Ένας ύστατος φόρος τιμής σε έναν αγαπημένο ηθοποιό, που οι περισσότεροι Έλληνες μεγάλωσαν με τις ταινίες του.
Ο Σπύρος Καλογήρου έφυγε χθες απ’ τη ζωή, μετά από αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια, σε ηλικία 87 ετών.
Χαρακτηριστική φωνή, γέλιο και ρόλοι που σήμερα φαντάζει αδύνατον να τους έχει ερμηνεύσει κάποιος άλλος ηθοποιός.
Με αφορμή την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2012 στο Λονδίνο, το τελευταίο διάστημα αρχίζει και «κωλοσέρνεται» στον χώρο του διαδικτύου μια «φαεινή ιδέα» (ευτυχώς προς το παρόν, περιορίζεται μόνο εκεί και δεν ακούγεται και από «επίσημα» χείλη) που λίγο πολύ λέει: «Αν δε μας δώσετε (σ.σ.: οι Άγγλοι) πίσω τα μάρμαρα του Παρθενώνα, δεν σας δίνουμε κι εμείς την Ολυμπιακή Φλόγα». Κάτι δηλαδή σαν το «νο μαρτίνι, νο πάρτι».
Πραγματικά είναι δύσκολο να επιλέξει κάποιος το συναίσθημα που ταιριάζει σ’ αυτήν την περισπούδαστη πρόταση: Να κλάψει ή να γελάσει;
Γιατί από τη μια έχουμε μια ιδιότυπη συλλογιστική που βάζει στη ζυγαριά με το κιλό την πολιτιστική μας κληρονομιά κι απ’ την άλλη έχουμε να κάνουμε με μια φαιδρότητα που είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.
Ας ξεκαθαρίσουμε όμως πρώτα κάτι. Πως μπορείς να «παζαρεύεις» κάτι, κρατώντας στα χέρια σου ένα διαπραγματευτικό χαρτί που ουσιαστικά δεν είναι δικό σου πλέον; Κι όταν μιλάμε για «χαρτί», εννοούμε την Ολυμπιακή Φλόγα, η οποία ναι μεν είναι «παιδί» του ελληνικού πολιτισμού, αλλά ταυτόχρονα -για τους μη γνωρίζοντες- είναι πια και ένα παγκόσμιο κτήμα, που τελεί υπό την «προστασία» της Δ.Ο.Ε. (Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή). Θα αναρωτηθεί κάποιος βεβαίως «ε και; τι μας εμποδίζει να μην δώσουμε την Φλόγα;». Η απάντηση είναι, η σφραγίδα που θα βάλει -επισήμως πλέον- και η Ελλάδα στον ευτελισμό του θεσμού. Έχουμε το προνόμιο, κάθε τέσσερα χρόνια, να στρέφουμε τους παγκόσμιους προβολείς στην Ελλαδίτσα και προσπαθούμε να το απωλέσουμε κι αυτό, χάριν μιας καθαρά εκβιαστικής λογικής, η οποία το μόνο που θα μας αποφέρει στο τέλος, είναι η παγκόσμια ξεφτίλα και η γελοιοποίηση.
Αν είναι να έρθουν έτσι πάλι πίσω στην Ελλάδα τα γλυπτά του Παρθενώνα, τότε ποτέ να μην έρθουν. Τέτοιου είδους εκβιαστές, οι Έλληνες δεν ήμασταν, ούτε θα γίνουμε τώρα. Τα γλυπτά θα επιστρέψουν κάποια στιγμή. Όχι όμως έτσι, αλλά γιατί το απαιτεί η ιστορική δικαιοσύνη. Και για όσους δεν αντιλήφθηκαν το γενικότερο νόημα, είναι θέμα ηθικής τάξεως.
Και για όσους επίσης έχουν ασθενή μνήμη, ας θυμηθούμε παρέα τι έκανε η Ελλάδα όταν οι Η.Π.Α. το 1984 πουλούσαν την Φλόγα προς 3.000 δολάρια στον κάθε λαμπαδηδρόμο. Κάτι πήγε να ψελλίσει στην αρχή, αλλά τελικά έκανε «τουμπεκί ψιλοκομμένο» και έδωσε τη Φλόγα «μετά βαΐων και κλάδων». Όχι τίποτε άλλο δηλαδή, αλλά για να μην νομίζουμε ότι μας έχουν και ανάγκη, ή έχουμε μεγάλο πόδι να πατήσουμε…
Φρενίτιδα έχει πιάσει σήμερα τα περισσότερα ελληνικά ιστολόγια και αρκετές ελληνικές ιστοσελίδες, με αφορμή τον θάνατο του 51χρονου Αμερικανού τραγουδιστή Μάικλ Τζάκσον από ανακοπή καρδιάς. Και δώσ’ του σπαραχτικά αφιερώματα, βιντεάκια από το YouTube και δεν συμμαζεύεται και να το «δάκρυ κορόμηλο».
Μόνο που, αγαπητοί «φανς» του Μιχαλάκη, στα δακρύβρεχτα αφιερώματα που κάνετε, παραλείπετε να κάνετε και δυο πολύ σημαντικές αναφορές, που στιγμάτισαν την ζωή του -κατά τ’ άλλα- διάσημου καλλιτέχνη: τις υποθέσεις παιδεραστίας (ασήμαντο ε;) στις οποίες καταγγέλθηκε ότι ενεπλάκη και στον ιδιότυπο ρατσισμό του (ναι, θα μπορούσε να ειπωθεί κι έτσι). Κι αν σας φαίνεται τραβηγμένο το τελευταίο, πως αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί κάποιος που πηγαίνει ενάντια στη φύση και κακοποιεί χειρουργικώς το σώμα του, μόνο και μόνο για να αποβάλλει από πάνω του το «ανεπιθύμητο» μαύρο χρώμα του; Αισθητική επέμβαση ομορφιάς;
Φαίνεται ότι τα 400 χρόνια τουρκικής σκλαβιάς, μάς άφησαν πολλά «σουβενίρ», που ακόμα και σχεδόν 200 χρόνια μετά την Απελευθέρωση, αρκετοί Έλληνες εξακολουθούν να τα κουβαλούν μαζί τους. Κάποιοι μάλιστα εξακολουθούν να συμπεριφέρονται σαν ραγιάδες.
Όταν διάβασα στο «Ίχνος» ότι έχει ψηφιστεί νόμος που προβλέπει (ή προέβλεπε, μιας και δεν φαίνεται να μπήκε σε ισχύ) την υποχρεωτική διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία (με εισήγηση του Γιωργάκη-Τζέφρι Παπανδρέου και υλοποίηση από τον Κωστάκη Καραμανλή), δεν πίστευα σ’ αυτά που διάβαζα (γιατί πολύ απλά δεν είχα ακούσει ή διαβάσει τίποτα μέχρι τώρα, από τα περιώνυμα ΜΜΕ). Δυστυχώς όμως, ο φίλος ιστολόγος, φρόντισε να τεκμηριώσει αυτά που γράφει, δημοσιεύοντας και το αντίστοιχο ΦΕΚ και να διαλύσει κάθε αμφιβολία.
Εδώ φτάσαμε, δυστυχώς… Να καταργούμε τα αρχαία ελληνικά σαν «μπανάλ» και «νεκρή» γλώσσα και να υποχρεώνουμε τα Ελληνόπουλα να μαθαίνουν τη γλώσσα αυτών, που οι πρόγονοί μας, έχυσαν καντάρια αίμα για να τους ξεκουμπίσουν από δω. Την γλώσσα αυτών, που φρόντισαν να εξολοθρεύσουν και να εκδιώξουν από την εστία του, τον ελληνικό μικρασιατικό πληθυσμό.
Που είσαι ρε Κολοκοτρώνη, που φώναζες τους ραγιάδες ΕΛΛΗΝΕΣ για να τους υπενθυμίσεις την καταγωγή τους, για να δεις τώρα πως κάποιοι «Έλληνες» κάνουν ότι μπορούν για να μας ξαναβάλουν στη θέση του ραγιά.
Όπως δείχνουν τα πράγματα, το Όσκαρ Ραγιαδισμού έχει πολλούς και «σκληρούς» υποψήφιους. Αν κάποιοι βιάστηκαν να το απονείμουν στον πρόεδρο των «Οικολόγων-Πράσινων» κ. Τρεμόπουλο, που πρότεινε την μετονομασία δρόμου της Θεσσαλονίκης σε «Κεμάλ Ατατούρκ», μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσουν κάπως.
Το μόνο που πραγματικά νιώθω την ανάγκη να πω αυτή τη στιγμή και μάλιστα τουρκιστί, είναι: Άι σιχτίρ μπουνταλάδες!