». Η ξεφτίλα και η κατρακύλα μας δεν έχει σταματημό. Δεν υπάρχει περιστατικό, κάθε μέρα που περνά, που να μην τα επιβεβαιώνει όλα αυτά. Μας κυβερνούν άνθρωποι ανίκανοι (ενίοτε κι αμόρφωτοι), άνθρωποι μαριονέτες, που φροντίζουν να διατηρούν την εξουσία τους χάρις στο αθάνατο ρουσφέτι. Η εθνική κυριαρχία χάνεται αργά, αλλά σταθερά. Πράγματα που θα φαίνονταν αδιανόητα πριν μερικές δεκαετίες, σήμερα θεωρούνται δεδομένα. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση υπνηλίας, σ’ έναν λήθαργο. Αυτό σημαίνει ότι η προπαγάνδα αποδίδει καρπούς. Στην πραγματικότητα ζούμε μια δικτατορία με τον ψευδεπίγραφο τίτλο της δημοκρατίας. Όπως όμως έχει πει και κάποιος, «Αυταπατώνται όσοι νομίζουν ότι υπάρχει δημοκρατία. Η μοναδική μέρα δημοκρατίας, είναι η μέρα των εκλογών».
Η θέση του Έλληνα πολίτη σ’ αυτή την φαρσοκωμωδία, είναι όμως σημαντική: Είναι αυτός που πληρώνει συνεχώς τον λογαριασμό. Και τον πληρώνει συνεχώς, τουλάχιστον μετά την μεταπολίτευση. Όλα τα λαμόγια που στην διάρκεια της δικτατορίας, κάναν «αντίσταση» από τις βίλες του εξωτερικού, χρίστηκαν «σωτήρες» του έθνους και της δημοκρατίας. Κι έκτοτε βαλθήκαν να μας ρουφήξουν το αίμα και να μας πηδάνε ανηλεώς, ενίοτε κι άνευ σιέλου, στο όνομα της «δημοκρατίας». Μας «έσωσαν» όμως… Μας «έσωσαν» από την δικτατορία…
Το μόνο παρήγορο σήμερα, είναι πως ο Έλληνας, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας, αρχίζει και ξυπνάει κάπως, διαπιστώνοντας πως όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια μύτη. Είναι ανίσχυρος όμως και αλυσσοδεμένος. Η «νάρκωση» είναι δυνατή. Εξακολουθεί να είναι εξαρτημένος απ’ τα παπάρια των πολιτικάντηδων. Υπάρχει βλέπετε και το -δικαιολογημένο ως ένα βαθμό- αίσθημα της αυτοσυντήρησης και επιβίωσης. Η ζωή για τους πολλούς είναι σκληρή. Ακόμη και τα 500-700 ευρώ που θα εξασφαλίσει κάποιος εργαζόμενος σε κάποιο εργοστάσιο με την παρέμβαση ενός βο(υ)λευτή, είναι ανάσα ζωής. Αυτοί είναι οι «τυχεροί». Κάποιοι άλλοι, εργάζονται και για πολύ λιγότερα. Την ίδια στιγμή, που ο ίδιος βουλευτής -που είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν έχει ιδρώσει ποτέ ο κώλος του απ’ τη δουλειά- και η «αυλή» των διάφορων παρακοιμώμενων, ζουν πλουσιοπάροχα από το υστέρημα του ελληνικού λαού, το οποίο κατασπαταλούν και καταχρώνται, δίχως να λογοδοτούν, αλόγιστα και χωρίς καμμία φειδώ. Χωρίς καμμία αναστολή. Χωρίς καμμία ντροπή.
Όταν υπήρχε η δικτατορία του Παπαδόπουλου, ήμουν παιδί. Δεν έχω μνήμες, για να πω υπεύθυνα, ότι ήταν κάτι κακό ή καλό. Στις μέρες μας όμως, μπορώ να εκφέρω γνώμη για το εξής: Η δικτατορία είναι σίγουρα υπεύθυνη για ένα πράγμα: Γέννησε έναν σωρό «αντιστασιακούς», πολιτικούς και μη, που μας κάτσαν στον σβέρκο σαν τις βδέλλες, στο όνομα της «δημοκρατίας». Κι εμείς θα πρέπει συνεχώς να τους εξαργυρώνουμε την «αντίστασή» τους. Πρέπει να τους βλέπουμε σαν «ιερά τοτέμ».
Ερχόμαστε λοιπόν μπροστά στο δίλημμα: Δικτατορία με επικάλυψη δημοκρατίας, ή αυθεντική δικτατορία; … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ο Γερμανός υπουργός ΥΠΕΧΩΔΕ (Δημοσίων Έργων), καλεί τον Έλληνα ομόλογό του στη Γερμανία και επισκέπτονται διάφορα έργα που έχουν γίνει κατά τη διάρκεια της υπουργικής θητείας του Γερμανού. Αφήνοντας τις τυπικότητες κατά μέρος, λέει κάποια στιγμή, συνωμοτικά, ο Γερμανός στον Έλληνα: – Την βλέπεις αυτή την γέφυρα; Κόστος 300 εκατομμύρια ευρώ. 15 εκατομμύρια στην τσέπη μου.
Ο Έλληνας χαμογέλασε συγκαταβατικά και δεν είπε τίποτα. Τον κοίταξε με ένα φευγαλέο υπεροπτικό ύφος, σαν να του έλεγε «α ρε ψιλικατζή…». Μετά από έναν μήνα, Ο Έλληνας υπουργός ανταποδίδει την πρόσκληση στον Γερμανό ομόλογό του και τον καλεί να επισκεφθεί την Ελλάδα. Αφού προηγήθηκε η πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία, τον ξεναγεί κι αυτός με την σειρά του στα διάφορα έργα. Κάποια στιγμή φτάνουν στη μέση του πουθενά, όπου δεν υπάρχει απολύτως τίποτε που να θυμίζει δημόσιο έργο και με ύφος χιλίων καρδιναλίων ρωτάει τον Γερμανό: – Τη βλέπεις αυτή την υπερσύγχρονη γέφυρα; Είναι μεγαλύτερη στην Ευρώπη!
Ο Γερμανός δείχνει ν’ απορεί: – Ποια γέφυρα;
Κι απαντά ο Έλληνας υπουργός, ακάθεκτος:
– Κόστος 1 δισεκατομμύριο ευρώ. 100 εκατομμύρια ευρώ στην τσέπη μου!
«Κοντεύαμε σ’ ένα ρέμα. Ακούμε μιαν εξαντλημένη γυναικεία φωνή που καλούσε. Κοιταχτήκαμε μες στα μάτια. Μας τράβηξαν προς τη φωνή. Σε λίγο τη βρήκαμε. Ήταν μια χριστιανή. Τα φουστάνια της ήταν κομμένα, πεταμένα δίπλα, απ’ τη μέση και κάτου σχεδόν γυμνή. Οι δυο γυναίκες που είχαμε μαζί μας τρέξαν κοντά της, μα οι στρατιώτες τις εμπόδισαν. Στέκαμε κάμποσα μέτρα αλάργα, και κοιτάζαμε. Ο αρχηγός του αποσπάσματος τη ρωτούσε να μάθει. Ήταν σε μια προηγούμενη αποστολή. Αυτή ήταν ετοιμόγεννη, απόβαλε, την παράτησαν εκεί να τυραγνιστεί ώσπου να πεθάνει. Πάνου στα χαμόκλαδα πηχτά κομμάτια αίμα γυάλιζαν στον ήλιο σα γιούσουρο. Ο λοχίας έφτυσε με αηδία. Η γυναίκα τραβούσε ένα στρατιώτη απ’ το πανταλόνι, να τη σκοτώσει. Αυτός γύρεψε διαταγή. Του είπαν να μην την πειράξει. Έτσι την αφήσαμε ζωντανή και προχωρήσαμε». Απόσπασμα από το βιβλίο «Το νούμερο 31328»
Την εποχή που γράφεται και δημοσιεύεται «Το νούμερο 31328» είναι ακόμη πολύ νωπά, πρόσφατα και ανεπούλωτα τα βαθύτατα τραύματα που προκάλεσε στον εθνικό κορμό η Μικρασιατική Καταστροφή… Ο Βενέζης τόλμησε να γράψει πολύ νωρίς για τα γεγονότα της Μικρασίας και είναι ο μόνος από τους συγγραφείς μας που ασχολήθηκαν με το ίδιο θέμα ο οποίος δεν επιχειρεί απλώς τη λογοτεχνική ανάπλασή τους, αλλά αποτυπώνει στο χαρτί την προσωπική του τραυματική εμπειρία. Γεννημένος στα χώματα της πάλαι ποτέ Ιωνίας, ο Βενέζης δοκίμασε (και δοκιμάστηκε από) τη συνολική περιπέτεια που γνώρισε ο ελληνισμός των παραλίων, και όχι μόνον, της Μικρασίας. Το σύνολο των βιωμάτων του από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια αποτέλεσε τον πυρήνα και το σταθερό μοτίβο της δημιουργικής του γραφής. Με το ταλέντο του μπόρεσε να εκφράσει και τις τρεις φάσεις από τις οποίες πέρασε ο τότε ελληνικός πληθυσμός της Τουρκίας: Την ειρηνική (μα όχι πάντοτε ανεπίληπτη και άμεμπτη) συμβίωση με το γηγενές στοιχείο πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους· τους διωγμούς, τη φυγή και την προσφυγιά κατά την εποχή της Καταστροφής· την πολλαπλώς επώδυνη αφομοίωση των προσφύγων στην πατρώα γη. Θέμα του βιβλίου είναι ακριβώς η ζωή στα τάγματα εργασίας (τα περιβόητα «αμελέ ταμπουρού») τα οποία συγκροτούσαν οι Τούρκοι από τους αλλοεθνείς στρατεύσιμους όταν άρχισαν οι πρώτοι διωγμοί μετά το 1914 και στα οποία μαρτύρησαν χιλιάδες άνθρωποι το 1922, ιδίως μετά την κατάρρευση του μετώπου και την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού. Ο Βενέζης «στρατολογήθηκε» στα τάγματα εργασίας και συγκαταλέγεται στους ελάχιστους που κατόρθωσαν να επιζήσουν. Κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης, που αποδεκατίζουν το εξαθλιωμένο πλήθος των σκλάβων-αιχμαλώτων, με το μαρτύριο της δίψας και της πείνας πάντοτε παρόν, με τις επιδημίες να θερίζουν, με ατελείωτες εξαντλητικές οδοιπορίες, με βιασμούς, λεηλασίες και κάθε τύπου αγριότητες, οι στρατολογημένοι σπάζουν πέτρες, ανοίγουν δρόμους, επισκευάζουν γέφυρες, αποκαθιστούν τις καταστροφές που είχε προκαλέσει στο προσωρινά νικηφόρο πέρασμά του ο ελληνικός στρατός, με έκδηλη τη διάθεση των Τούρκων να εκδικηθούν. Σ’ αυτή τη θλιβερή και ετοιμοθάνατη πομπή, που μετακινείται συνεχώς, ο άνθρωπος παύει να έχει προσωπικότητα, γίνεται ένας αριθμός χωρίς παρελθόν, χωρίς ιστορία και χωρίς μέλλον. Μετατρέπεται σε άθυρμα στα χέρια των αντιπάλων του, μια ύπαρξη χωρίς καμιά, κανενός είδους αξία, μέσα στη φρίκη, τον παραλογισμό και την παραφροσύνη του πολέμου. Η εφευρετικότητα που επιδεικνύουν στους τρόπους βασανισμού οι ανά τις εποχές νικητές απέναντι στους κατά καιρούς ηττημένους δεν αποτελεί προνόμιο και μοναδικότητα ενός και μόνου λαού, ούτε μπορεί να υπάρξει διαβάθμιση στις αγριότητες και στην ποικιλόμορφη έκφραση εκδικητικότητας και μίσους, όταν αποχαλινώνονται τα ανθρώπινα πάθη. Αποσπάσματα από τον πρόλογο του βιβλίου (Δημήτρης Δασκαλόπουλος)
Το βιβλίο τούτο είναι γραμμένο με αίμα. Ένας κριτικός του σημείωνε κάποτε για το ύφος του: «Έχει κάτι απ’ τη φονική λαμπρότητα των πολεμικών όπλων, τη φονική λαμπρότητα του αδυσώπητου φωτός». Αλλά εγώ δε μιλώ για το ύφος. Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή. Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής. Όταν καίγεται έτσι που καίγεται εδώ, με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, παντοδύναμη θεότητα υψώνεται αυτή, κι όλα τ’ άλλα σωπαίνουν. Έχουν να λένε πως κανένας πόνος δεν μπορεί να είναι ισοδύναμος με τον ηθικό πόνο. Αυτά τα λένε οι σοφοί και τα βιβλία. Όμως, αν βγεις στα τρίστρατα και ρωτήσεις τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος -και είναι τόσο εύκολο να τους βρεις, η εποχή μας φρόντισε και γέμισε τον κόσμο- αν τους ρωτήσεις, θα μάθεις πως τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται. Το βιβλίο τούτο είναι ένα αφιέρωμα σ’ αυτό τον πόνο… Ηλίας Βενέζης
Πάνω στον κορμό του βιβλίου τού Βενέζη, στηρίχτηκε και η ταινία του Νίκου Κούνδουρου «1922». Η προβολή της ταινίας είναι μέχρι και σήμερα, ουσιαστικά απαγορευμένη στην Ελλάδα, ενώ δεν έχει προβληθεί ποτέ στην Θράκη. Η ταινία απαγορεύτηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, μετά από διαμαρτυρία του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, με το αιτιολογικό ότι δυναμιτίζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο Νίκος Κούνδουρος κατάφερε να εξασφαλίσει ένα αντίγραφο της ταινίας και το πρόβαλλε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου σάρωσε τα βραβεία (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, φωτογραφίας, Α’ ανδρικού ρόλου [Βασίλης Λάγγος] και Α’ γυναικείου ρόλου [Ελεωνόρα Σταθοπούλου]). Το 1982, με παρέμβαση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, απαγορεύθηκε η προβολή της ταινίας και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βουδαπέστης.