Αυτά που συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην ελληνική κοινωνία είναι πράγματα πρωτόγνωρα. Κάθε μέρα που περνά βιώνουμε ή μαθαίνουμε μια νέα πικρή πραγματικότητα. Η παιδεία, η πολιτική, η οικονομία, όλα σε παρακμή.
Τα δύο πρώτα βέβαια δεν είναι καινούργια, τώρα και χρόνια, πολλοί ήταν αυτοί που το φώναζαν. Η φωνή τους βέβαια ήταν “φωνή βοώντος…”. Δυστυχώς οι αξίες του Νεοέλληνα έχουν συρρικνωθεί στο περιεχόμενο του πορτοφολιού του. Όσο αυτό ήταν γεμάτο, όλα ήταν μια χαρά. Τα άλλα ήταν λεπτομέρειες που απασχολούσαν τους συνταξιούχους στα καφενεία. Τώρα όμως που η οικονομική κρίση κτύπησε τη πόρτα μας έχει επέλθει πανικός. Τώρα βγήκαν όλα τα προβλήματα μπροστά μας. Δεν προλαβαίνουμε τις “σφαλιάρες”, έχουμε κυριολεκτικά ζαλιστεί. Οι αντιδράσεις μας είναι αντιδράσεις πανικού, μοιάζει σαν να μας κτύπησε σεισμός πολλών Ρίχτερ.
Το ερώτημα που μπαίνει είναι, τι κάνουμε; Ποιός θα μας πει την αλήθεια, γιατί μας συμβαίνουν όλα αυτά;
Ακούμε για παγκόσμια κρίση, για πρόσθετη ελληνική κρίση, ότι κλέψανε, ότι όλοι μαζί τα φάγαμε, ότι δεν παράγουμε και μόνο καταναλώνουμε.
Ακούμε ακόμη ότι όλα είναι παιχνίδια, του κεφαλαίου, των τραπεζιτών. Ακούμε ότι φανταστείς.
Έλεος! Μια αλήθεια δεν υπάρχει; Κάποιος να ξεκαθαρίσει το τοπίο, να μας δείξει ένα μπούσουλα. Γιατί πραγματικά έχουμε χάσει το μπούσουλα…
Την 5η Οκτωβρίου 1912, κατά τον Α’ Βαλκανικό πόλεμο, αρχίζει η επική προέλαση του Ελληνικού Στρατού και μετά από μια σειρά σκληρών μαχών (στην Ελασσόνα, το Σαραντάπορο, τα Σέρβια, την Κοζάνη, τα Γιαννιτσά κ.λπ.) απελευθερώνει την Δυτική Μακεδονία και την 26 Οκτωβρίου 1912 φθάνει στην Θεσσαλονίκη την οποία και απελευθερώνει.
Με τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο του 1913 πραγματοποιούνται οι πόθοι και τα οράματα του Ελληνισμού για μια ελεύθερη Μακεδονία, Θράκη και Ήπειρο. Η επιστράτευση που κηρύχθηκε πέτυχε απόλυτα. Η έκδηλη συγκίνηση και ο ενθουσιασμός του λαού προδίκαζαν την αίσια έκβαση του αγώνα. Απ’ όλα τα σημεία της Ελλάδος και του εξωτερικού, οι Έλληνες μικροί και μεγάλοι, έσπευδαν να καταταγούν για να πολεμήσουν, και το ηθικό τους ήταν τόσο υψηλό, ώστε χωρίς υπερβολή ν’ αναπληρώνει τις όποιες υλικές ελλείψεις υπήρχαν.
Κάποιες μικρές και άγνωστες ιστορίες αποτελούν την τρανή απόδειξη του υψηλού φρονήματος, της πίστεως και της αγάπης που διακατείχαν τους Έλληνες της εποχής εκείνης (1912-1913), και μια τέτοια είναι η ιστορία ενός Ελληνόπουλου η οποία ίσως πολλούς θα συγκινήσει αλλά και πολλούς θα προβληματίσει και μελαγχολήσει.
Ο Γεράσιμος Ραφτόπουλος είναι ο νεότερος υπαξιωματικός στην ιστορία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Γεννήθηκε στο Φισκάρδο της Κεφαλλονιάς το 1900. Κατά το 1ο Βαλκανικό Πόλεμο, εναντίον των Οθωμανών, κατατάχθηκε εθελοντικά στην ηλικία των 12 και έγινε δεκτός ως οπλίτης του 18ου Συντάγματος Πεζικού της IV Μεραρχίας. Για το θάρρος του στη μάχη του Σαραντάπορου έλαβε ένα όπλο Manlicher-Schonauer ως δώρο. Στην μάχη του Κιλκίς-Λαχανά, το 1913, κατάφερε να ξεφύγει από αιχμαλωσία, σκοτώνοντας 3 από τους 5 Βούλγαρους που τον είχαν αιχμαλωτίσει. Επιστρέφοντας στις ελληνικές γραμμές, βρήκε έναν τραυματισμένο εύζωνα και τον μετέφερε σώζοντας τον από βέβαιο θάνατο. Για την ανδρεία του, προήχθη στο βαθμό του δεκανέα την 28η Αυγούστου 1913 σε ηλικία 13 ετών.
Τα γεγονότα αυτά μνημονεύονται στις εφημερίδες τις εποχής και διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην «Εστία» (23-8-1913): … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ερώτηση: Τί πρόδωσε ο Ιούδας; Απάντηση: Μα το ρωτάτε; Δεν ξέρετε; Τον Χριστό για τριάκοντα αργύρια!
Μέχρις εκεί το ξέρουμε καλά το θέμα. Αυτή είναι η άμεση και αβασάνιστη απάντηση, τυφλοσούρτης. Δεν ρωτήσαμε βεβαίως το γιατί πρόδωσε, αν και αυτό επίσης είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Τα τριάκοντα αργύρια είναι μια αφελέστατη απάντηση που ικανοποιεί τους πιστούς με την πλύση εγκεφάλου που έχουν υποστεί από μωρά παιδιά. Βεβαίως τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια και πολλά τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδας δικαιολογούν την προδοσία με το να χώσουν μέσα στα κείμενα τα τριάκοντα αργύρια. Δηλαδή ο Ιούδας πρόδωσε τον Ιησού Χριστό επειδή νόσησε από φιλαργυρία. «Τότε Ιούδας ο δυσσεβής φιλαργυρίας νοσήσας εσκοτίζετο» (τροπάριο). Δεν πείθει αυτή η δικαιολογία κανέναν αμερόληπτο ερευνητή. Τα τριάκοντα αργύρια είναι μια φτηνή δικαιολογία που αντλείται από την Παλαιά Διαθήκη, επειδή σύμφωνα με τον Θεϊκό Μωσαϊκό Νόμο, ένας Εβραίος διατιμούσε την αξία ενός δούλου ή δούλης, φονευθέντος ή ταχθέντος ισοβίως στον Γιαχβέ, στη φτηνή τιμή των τριάντα ή πενήντα αργυρών νομισμάτων σεκέλ, (Έξοδος 21: 32, Λευιτικόν 27: 3-4, κ. ά.), και έτσι θέλησαν να παρουσιάσουν άλλη μια πλασμένη (ψευδο)προφητεία.
Τα Ευαγγέλια και οι θεολόγοι φρόντισαν να βρούνε και άλλες θεόπνευστες δικαιολογίες: 1) Η προδοσία έγινε για να εκπληρωθούν οι γραφές και να επαληθευθούν οι προκαθορισμένες προφητείες της Εβραϊκής Παλαιάς Διαθήκης. Τώρα ποιες προφητείες, τρέχα βρες τις και διαπίστωσε αν πράγματι έχουν να κάνουν καθόλου με τις χριστιανικές αφηγήσεις των Ευαγγελίων. Αυτά που παρουσιάζουν ως προφητείες είναι παραποιήσεις των Εβραϊκών Γραφών και δεν έχουν απολύτως τίποτα να κάνουν με τις χριστιανικές αφηγήσεις. Οι χριστιανοί όμως διαφήμισαν ψευδώς ότι πρόκειται για προφητείες, βασισμένοι στην αγραμματοσύνη του πλήθους και μετά στην απαγόρευση της μελέτης των γραφών. 2) Ο Θεός Γιαχβέ είχε θείο σχέδιο για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους από τη γεμάτη αγάπη αρχική κατάρα του εναντίον των πρωτοπλάστων. Παρά τα παχιά λόγια για την ελευθέρα βούληση, ο Ιούδας και η προδοσία του ήταν προκαθορισμένο μέρος του θείου σχεδίου. 3) Έτσι ήθελε ο Θεός Γιαχβέ να παιχθεί το θείο δράμα στο θέατρο της σωτηρίας κ.λπ.
Το ερώτημα εδώ έγκειται ως εξής: Βάσει των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων σε τί συνίστατο, ποιά ήταν δηλαδή τα στοιχεία που περιείχε, η προδοσία του Ιούδα; Πρωτίστως, ο Ιούδας πρόδωσε τον Χριστό ως τί; Ως εγκληματία, ως ληστή, ως στασιαστή, ως τί τέλος πάντων; Απαιτείται σαφής και αβίαστη απάντηση που βασίζεται καθαρά στις αφηγήσεις και στα στοιχεία που παραθέτουν τα τέσσερα κανονικά και «θεόπνευστα» Ευαγγέλια κι όχι ένας κατάλογος από εικασίες με όλα εκείνα τα: «Ίσως αυτό, αλλά όχι το άλλο» και ένα σωρό από υποθέσεις: «Αυτό μπορεί να έγινε κάπως έτσι, αλλά όχι αλλιώς» κ.λπ., σαν όλες αυτές τις απολογητικές απαντήσεις που συνεχώς δίνουν οι «θεοφώτιστοι» θεολόγοι και απολογητές όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι. Η εφεύρεση δικαιολογιών για να δικαιολογήσει κανείς οτιδήποτε, είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο.
Όταν κάποιος προδώσει έναν συνάνθρωπό του, για οποιουσδήποτε λόγους, στις αρχές ή τις μυστικές υπηρεσίες ενός κράτους ή κυβέρνησης ή δικτατορίας, κλπ., η προδοσία του περιέχει τα εξής στοιχεία: 1) Ο προδότης που πράττει την προδοσία (κατάδοση στις αρχές) προδίδει πάντα τον άλλον ως κάτι. Π.χ. κακοποιό, ληστή, στασιαστή, αναρχικό, κομμουνιστή, φασίστα, τρομοκράτη, ανατρεπτικό κ.λπ. 2) Αν ο προδιδόμενος είναι άγνωστος φυσιογνωμικά, τότε ο προδότης φροντίζει να περιγράψει όσο πιο λεπτομερέστερα γίνεται την μορφή του· πως φαίνεται και πως μοιάζει ο άνθρωπος αυτός κ.λπ., ή δίνοντας ακόμα και φωτογραφία του. Έτσι με αυτή την περιγραφή να καθίσταται δυνατόν να αναγνωρισθεί και να συλληφθεί με την πρώτη ευκαιρία. 3) Αν κρύβεται ο άνθρωπος αυτός, ο προδότης μαρτυρά που μένει, που συχνάζει, ποιες ώρες πηγαίνει σε ορισμένα μέρη, κ.λπ., για να καιροφυλακτήσουν και να τον πιάσουν. 4) Αν έχει μυστικά σχέδια, τρομοκρατικές ενέργειες, υποχθόνιους και ανατρεπτικούς σκοπούς ή έχει διαπράξει εγκλήματα, ο προδότης φροντίζει να μάθει όλα αυτά και να τα μαρτυρήσει. 5) Ο προδότης μαρτυρά και τον τρόπο με τον οποίο ο προδιδόμενος σκέπτεται, πως δρα, πως κινείται, πως στρατολογεί άλλους, κ.λπ.
Τέτοια απάντηση που να περιέχει τέτοια στοιχεία στα Ευαγγέλια δεν υπάρχει. Αντιθέτως τα Ευαγγέλια παρέχουν πλείστα όσα στοιχεία που ανατρέπουν κατηγορηματικώς τα ανωτέρω πέντε στοιχεία που αναφέρονται. Ο Ιησούς ήταν κάθε μέρα μαζί με τον κόσμο και τις ιουδαϊκές αρχές. Μυστικά δεν είχε. Ήταν δηλαδή μια προδοσία εντελώς αχρείαστη και για τους Ιουδαίους και για τους Ρωμαίους. Όλοι τον ξέρανε πολύ καλά και μπορούσαν να τον βρούνε πολύ εύκολα. Κήρυττε και δίδασκε χωρίς μυστικά. Κάθε μέρα τσακωνόταν με τους αρχιερείς, γραμματείς, φαρισαίους και εμπόρους μέσα στον ναό. Παντού δίδασκε, έκανε θαύματα, τέρατα και σημεία. Τα τρία πρώτα, τα συνοπτικά, Ευαγγέλια μας λένε ότι όταν η σπείρα με τους αρχιερείς και αξιωματούχους των Ιουδαίων συνελάμβαναν τον Ιησού μέσα στη νύχτα, αυτός παραξενεύτηκε και τους είπε: «Μα καλά, κάθε μέρα ήμουν στον ναό μαζί σας διδάσκων… και δεν απλώσατε χέρια πάνω μου να με συλλάβετε και τώρα ήλθατε μέσα στην νύχτα με ξύλα και μαχαίρια… να με πιάσετε σαν ληστή…». Το «Κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο μας λέει ότι, ο Ιησούς είπε στις ιουδαϊκές αρχές: «Eγώ μίλησα φανερά στον κόσμο. Tην διδαχή μου εγώ την έκανα πάντοτε μέσα στη συναγωγή και μέσα στον ναό, όπου συγκεντρώνονται οι Iουδαίοι, και δε δίδαξα τίποτε στα κρυφά…» (18: 20-21) … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »